Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2010

«Γύρω-γύρω όλοι στη μέση ο Μανώλης»

Όλο το θέμα είναι ότι είμαστε συγκοινωνούντα δοχεία. Σε όλα. Όχι σε κάτι. Και στα σκατά και στα όμορφα.

Όταν ανοίγουμε τη βρύση και έχει πολύ καιρό να τρέξει το νερό δεν πίνεται. Είναι πολύ βρώμικο. Είναι γεμάτο σκουριά και διάφορες άλλες βρωμιές και πρέπει να το αφήσουμε πολύ να τρέξει για να καθαρίσει. Αν δεν καθαρίσει και μετά από αυτό, σημαίνει ότι η βρωμιά δεν είναι θέμα σωλήνα αλλά υδροδότησης. Είναι πιο βαθύ το πρόβλημα.

Το νερό από μόνο του ποτέ δεν είναι βρώμικο. Η πηγή είναι πηγή. Το πρόβλημα είναι στο από πού περνάει το νερό. Γι’ αυτό λέω ότι όλοι είμαστε συγκοινωνούντα δοχεία. Ένας σωλήνας να τρυπήσει, μολύνεται όλο το πράμα. Επομένως ότι κάνουμε, λέμε, σκεφτόμαστε, είναι διάδραση. Δεν ξεκινά και τελειώνει στην υποτιθέμενη ατομικότητά μας.

Σπάω εγώ; Σε μόλυνα κι εσένα και όλο το δίκτυο. Ποιος θα πάει να πιεί νερό; Το παιδί. Αυτό που είναι τόσο ευαίσθητο να προσβληθεί από τη βρώμα. Το λουλουδάκι αυτό το ευαίσθητο. Θα πιεί νερό με δηλητήριο. Πάνω του ασελγούμε. Αυτό βιάζουμε. Αυτό απατάμε. Γιατί παντού και πάντοτε είναι μέσα μας. Και θέλει να μεγαλώσει. Όχι να γίνει ένας μεγάλος, ένας ακόμα μεγάλος αγωγός που να επιτρέψει τα δικά του σκατά να μολύνουν το νερό, αλλά να τρανέψει. Να γίνει μεγάλο παιδί. Τόσο μεγάλο, που να χωρέσουμε όλοι μέσα του και να μας πάρει στη πηγή. Να πίνουμε από ‘κει νεράκι πεντακάθαρο. Χωρίς σωλήνες, χωρίς δίκτυα υδροδότησης, χωρίς βρύσες, χωρίς σκατά! Χωρίς να είμαστε χώρια. Χωρίς εγώ, εσύ, αυτός, εκείνος, ο άλλος. Χωρίς σου ‘κανα και μου ‘κανες. Το παιδί αυτό κλαίει μέσα μας. Πεινάει, κρυώνει. Σκοτώνεται, βιάζεται. Κι όμως πάλι και πάλι καταδέχεται να γεννιέται. Απ’ την αρχή. Μόλις αφεθούμε στη συν-ουσία με την καρδιά μας, μόλις σβήσουμε τον βιαστή εαυτό μας και κλάψουμε από πόθο, από αληθινή δίψα για την πηγή, πάλι γεννιέται. Η κάθε επόμενη συνειδητοποίηση της κακοποίησης μέσα του είναι πιο επώδυνη για όποιον νοιάζεται για το παιδί και λαχταράει την πηγή. Γίνεται μαχαιριά στην καρδιά γιατί εκεί γεννιέται το παιδί κι εκεί κρύβεται, να γλυτώσει από την οργή και την μανία του παιδεραστικού μας κόσμου. Και κάθε φορά που κακοποιείται ορφανή μάνα γίνεται η καρδιά μας που κλαίει την άδεια της αγκαλιά. Ματώνει η καρδιά μαζί του και ατροφεί χώρια του. Δεν έχει τίποτα άλλο η καρδιά να θρέψει. Αυτός είναι ο ρόλος της. Αυτός ο προορισμός της. Να θρέψει το παιδί. Χωρίς αυτό, ο άνθρωπος γίνεται ένα άδειο σαρκίο με μια άδεια παγωμένη καρδιά που χτυπάει χωρίς νόημα, χωρίς νου, μια σκέτη αντλία, ένα ρολόι που απλώς μετράει το χρόνο για το τέλος. Κι ο άνθρωπος που επιλέγει να ζήσει με τέτοια καρδιά δεν μπορεί να έχει την χαρά που έχουν τα παιδιά. Γίνεται ένας άχαρος, στεγνός, εγκεφαλικός … κακιώνει από τον φόβο του γιατί γνωρίζει καλά πως το μόνο του ραντεβού είναι με την φθορά και τον θάνατο. Και ζει άρρωστος. Ούτε καν ζει. Νομίζει ότι ζει. Και όλο τρέχει στους γιατρούς ή στην αγορά για να ξεχαστεί. Εκεί στο παζάρι. Να πάρει και να πάρει. Να ταΐσει την καρδιά με όλα τα σκατά. Με πράγματα, προσομοιωτές χαράς και ζωής. Με δήθεν μεγαλεία, δόξες, καταξιώσεις, δίκια, δεκανίκια … με ό,τι μπορεί. Και παίρνει και παίρνει κι όλο πιο θυμωμένος είναι γιατί δεν χορταίνει. Δεν γεμίζει η καρδιά και του έρχεται να σκάσει. Κι ανοίγει τα παράθυρα να πάρει λίγο αέρα, αλλά και κάτω απ’ το παράθυρό του μόνο σκουπίδια ένα σωρό, τα περιττώματα των αποκτημάτων του, αναδύουν την μπόχα τους ή μάλλον τη δική του μπόχα. Και πιο πέρα στην αλάνα παίζουν τα παιδάκια ανέμελα. Ακόμα και από τα σκουπίδια βρίσκουν παιχνιδάκια. Και γελούν κάτω απ’ τον ήλιο. «Γύρω-γύρω όλοι στην μέση ο Μανώλης». Ποιος είναι ο Μανώλης; Το παιδί είναι ο Μανώλης. Και κάνουν κύκλο και το κρύβουν στη μέση. Το προστατεύουν παρότι είναι αθέατο για τα μάτια των μεγάλων που δεν καταλαβαίνουν πια το παιχνίδι και το θεωρούν μια ανόητη παιδική φαντασία. Δεν υπάρχει Μανώλης γι’ αυτούς. Ούτε δαχτυλίδι. «Πού ‘ν’ το, πού ‘ν’ το, το δαχτυλίδι; Ψάξε, ψάξε δεν θα το βρεις». Δεν θα το βρεις γιατί δεν το βλέπεις. Δεν το γνωρίζεις. Δεν το θυμάσαι. Το δαχτυλίδι το βρίσκει μόνο όποιος ξέρει τον Μανώλη.

Τώρα ο κόσμος έμεινε χωρίς τον Μανώλη και χωρίς το δακτυλίδι. Δεν ξέρει τι του φταίει. Τα παιδιά παίζουν το παιχνίδι τους με τον Μανώλη, με το δαχτυλίδι και με ότι αγαπάει η ψυχή τους. Δεν τα εμποδίζει καμία λογική, ούτε η τύφλα της κυρίαρχης θεοποιημένης αντίληψης που υπενθυμίζει πάντοτε και με κάθε τρόπο στους μεγάλους ότι δεν υπάρχει ούτε Μανώλης, ούτε δαχτυλίδι, ούτε παιχνίδι.

Οι μεγάλοι προσπαθούν να επινοήσουν έναν Μανώλη ή ένα δαχτυλίδι στα μέτρα τους. Τέτοιο που να τον αναγνωρίζουν οι αισθήσεις και η λογική τους. Στα έδρανα της Βουλής, πίσω απ’ τα γραφεία τους, στις θλιβερές και πνιγηρές δήθεν διασκεδάσεις τους. Και όλοι τσακώνονται και βρίζουν και διαφωνούν για το ποιος έχει δίκιο. Ποιος έχει τη πιο σωστή άποψη. Γιατί μόνο άπ-οψη μπορούν να έχουν. Γιατί δεν έχουν όψη. Δεν έχουν πρόσωπο. Το πρόσωπο είναι μόνο ο Μανώλης. Ο αληθινός Μανώλης. Μόνο δηλαδή αυτός ο Μανώλης που δεν πέρασε στη λήθη. Που δεν τον ξέχασαν και δεν τον διέγραψαν από το παιχνίδι τους, οι βιαστές του παιδιού, που θέλουν είπαμε να επινοήσουν και να κατασκευάσουν οι ίδιοι τον δικό τους Μανώλη. Γιατί τους νοιάζει ο πραγματικός Μανώλης κι όχι ο αληθινός. Τους νοιάζει η πραγματικότητα και όχι η α-λήθεια. Μόνο ό,τι πιάνεται, μετριέται, αξιολογείται με μονάδες κέρδους, μόνο ό,τι είναι πράγμα, ό,τι ξοδεύεται, ό,τι καταναλώνεται, ό,τι πεθαίνει. Και βρίζουν και βρίζουν … δεν καταλαβαίνουν τι λάθος κάνουν και δεν μπορούν να βρουν τον σωστό Μανώλη. Ούτε καν αυτό. Δεν καταλαβαίνουν δηλαδή ποιος κάνει το λάθος και το ψάχνουν ο ένας στον άλλον. Πάντοτε στον άλλον. Έχουν φτιάξει εκατοντάδες Μανώληδες και όλο τους το πρόβλημα είναι να αποδείξει η κάθε ομαδούλα ότι ο δικό της Μανώλης είναι ο πραγματικός και ότι για όλα φταίει των αλλονών ο Μανώλης. Χαμός γίνεται. Πολλοί τα παρατάνε. «Ρε δεν πάει στα κομμάτια κι ο Μανώλης;» Κλείνονται στο σπίτι ή στο γραφείο ή όπου τέλος πάντων για να ησυχάσουν απ’ αυτό το βάσανο και αποδιώχνουν την παραμικρή έγνοια περί Μανώλη. Κοιμούνται ξαπλωτοί αλλά και όρθιοι για να ξεχάσουν, να μη βασανίζονται από αυτόν τον εφιάλτη και προπαντός να προφυλαχθούν απ’ τον καυτό Ήλιο, που όλως περιέργως έχει γίνει πολύ καυτός τελευταία. Δεν αντέχεται. Τα παιδιά δεν το νοιώθουν αυτό. Γι’ αυτά ο Ήλιος είναι και μέσα. Και πίσω από τα κλειστά παντζούρια και παντού. Και τη νύχτα ακόμα … Μόνο και μόνο επειδή είναι στη μέση … ο Μανώλης ο αληθινός!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου