Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

6. Ο «ΣΩΤΗΡΑΣ», ΟΙ ΑΝΕΝΤΑΧΤΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΙΝΔΑΛΜΑΤΑ

Η ΝΟΗΣΙΑΡΧΙΚΗ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΙΑ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ
Το ελληνικόΟ νόμος είναι εφικτός γι’ αυτούς που ‘χουν πλουτίσει,
κόμπλεξαχ πια! Αυτή η χώρα μας ποτέ δεν θα θυμίσει
έναντι τωνσύγχρονη χώρα σαν αυτές που ο πολιτισμός τους
Ευρωπαίωνείναι στ’ αλήθεια ζηλευτός, μα ο πρωθυπουργός τους
μαζί με άλλους, που ‘ναι οχτώ θαρρώ στο σύνολό τους,5
ορίζουνε τις τύχες μας και έχουν στο μυαλό τους
ένα πανούργο σχέδιο για την οικονομία
και όταν κατεβαίνουμε και πάμε στην πορεία,
τους βρίζουμε και έχουμε μεγάλη οργή εντός μας,
γιατί ο κάθε δουλικός κι άθλιος πρωθυπουργός μας10
μ’ εκείνους προσπαθεί καλά να τα ‘χει για να γίνει
κάποτε και η χώρα μας σύγχρονη σαν κι εκείνη,
που άλλοτε τη βρίζουμε κι άλλοτε λαχταράμε
να γίνουμε όμοιοι μ’ αυτήν, γι’ αυτό συνέχεια πάμε
διακοπές στο Άμστερνταμ, στο Βέλγιο, στο Λονδίνο,15
γιατί λιγουρευόμαστε τον δυτικό εκείνο
εξαίσιο πολιτισμό που έχουν οι Ευρωπαίοι
κι εμείς πολύ το θέλουμε να γίνουμε έτσι ωραίοι.
Πώς τάχα αυτοί κατάφεραν να δώσουν τέτοια λύση;
Πώς κάναν τον πολίτη τους αξιοπρεπώς να ζήσει20
σε κράτος πρόνοιας σωστό, με εισόδημα μεγάλο,
με ωραίο κυκλοφοριακό και ό,τι θέλεις άλλο,
παιδεία υπερσύγχρονη, υγεία φροντισμένη,
δεν ζούνε οι πολίτες τους έτσι παρατημένοι,
όπως εμείς οι άχρηστοι, όπως εμείς οι βλάκες,25
στην ανεργία που ‘μαστε πρώτοι, μα και στις τράκες!
Βέβαια, δεν ισχύει αυτό για όλες τους τις τάξεις,
αλίμονο αν είσαι εκεί φτωχός ή μετανάστης.
Όμως για να τελειώνουμε μία είν’ η αλήθεια,
πως έχουνε πολιτισμό και το ‘χουν πια συνήθεια30
όλα να κοντρολάρονται ανθρώπινα κι ωραία,
μα εδώ βλέπω ένα πρόβλημα και σκέφτομαι μοιραία:
Καλώς τονεΠού πάει αυτή η ανθρώπινη η παντοδυναμία
τον «άρχοντα»!μήπως κακά εγκυμονούν ετούτα τα πρωτεία;
Μήπως αυτό το τέλειο, πανίσχυρο μοντέλο35
αλλιώς μας παρουσιαστεί και βάλει άλλο καπέλο,
αφού τόσο επενδύουμε στην δυνατότητά του
κι αφού του στρώνουμε έδαφος σαν έρθει παρακάτω
εμφανιστεί σωτήριο κι όλους μας γοητεύσει
και εξουσίας άλογο του δώσουμε κι ιππεύσει;40
Τι «μήπως» αφού ήδη πια αυτό έχει αλήθεια γίνει
και είν’ ανησυχητική η προοπτική που δίνει.
Μα θα ‘χει και συνέχεια τώρα η αρχή του μόνο
φάνηκε και επίτηδες σε απελπισίας δρόμο
μας έβαλε, για να μπορεί να ισχυριστεί πιο κάτω,45
πως τάχα αυτό θα εμπνευστεί πώς βγαίνουν απ’ τον πάτο.
Τόσο που μαρτυρήσαμε κι εμείς κι αυτοί κι οι άλλοι
καθένας για τους λόγους του, θα σκύψουμε κεφάλι
σε όποιον έρθει να μας πει και να μας δώσει λύσεις,
τέτοιες που η ανθρωπότητα όλη να προτιμήσει.50
Ίσως η γοητεία του όλους να μας μεθάει
κι ως ζαλισμένα πετεινά να δούμε να «πετάει»
και να μας πιάσει έρωτας και προσωπολατρεία
κι αυτός να εκμεταλλευτεί την τέλεια ευκαιρία.
Αφού έτσι το θέλουμε και έτσι το ποθούμε55
– τόσο που αγανακτήσαμε χαοτικά να ζούμε
κι έτσι όπως σφίγγει ο κλοιός και φέρνει απελπισία –
να λύσουμε το πρόβλημα, να βρούμε την ουσία
ανθρώπινα και όμορφα, απλά, πολιτισμένα,
με τα έξυπνά μας τα μυαλά που νέα δεδομένα60
είν’ έτοιμα πια να δεχτούν και να εμπιστευτούνε
αυτόν που στο αδιέξοδο βρει λύση και να πούνε:
«Καλώς τονε τον άρχοντα, τον μέγα, τον σπουδαίο,
χρόνια τον περιμέναμε έτσι σωστό κι ωραίο!».
Εκείνο τοΚαλομελέτα κι έρχεται ο «τέλειος σωτήρας»!65
άτιμο «αντί»…Θα τον καλοδεχτούμε ευθύς, γιατί θα ‘χει «στας χείρας»
σκήπτρο εξουσίας δυνατό γι’ αυτό ήδη κουρδίζει
το βέβαιό μας το μυαλό να λέει και να νομίζει
πως βλέπει αυτό ξεκάθαρα ποιά είναι η αλήθεια
και να ‘χει σ’ όλα άποψη και ν’ αποκτάει συνήθεια70
να νιώθει παντοδύναμο, πως δεν θα κινδυνέψει
ποτέ κι αν κάποιος πονηρά πάει να το πλανέψει,
να νιώθει πάντα βέβαιο ότι θα ξεχωρίσει
τον αγαθό απ’ τον πονηρό για να ακολουθήσει.
Έτσι ποντάρει ισχυρά στην τέλεια λογική σου75
αυτήν που εμπιστεύεσαι κι έχεις για οπτική σου,
στην βεβαιότητά σου πως οι σύγχρονες απόψεις
προετοιμάζουνε σωστά το δρόμο και τις όψεις
εκείνες του ανθρώπινου σπουδαίου μεγαλείου,
που έχει την καρδούλα μας κλειστή εντός ψυγείου,80
για να μην μείνει ανοιχτή, πονέσει και ματώσει
κι αυτό το άθλιο σχέδιο έτσι το ματαιώσει,
μέσα από ταπεινότητα, μετάνοια, συγγνώμη,
που ‘ναι οι μόνοι της καρδιάς οι αληθινοί οι δρόμοι.
Αυτός θα ‘ρθει μονάχος του να πείσει πως θα σώσει,85
τέλειο σαν να ‘ναι θεϊκό το σχέδιο θ’ απλώσει.
Κι εμείς ετοιμαζόμαστε ο σούπερμαν να έρθει,
να βάλει και την μπέρτα του κι όλα να τα παρέχει.
Ό,τι επιθυμήσαμε αυτός θα μας το δώσει,
αναρωτιέμαι απ’ αυτόν, ρε, ποιός θα μας γλυτώσει,90
όταν τον προσκυνήσουμε μες στην απελπισία,
που στρώνει τώρα επίτηδες για να ‘ναι σωτηρία
στο μαύρο αυτό το χάλι μας ό,τι προτείνει εκείνος;
Θα λέει πως είναι ο Χριστός, μα αυτός θα ‘ναι το κτήνος.
Καθ’ όλα αξιαγάπητος, με αγάπης δήθεν ρήσεις,95
τι νόμισες, με κέρατα θα ‘ρθει να τον γνωρίσεις;
Αφού γυρεύουμε Χριστό να βρούμε σ’ έναν μάγκα
ή ακριβώς ψευτόμαγκα με δύναμη και φράγκα,
που να ‘ναι ερωτεύσιμος κι έτσι να κατακτάει
τις εντυπώσεις της καρδιάς κι εκείνη να χτυπάει,100
που αιώνες τόσους ήτανε συνέχεια ναρκωμένη
και να θαρρεί πως ξύπνησε η δόλια, η καημένη!
Τόσο πολύ θα ελκύεται ο κάθε πικραμένος,
που θα ενθουσιάζεται σαν να ‘ναι ερωτευμένος,
γιατί αυτή η χημεία του που πάντα την νομίζει105
για αληθινά αισθήματα, τότε θα τον ζαλίζει,
αφού την ξέρει ο πονηρός και αυτήν εξουσιάζει
κι έτσι απ’ αυτήν θα τρέφεται και πρόσωπα θ’ αλλάζει,
για να ‘ναι σ’ όλους αρεστός και πολυαγαπημένος,
θα φαίνεται να ‘ναι ο Χριστός, πολύ χαριτωμένος!110
Και θα αισθάνεται καθείς αλήθεια ότι πετάει,
αφού τα δει σ’ εκείνονε όλα όσα λαχταράει.
Θα νιώσει ότι είν’ ελεύθερος και καταξιωμένος,
δεν θα καθίσει να σκεφτεί πως είν’ παγιδευμένος.
Ποιός θ’ αρνηθεί το πέταγμα για την ταπεινοσύνη,115
που είναι πέρασμα στενό, μετάνοια που ‘χει οδύνη.
Θα τρέξει αμέσως στη στρωτή μεγάλη λεωφόρο
που απ’ άκρη σ’ άκρη θ’ απλωθεί και θα ‘χει όλο τον χώρο.
Μ' αλίμονο! Καταστροφή θα ‘ναι το πέταγμά μας
και θα ‘ναι η παγίδα μας τα ίδια τα φτερά μας,120
γιατί έτσι θα κολλήσουνε επάνω στο σιρόπι
που θα ‘χουν του Αντίχριστου οι άψογοι οι τρόποι
και θα του την χαρίσουνε τη μέγιστη εξουσία,
μα μόλις κατακτήσει αυτός όλη την κοινωνία,
θα δούμε στη συνέχεια το άλλο πρόσωπό του125
να τυρρανάει το δύστυχο κι υποτελή λαό του.
Ό,τι γυρεύουμε αυτός θα βάλει φορεσιά του,
θα μοιάζει να ‘ναι ευγένεια κι αυτή η ξιπασιά του.
Αυτός θα οικοιοπηθεί το κάθε τι, τα πάντα!
Δεν θα αφήσει τίποτα από την άλλη μπάντα,130
θα πει το λόγο του Χριστού με το δικό του στόμα,
μα θα ‘ναι για τη δόξα του αυτή του η εικόνα.
Γιατί Χριστός είν’ ο Σταυρός και η ταπεινοσύνη.
Να το χωνέψεις, φίλε μου, γιατί μέσα στη δίνη
και το μεγάλο μπέρδεμα που θα ‘χει το μυαλό μας,135
όταν ισχυριστεί αυτός πως είναι ο Χριστός μας,
εκείνο το άτιμο «Αντί» δεν θα το καταλάβεις,
τα λέει το Ευαγγέλιο, θα τρέχεις να προλάβεις,
και θα σε εμποδίζει πια η φαιά σου η ουσία.
Μόνο τα μάτια της καρδιάς θα ‘ναι η περιουσία!140
Όμως τα μάτια της καρδιάς δεν είναι οι χημείες
που λέμε συναισθήματα κι οι τάχα ευαισθησίες.
Δεν βλέπεις πώς χειρίζονται πια την ευαισθησία,
για να σε κάνουνε σ’ αυτήν να δίνεις σημασία,
κι έτσι να επαναπαύεσαι ότι θα βρεις το δρόμο145
γι’ αυτό και περισσότερο αυτή μου φέρνει τρόμο.
Γιατί το ξέρω, το ‘χω δει, πόσο μας ξεμυαλίζει
της περηφάνιας τα σκυλιά, πόσο μας τα ταΐζει.
Ποιός άραγε ευαίσθητος δεν νιώθει αδικημένος;
Μα απ’ το συναίσθημα αυτό βγαίνει δικαιωμένος!150
Και είναι η δικαίωση τεράστια παγίδα
γιατί δεν λήγεις πια ποτέ ετούτη τη παρτίδα
που σ’ έμαθε να αισθάνεσαι πως είσαι ο χαμένος,
μα να κομπάζεις απ’ αυτό ως καταξιωμένος,
αφού είσαι συ ευαίσθητος και όλοι σ’ αγαπούνε155
και δεν θα το τολμήσουνε ποτέ τους να σου πούνε
πως λάθη έκανες κι εσύ κι ότι είσαι καραγκιόζης,
γιατί έχεις χίλια άλλοθι, ώστε μ’ αυτά να σώζεις
μέσα από συναισθήματα κι από ευαισθησία
των άλλων την εκτίμηση και την φιλοδοξία160
που έχεις ως καλό παιδί, που σ’ όλα δίκιο έχει
και που το αδικήσανε, μα κοίτα το αντέχει!
Η τύφλα τουΓι’ αυτό και πρόσεξέ με εδώ, μια και με έχει πιάσει
αυτονόητουη τρέλα, τώρα να σου πω ό,τι με είχε σκάσει
χρόνια και χρόνια ευτυχώς και έκαψα τις φλάντζες165
κι έτσι καμμένη ως ήμουνα, βρήκα καλές «καβάντζες»,
όχι γιατί ήμουν έξυπνη, τ’ αντίθετο συνέβη,
μάλλον κουτή ήμουνα, γι’ αυτό η τύχη παρενέβη.
Και το κατάλαβα καλά, γιατί έψαξα να μάθω
τι ήταν αυτό που έπαθα να μην το ξαναπάθω!170
Και βρήκα, δόξα τω Θεώ, τι λένε οι φωτισμένοι
πως είναι αληθινά η καρδιά και τι αυτή προσμένει.
«Καρδιά είναι μία σκοτεινή, μία μικρούλα φάτνη,
που μέσα της ποθεί να ‘ρθει η αληθινή Αγάπη.
Θα ‘ρθει όμως για να γεννηθεί μόνο αν πρώτα σβήσεις175
το φως του ψεύτη εγωισμού και μόνο αν το ζητήσεις
αυτό το αληθινό το φως που είναι η Αλήθεια
και που εξαρχής σου έδωσε Πνοή μέσα στα στήθια.
Παρ’ το χαμπάρι απ’ Αυτό, Φως άλλο δεν υπάρχει,
κι ό,τι τα μάτια βλέπουνε είναι απλώς μια απάτη,180
όταν ο νους δεν το ζητάει απ’ την πηγή να πάρει,
γιατί για φώτα ψεύτικα έχει αυτός καμάρι
είτε γιατί είναι έξυπνος είτε γιατί αξία
παίρνει απ’ ό,τι ανθρώπινο φαίνεται να ‘χει ουσία».
Μάτια δεν έχεις, το λοιπόν, όσο έξυπνος και να ‘σαι,185
γιατί το Φως είναι Αυτός που τώρα δεν θυμάσαι.
Αυτός που έκανε τυφλούς να βγουν απ’ το σκοτάδι,
Αυτός που Φως πλημμύρισε ακόμα και τον Άδη,
κι εσένα σε προόρισε να γίνεις όμοιός Του
μα σ’ άφησε ελεύθερο να το ζητάς το Φως Του190
μήπως τυχόν και προτιμάς το ψεύτικο του άλλου,
αυτού του πλάνου γητευτή, του ψεύτη παπαγάλου.
Σε θέλει ελεύθερο ο Χριστός, μα ο αντίπαλός Του
ψωνίζει τους πελάτες του με ό,τι βρει εμπρός του,
ποζάρει απροκάλυπτα σ’ ωραίες διαφημίσεις:195
«Έχουμε ωραίο μαγαζί» λέει «να μας προτιμήσεις»!
Και συ τσιμπάς σ’ αυτόν που λέει: «πελάτης μου εσύ γίνε»
κι έτσι αυτός το έδαφος μας στρώνει, για να είναι
σε θέση να μας πει μετά πως είναι ο σωτήρας,
ενώ του ηφαιστείου του βράζει πια ο κρατήρας.200
Γι’ αυτό μην το καυχιέσαι εδώ πως τάχα εσύ ξέρεις.
Κάθησε στη γωνίτσα σου και ίσως καταφέρεις,
αν καταλάβεις πως εδώ στην τύφλα είμαστε όλοι,
και πρόσωπα δεν είμαστε παρά μονάχα ρόλοι,
τότε ίσως να το αισθανθείς κι ίσως κατανοήσεις205
πως δεν μπορείς ζωή να βρεις και να σκηνοθετήσεις,
γιατί είσαι ελεύθερος μονάχα να διαλέξεις,
ποιόν σκηνοθέτη τελικά θ’ ακούσεις για να παίξεις:
Εκείνον που είναι αληθινός του έργου Δημιουργός μας
ή του άλλου που το πέρασε δικό του κι είναι εχθρός μας;210
Μην περιμένεις στο παρόν να τονε δεις εμπρός σου,
μα πρόσεξε το σχέδιο που καταστρώνει εντός σου,
θα έρθει και η ώρα αυτή που θα φορέσει σάρκα,
μα ως τότε μέσα στο μυαλό που ‘χουμε κάνει τσάρκα.
Βουλιάζει Γι’ αυτό και περισσότερο πονάω για την παγίδα,215
το καράβιενώ ο Σωκράτης το ‘χε πει «εν οίδα ότι ουδέν οίδα»,
εμείς όλα τα ξέρουμε και νιώθουμε σπουδαίοι
και παγιδεύονται σ’ αυτό οι ανήσυχοι κι οι νέοι,
καθώς τα δεδομένα μας τα κάνουμε κολώνες,
ενώ ο Σωκράτης το ‘πε εδώ και είκοσ’πέντε αιώνες!220
«Το πιο πολύ που δύνασαι ίσως να καταφέρεις,
είναι να δεις ξεκάθαρα πως τίποτα δεν ξέρεις».
Μα εμείς είμαστε σίγουροι πως ξέρουμε πού πάμε,
γιατί την καταξίωση να βρίσκουμε κοιτάμε
στην ψεύτικη την αίσθηση πως δήθεν εννοούμε,225
ποια είναι η λύση στο στραβό και πώς πρέπει να ζούμε.
Μα στην πραγματικότητα το μόνο που μας νοιάζει,
είναι να έχουμε άποψη, ώστε να μας θαυμάζει
ο κάθε ένας που τσιμπάει στις βεβαιότητές μας
και να υψώνεται ψηλά ο μάταιος αμανές μας.230
Έτσι ο καθένας στην ορμή των υποστηρικτών του
αισθάνεται τη συντριβή των μισητών εχθρών του
κι έτσι χορταίνει ο οργανισμός από αδρεναλίνη
και φεύγει η μαύρη πλήξη μας που τόσο μας τη δίνει
μέσα σε πνεύμα ενότητας και δίκαιων αγώνων,235
μα το ίδιο έργο παίζεται στα βάθη των αιώνων.
Υπήρξαν βέβαια αγωνιστές που δώσαν τη ζωή τους,
μα δες πως κι αν αλλάξανε κάτι στην εποχή τους,
που στάθηκε σωτήριο την δεδομένη ώρα,
γινήκανε χειρότερα τα πράγματα στο τώρα,240
γιατί αυτοί αγωνίστηκαν να φτιάξουνε μια βλάβη,
μα φτάσαμε στο έλεος, βουλιάζει το καράβι
ολόκληρο απ’ αόρατους εχθρούς σ’ ομίχλη μαύρη
και δεν γνωρίζει πια κανείς πού μια σχεδία να βρει.
Και μεις το συνεχίζουμε το ίδιο αυτό το ποίημα245
και μοιάζει η όποια αντίδραση σα βαρετή κομπίνα.
Φτιάχνουμε οικοδομήματα με ιδεολογίες,
συστήματα, πολιτικές, κόμματα και πορείες.
«Επ» χωρίςΜα οι φίλοι που τους χάσαμε, μου μήνυσαν το βράδυ
ανάσταση!να βγούμε απ’ της ύπνωσης το μαύρο μας σκοτάδι.250
Εκείνοι αγωνιστήκανε για να ελευθερωθούμε
και μεις σαν λέμε λευτεριά, τη βόλεψη εννοούμε.
Και τρέχουμε σαν τους λαγούς να ζήσουμε ματαίως
κι είν’ η αναισθησία μας πασιφανής ευρέως.
Γι’ αυτό ο λαγός κοιμήθηκε κι έφτασε η χελώνα,255
γιατί στα πόδια πόνταρε, ξέχασε τον αγώνα.
Αγώνας είν’ ο πόθος μας για την Ελευθερία
κι όχι ο καφές που πίνουμε μετά απ’ την πορεία.
Αγώνας είναι να κυλάει μες στην καρδιά το αίμα
και να ξερνάει αυτόματα τη λήθη και το ψέμα.260
Είναι να μη βολεύεσαι σε στείρες οργανώσεις
και τους «νεκρούς» να νοιάζεσαι πώς να τους ξεσηκώσεις!
Γιατί νεκροί γινήκαμε όλοι απ’ άκρη σ’ άκρη,
στο χώμα πια ξοδεύεται το κάθε μας το δάκρυ.
Και ουρανό δεν βλέπουμε σκυφτοί παραπατάμε265
σε μάταιο λαβύρινθο τα χρόνια μας σκορπάμε.
«Ελευθερία ή θάνατος» απόμεινε να πούμε
κι αν προτιμάμε λευτεριά να ψάξουμε να βρούμε,
γιατί κοιμήθηκε η καρδιά, ποιός σκλάβα του την έχει,
ποιός πάγος τηνε πάγωσε κι άλλο η Πηγή δεν τρέχει;270
Εγώ άλλο πια δεν το μπορώ να ζω στην παγομάρα,
απ’ την πολύ λαχτάρα μου μοιάζω στον Τσε Γκεβάρα!
Και δεν γουστάρω άλλο πια αυτό το δήθεν γλέντι
ούτε ψευτοπαρηγοριά μες σε παρέες trendy!
Ούτε καφέδες και ποτά, σάλτσες και συζητήσεις,275
θέλω επειγόντως ζεστασιά κι όχι αναζητήσεις.
Τα μπούχτισα τα ψέματα και τις δικαιολογίες,
στου θάνατου την αγορά τις πλάνες ευκαιρίες.
Την δήθεν σπουδαιότητα όλων των προσωπείων
κι εκείνη την ωμότητα ενστίκτων ηλιθίων.280
Το χώμα θα σκαλίσω εγώ, θα βγω από τη γλάστρα,
κι αν θέλουνε τις ρίζες μου, ας τις ποτίσουν τ’ άστρα!
Σε ολοκάθαρο ουρανό και ας με λένε ufo
γιατί αηδίασα πια το σπαγγέτι με tartufo!
Τις ψεύτικες παρηγοριές και τη σαχλή καψούρα,285
τις πόζες, τ’ άθλια άσματα και τη φθηνή ζαλούρα.
Τις νύχτες, τα ενδιαφέροντα για ψευτοπροσδοκίες…
Όλα μου μοιάζουν θλιβερές και απεχθείς κηδείες!
Η άθλια δικαίωση πως τάχα άλλοι φταίνε
για την ηλίθια ζωή που ολημερίς την κλαίμε290
ή που την καμαρώνουμε, όταν μας ξεγελάνε,
τα ίδια και τα ίδια πως στ’ αλήθεια το γλεντάμε.
Αυτή η βλακώδης άποψη που λέει πως ανθρωπάκια
είμαστε και γι’ αυτό είν’ καλό, κλωσσώντας αυγουλάκια,
πάνω τους να καθήσουμε σαν όρνιθες στο χώμα,295
ενώ είναι απαράδεκτο που δεν πετάμε ακόμα!
Κι έχουμε πόζα αριστερού κι επαναστάτη μέγα,
ζώντας σε σούπα χλιαρή μ’ ευαισθησίας μαρέγκα.
Αδιάφορο μας είναι το αν η δράση μας ισχύει
κι αν φέρνει αποτέλεσμα ή μόνο αν εσθίει300
ψεύτικες πόζες λαίμαργα, για να τις καμαρώνει
σε θέατρο παράλογου που δήθεν διαδηλώνει.
Σήμερα είν’ Παρασκευή, 17 Νοέμβρη,
επέτειος εξέγερσης, μα πού κανείς να εύρει
εξεγερμένους, έγινε κι αυτό μία συνήθεια,305
έτσι να εορτάζουμε χωρίς καμιάν αλήθεια,
την κάθε μία αφορμή που μας θυμίζει κάτι
με κόκα κόλες και ποπ κορν, μπρούμυτα στο κρεβάτι.
Όχι πως έφερε κι αυτή την τέλεια σωτηρία,
απλώς λίγο ανέβαλε την τελική κηδεία310
του πνεύματος και της καρδιάς που τώρα αργοπεθαίνει,
ενώ πια τότε ήτανε σ’ αγχόνη κρεμασμένη.
Δεν ξέρω όμως ποιός θάνατος στ' αλήθεια είν’ πιο ωραίος,
ο γρήγορος ή τάχα αυτός που ζήσαμε βραδέως;
Άντε καλή Ανάσταση στους πρώτους τους νεκρούς μας315
κι εμείς στο ΕΠ! ας θάβουμε τους μελλοθάνατούς μας…
Γιατί ζωή δεν είν’ αυτό που ζούμε εδώ πέρα,
μα είναι η στέρεη πνοή σαν κράζουμε «ΑΕΡΑ»!
Και ο στερνός ο ήρωας σ’ αυτήν την τραγωδία
απόμεινε ο πόθος μας για την ελευθερία,320
αν καταφέρνει κι επιζεί στα φύλλα της καρδιάς μας
κι αρνείται τα δολώματα της πλαστικής χαράς μας
κι αν προτιμάει να πενθεί στης λήθης την αιθάλη,
γιατί είναι εδώ αληθινά Παρασκευή Μεγάλη!
Μα εστιάζουμε αλλού, να λύσουμε ανθρωπίνως325
όλα μας τα προβλήματα, ενώ είναι καρκίνος
σε τελευταίο στάδιο πια η κατάστασή μας,
και δεν γνωρίζει φάρμακο η «τέλεια» λογική μας.
Ούτε η συντηρητική που όραμά της έχει
μία Κυβέρνηση ισχυρή που όλα να τα ελέγχει,330
ούτε η προοδευτική που θέλει να πατάξει
την μέχρι τώρα ισχύουσα πολιτική μας τάξη
με νέους ιδεολογισμούς και δήθεν συνασπίσεις,
που ‘ναι τουρλού απόπειρες για εσπευσμένες λύσεις,
ούτε η πρώην Αριστερά, ούτε κι η Αναρχία335
που αναζητάει αφορμές για να εκτονώνει βία.

~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ •~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~

ΟΙ ΑΝΕΝΤΑΧΤΟΙ – ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟΙ
Ακόμα ένα ράφιAκόμα και γι’ ανένταχτους έχει η εποχή μας ράφι,
στο μαγαζίγιατί έχουνε κι αυτοί ζουμί, αυξάνουν το χρυσάφι!
Αυτή η έξυπνη αγορά δεν τους αφήνει στράφι,
όπως κι ο Βασιλόπουλος, πουλάει απ’ το χωράφι
τα δήθεν βιολογικά για όσους προτιμάνε5
με ήσυχη συνείδηση πουλερικά να φάνε.
«Κοστίζουν ακριβότερα, μα κάτι παραπάνω
ας δώσω του συστήματος, δεν θέλω να πεθάνω».
Έτσι μου μοιάζουνε κι αυτοί οι ανένταχτοι κι ωραίοι,
οι πρώην οι αριστεροί που η καρδιά τους κλαίει,10
γιατί μείνανε άστεγοι και χάσανε το ζάρι
κι έγινε ο πλανήτης μας ένα αχανές παζάρι.
Έτσι του καπιταλισμού το ξύπνιο μαγαζάκι,
όλα τα προϊόντα του τα κάνει πακετάκι
και τα εμπορεύεται κι αυτά τα επαναστατημένα,15
μην την πατήσεις, φίλε μου, όλα είναι στημένα!
Δε λέω εγώ να βάλουμε τη μαύρη τη κουκούλα,
μα όχι και να νιώθουμε πως έξω απ’ τη σακούλα
βρεθήκαμε έτσι εύκολα γιατί είμαστε πιο μάγκες
και γιατί στήσαμε εκτός του μαγαζιού παράγκες.20
Να ξέρουμε τι είμαστε, να ξέρουμε πώς ζούμε,
να το παραδεχόμαστε και να τ’ ομολογούμε,
αντί να παριστάνουμε με την περιβολή μας,
πως τάχα εμείς την κάνουμε την επανάστάση μας.
Το μαγαζί είναι μέσα μας, φοράει και ταμπέλα,25
που γράφει «εναλλακτικός», πουλάει και καπέλα,
μπλουζάκια με συνθήματα, σουβλάκια, συναυλίες,
όλα είναι «προς πώλησιν», για φράγκα ευκαιρίες!
Και τρέχουμε οι «ανήσυχοι» κι επαναστατημένοι,
ενώ είναι ολοφάνερο, η πρόζα είναι στημένη…30
Αρκεί να έχουμε όνομα, ταυτότητα, αριθμούλη.
Ένα ΑΦΜ και είσαι ok, μην παίξεις και κρυφτούλι!
Κι ύστερα κάνε ό,τι θες κι ανάποδα περπάτα,
διαδήλωνε και φώναζε, πες τα άμα θες σταράτα…
Αυτοί κανάλια έχουνε, θα τρέξουν να καλύψουν35
όλη την επανάσταση και θα ‘χουν να μας πρήξουν
θέματα στις ειδήσεις τους και έκτακτα δελτία
κι αν κάνεις και καταστροφές, είν’ τέλεια ευκαιρία,
γιατί τα διαφημιστικά ωραία τους σποτάκια
πουλάν πολύ μετά απ’ αυτά τα επεισοδειάκια.40
Ωραίο τοΣτα ίσια σου το δείχνουνε και δεν καταλαβαίνεις:
στυλάκι σου!«Σου φτιάξαμε λαβύρινθο, όπου κι αν πας δε βγαίνεις!
Όσο κι αν επαναστατείς κι αν μας τα λες σταράτα,
τ’ αυτί μας δεν ιδρώνει πια, ούτε ζημιά ούτε γάτα!
Ωραίο το στυλάκι σου, μ’ αρέσει, πόσο κάνει;45
Κι εγώ είμ’ επαναστατικός, το γράφει στο Αρμάνι!
Θα πιω κι εγώ όπως κι εσύ ένα τσιγάρο μαύρο
και μέσα στην μαστούρα μου αντίδραση θε να βρω…
Και δεν μασάω, όλα είναι στυλ κι όλα εδώ πουλιούνται,
μ’ αρέσει που εκτονώνεσαι κι όλα σου συγχωριούνται50
κι έτσι κοιμάσαι ήσυχος το βράδυ ή πίνεις μπύρες.
Μ’ αρέσει η επανάσταση, αχ, από που την πήρες;
Έχει και φάση και παλμό, έχει κι ωραία τραγούδια,
ας είναι κουλτουριάρικα, ας έχουν και πρελούδια.
Έχει νεανικότητα και σφριγηλά κορμάκια,55
που είναι μούρλια, θα ‘θελα δύο χωρίς παγάκια!
Στο κάτω-κάτω της γραφής, μπορεί να σας πειράζει
το σύστημα, ο πόλεμος, μα κάνετε και χάζι.
Όμως το σπουδαιότερο που πιο πολύ γουστάρω,
είναι ο εφησυχασμός και απ’ αυτό θα πάρω!60
Γιατί έχετε άποψη κι αισθάνεστε ωραίοι,
με πόζα αντιδραστική δείχνετε πιο μοιραίοι,
μα ζείτε εδώ μαζί με μας και από τον ίδιο πάγκο
ψωνίζετε κινέζικα, πολλές φορές και μάνγκο!
Δεν έχω αλήθεια ξαναδεί πιο ωραίο μοντελάκι,65
τα έχει όλα, τι καλά να βγει σε καπελάκι!
Όταν μακρυά σας βρίσκομαι, σαν είμαι με τους άλλους,
πολύχρωμο να το φορώ και σαν τους παπαγάλους
να λέω όσα έμαθα από αυτό το τμήμα
της αγοράς που κι απ’ αυτά τα κόλπα βγάζει χρήμα.70
Αυτή η τάση είν’ ανοιχτή, δεν κάνει διακρίσεις,
εκφράζεται ελεύθερα και διατυπώνει κρίσεις
επί παντός επιστητού με όραμα και πλάνα,
που είναι υπερσύγχρονες, ούτε αεροπλάνα
δεν τρέχουν με ταχύτητα τόσο πολύ μεγάλη75
που τρέχουν οι ιδέες τους η μια πίσω απ’ την άλλη.
Γι’ αυτό σου λέω, σαν τους κοιτάς, τα μάτια λίγο κλείσε
κι αυτοί αλλάζουνε μεμιάς τον κόσμο στο άψε σβήσε!
Κι άμα τυχόν θυμώσουνε και πάλι αυτό έχει κέφι.
Αχ! Μου ‘ρχεται κι εγώ να βρω ένα ωραίο ντέφι80
και να ξαμοληθώ ευθύς μες στη συγκέντρωσή τους
κι έτσι να εκστασιαστώ χορεύοντας μαζί τους
και τραγουδώντας αγκαλιά νιώθοντας ενωμένος,
στιχάκια βαθυστόχαστα να λέω ξαναμμένος!
Αυτό είναι της ενότητας ο αληθινός ο δρόμος,85
α, ρε κορόϊδα, ελάτε εδώ και μη σας πιάνει τρόμος.
Τον κόσμο θα αλλάξουμε περνώντας έτσι ωραία,
μα κι αν δεν τον αλλάξουμε, ας κάνουμε παρέα,
να ξεχαστεί τουλάχιστον ο κάθε πικραμένος
γλεντώντας και ποζάροντας επαναστατημένος.90
Κλείστε τις τηλεοράσεις σας και τρέξτε εδώ μαζί μας,
γιατί είν’ για όλους ανοιχτή η επανάστασή μας!».
Κάνα «τσιγάρο»Μα εδώ αναρωτήθηκα για όλους είν’ αλήθεια;
δωσ’ τουςΓιατί μια ομοιογένεια μου φάνηκε συνήθεια,
πως έχουν να αισθάνονται σαν γκέτο οργανωμένο.95
Έχουν χαρακτηριστικά, είναι διαπιστωμένο!
Ακούν την ίδια μουσική, έχουνε στυλ στα ρούχα
κι αν έρθεις κι είσαι από αλλού τους φαίνεσαι «μπουρούχα»,
που πάει να πει ξενέρωτος στη γλώσσα τη δική τους,
γι’ αυτό το καπελάκι μου φόρα σαν πας μαζί τους.100
Εκείνο ντε, που αγόρασα και το ίδιο το μπλουζάκι,
που δείχνει φύλλο κάνναβης κι Ινδιάνο απ’ το Κεντάκυ!
Μ’ αυτό εντάξει φαίνεσαι και μοιάζεις για δικός τους,
μα αν θέλεις περισσότερα κάνα τσιγάρο δώσ’ τους,
μα όχι να ‘ναι αλβανικό, να λέει κάτι ο μπάφος,105
να ανεβάζει διάθεση, μην είναι κάνας τάφος!
«Άιντε και ανεβάσαμε μαζί με τα ντουμάνια
ψηλά την επανάσταση, δε μείναμε χαρμάνια
γιατί βαπόρι σφύριξε και φτάνει απ’ την Περσία
και χρόνια ο χασικλής μ’ αυτό κάνει την ανταρσία!».110
Μα μέσα στην μαστούρα του ελεύθερος είν’ άλλος,
που κάνει ό,τι θέλει αυτός και λέει ο «μεγάλος»:
Ωραία η αδιαφορία σου, μου κάνει για εργαλείο,
για να σου κλείσω την καρδιά καλά μες στο ψυγείο!
Έτσι όλοι οι χασικλήδες μας τον διάβολο αν βρούνε,115
θα στρίψουν το «τσιγάρο» τους κι έλα να πιείς θα πούνε!
Μα μην τα μάθουν όλα αυτά γιατί θα τσαντιστούνε
και δεν θα ξαναφήσουνε ξενέρωτους να μπούνε
μες στον ωραίο κόσμο τους που φτιάξαν να ξεχνάνε,
πως μες στην ίδια αγορά ψωνίζουν και πουλάνε.120
Άσ’ τους στο παραμύθι τους, που νιώθουν βερεσέ τους
και με γλυκό νανούρισμα, μια καληνύχτα πες τους.
«Μη μου θυμώνεις, μάτια μου, που φεύγω για τα ξένα»,
είναι που το βαρέθηκα κι αυτό εδώ το ψέμα!
Όλα τα έχουν«Καλέ, γιατί να τους τα πω, εγώ τα βρίσκω ωραία,125
στο μπαχτσέπήγαινε εσύ, όπου κι αν θες, θα έχω αυτούς παρέα.
Όλα τα έχουν στο μπαχτσέ, τίποτα δεν τους λείπει
και λένε πως το σύστημα το φτύνουν δίχως λύπη».
Μόνο δεν ξέρω, φίλε μου, και να, αναρωτιέμαι,
αυτοί πού αφοδεύουνε ή πώς αλλιώς το λέμε;130
Πού κάνουν την ανάγκη τους και πού μετά τα πάνε;
Έχουνε βόθρους ειδικούς που όλα τα χωράνε;
Γιατί είναι του συστήματος όλοι οι υπονόμοι,
αυτοί όμως είναι αντίθετοι με την δική του γνώμη.
Μα γιατί να σκοτίζομαι, ούτε κι αυτούς τους νοιάζει,135
εύκολα ξεμπερδεύουνε μ’ αυτά και κάνουν χάζι.
Χαλάν τον κόσμο γύρω τους με τις διαδηλώσεις
κι αισθάνονται ομαδικά σ’ αυτές τις οργανώσεις.
Και dealing γίνεται καλό μες στις «επαναστάσεις»
και θα γουστάρεις άμα πας, τι κάθεσαι να σκάσεις;140
Γιατί εκεί έχουν πρόσωπο και νιώθουν πως γλυτώνουν,
δεν πάνε στον ψυχίατρο, αφού όλα τα μπαλώνουν,
και την συντροφικότητα και την εκτόνωσή τους
και το ωραίο στυλάκι τους και την αντίδρασή τους.
Κι ωραία ζευγαρώματα τις νύχτες με φεγγάρι,145
όπου ξεχνάν και τ’ όραμα και φεύγουνε στον Άρη!
Και να! Μ’ αυτά ξεφεύγουνε κι απ’ την απελπισία,
πάνε συχνά στην Αφρική μέχρι και στην Ασία
και κάνουν έτσι τουρισμό, κοινωνικό τον λένε,
αντί να κάθονται εδώ κι αντί να μυξοκλαίνε.150
Πηγαίνουν εκεί τάχατες τους άλλους να βοηθήσουν,
μα στην πραγματικότητα θέλουν μ’ αυτό να ζήσουν
λιγάκι περιπέτεια, τα αίματα ν’ ανάψουν
και έτσι τη ρουτίνα τους όσο μπορούν να κάψουν.
Είναι σου λέω οι καλύτεροι, νιώθουν δικαιωμένοι,155
γιατί δεν συμβιβάζονται, λεν πως αδικημένοι
είναι, γιατί συντάσσονται με αυτούς που υποφέρουν
κι όπως στα δάση ο Ρομπέν, λεν θα τα καταφέρουν.
Έτσι ποτέ μες στο μυαλό δε βάζουν στενοχώρια,
γιατί έχουν ενότητα κι εμάς μας βάζουν χώρια.160
Μας κοροϊδεύουν, μας κοιτούν αφ’ υψηλού και βάλε,
γιατί βρίζουν το σύστημα και αντιδρούν, μεγάλε!
Δεν τους κοστίζει τίποτα, γεμίζουν ενδιαφέρον,
περνάνε και την ώρα τους, ούτε κι αυτός ο Νέρων,
που ήταν αυτοκράτορας και έκαψε τη χώρα,165
δεν αισθανότανε Θεός, όσο εκείνοι τώρα…
Το θέμα είν’ όπως φαίνεται, να την περνάς ωραία
με «ανήσυχη» συνείδηση και με καλή παρέα.
Να είσαι κι εναλλακτικός, να ‘σαι και multi-culti,
να μην περνάει η ζωή μπροστά στο χαζοκούτι.170
Αυτό είναι σαν τηλεόραση με στυλ και περιπέτεια,
θέλω κι εγώ σενάρια απ’ αυτά, πέντε πακέτα!
Εδώ είναι όλα πλαστικά, αυθεντικά όμως μοιάζουν,
ναρκώθηκε η ζωούλα μας και έτσι μας φαντάζουν
για αληθινά τα ψεύτικα αρκεί να φύγει η θλίψη,175
να μη τυχόν δεν είσαι up και αποκτήσεις τύψη
και μοιάζεις να ‘σαι μίζερος κι άλλοι σε πουν καρμίρη,
μάλλον γι’ αυτό το στήσανε κι αυτοί το πανηγύρι.

~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ •~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗΣ
Το αγορασμένοΔεν είναι πως το χαίρομαι αντίθετα πονάω,
«περιθώριο»ντρέπομαι, μα τα λέω αυτά κι ίσως να σας τη σπάω,
γιατί κι εγώ προχώρησα σε τέτοια μονοπάτια
και σ’ όλα έδωσα ψυχή, καβάλησα και άτια,
μα ευτυχώς δε μ’ άρεσε αυτή η κοινωνικότις5
και πάθαινα κατάθλιψη, γιατί ένιωθα προδότης,
αφού ποτέ δεν χώραγα ή ήμουνα πιο λίγη,
ενώ το θέλησα αρχικά κι ο εγωισμός μου επλήγη
που δεν το μπόρεσα κι εγώ να μπω μες στο παιχνίδι,
αφού ήμουν στις παρέες τους, το ‘χα δηλώσει ήδη.10
Μα έβλεπα τους φίλους μου και να ‘ναι επαναστάτες
και να τη βγάζουν μια χαρά κι οι τσέπες τους γεμάτες
και δεν το καταλάβαινα πώς γίνεται αυτό τάχα
και πρώτοι στις πωλήσεις τους και όχι αυτό μονάχα,
μα να τα λένε μια χαρά με το σπαθί στο χέρι15
κι ύστερα να το βάζουνε στη θήκη, δε συμφέρει
να το τραβάνε εκεί μπροστά σαν είναι στον καθρέφτη,
μην τους φωνάξει το είδωλο: «Εσύ δεν φταις, ρε ψεύτη;».
Που υψώνεις έτσι τη φωνή κι αισθάνεσαι ωραίος,
που έχεις φτιάξει κι οπαδούς που λένε: «είν’ σπουδαίος!».20
Και μοιάζεις με την τρύπα αυτή, εκείνη την βαλβίδα,
που έχει το κεφάλι μας να μη λασκάρει η βίδα
και εκτονώνει υδρατμούς για να γλυτώσει η χύτρα;
Μήπως το εισιτήριο που βάζεις είναι λύτρα,
που τα πληρώνεις σε αυτούς που βρίζεις μέρα-νύχτα25
κι αυτοί που σε λατρεύουνε φωνάζουν: «μάγκα, ρίχ’ τα!»,
για ν’ αγοράζεις έντιμα το περιθώριό σου,
το στυλ σου και την άποψη και σπίτι στο χωριό σου
και να νομίζεις πως θα ‘ρθει η μέρα να γλυτώσεις
και ν’ αποδράσεις μόνο εσύ απ’ το κακό της πτώσης,30
γιατί έχεις καταφύγιο με άποψη και θέα,
με οξυγόνο και μπαχτσέ που βγάζει αγγούρια ωραία;
Ωραίος ο επίγειος αυτός παράδεισός σου,
μα τι θα κάνεις με αυτόν τον έρμο θίασο σου;
Έτσι που τους καψούρεψες και νιώθουνε δικοί σου,35
πες το μου, είναι και αυτοί μες στην απόδρασή σου;
Αυτούς που σε λατρεύουνε και που σε συντηρούνε
και που δεν ήταν τυχεροί ψηλά για ν’ ανεβούνε,
πες τους, πού να την βάλουνε την επανάστασή σου
και τι να κάνουν, όταν πια περάσει η εποχή σου;40
Να βρούνε μάγκα άλλονε για να χρυσοπληρώσουν
κι έτσι την επανάσταση να την ανακυκλώσουν;
Για να υπάρχει πάντοτε, μα μόνο σαν ιδέα,
αυτοί να ξεσηκώνονται και κάποιοι άλλοι ωραία
να ζουν και να εμπορεύονται το πάθος τους με τέχνη;45
Αυτή είναι η πολιτική που έχεις, καλλιτέχνη;
Οι «σκληροί»,Εντάξει, εσύ το έκανες το χρέος ν’ αφυπνίσεις,
οι καψούρηδεςμα αφού έτσι τους ξεκούνησες, πώς τώρα θα αφήσεις
και οιτο πλοίο ακυβέρνητο σαν βγήκε απ’ το λιμάνι
εισπράξειςκαι τον καημένο αυτόν τον fan που μοιάζει με χαρμάνι50
κι όταν σε βλέπει αυξάνονται στα χίλια οι παλμοί του,
γιατί βλέπουν τα μάτια του τον πρωταγωνιστή του;
Θα τον αφήσεις έρημο, για να ‘ρθει ένας άλλος
να του τα πει απ’ την αρχή, ωραία σαν παπαγάλος,
φτάνει να είν’ ο ακροατής συνέχεια διεγερμένος,55
για να ζητάει ινδάλματα κι ήρωες ο καημένος;
Πώς τον αφήνεις σύξυλος να ‘ναι κι ερεθισμένος,
του άναψες τα αίματα και είν’ ερωτευμένος.
Μου μοιάζει με τον σκύλο μου σε οίστρο όταν είναι…
«Άκου μαέστρο μου» σου λέει «για πάντα έτσι μείνε!».60
Και στο φωνάζει σύνθημα κι εσύ το καμαρώνεις,
μ’ αυτή του την παράνοια ζωή ωραία στρώνεις.
Μα έρχονται κάποιες στιγμές που σου τη δίνουν όλα,
σε πνίγει η τόση εμμονή κι η ισχυρή της κόλλα.
Θες να κρυφτείς απ’ τα βαμπίρ που ‘χεις δημιουργήσει,65
γιατί το αίμα σου ζητάν, το πράγμα έχει ζορίσει.
Αυτόν όμως τον ρώτησες, που είναι ξαναμμένος,
στο κάτω κάτω πλήρωσε κι ας είναι χρεωμένος,
όχι για να σε δει απλώς και μόνο να σ’ ακούσει,
γι’ αυτόνε είσαι ζωντανή… τροφή κάτι σαν σούσι!70
Άλλωστε σου ‘χει τη ζωή ολόκληρη αυτός φτιάξει,
τα σπίτια, την υπόληψη, την μούρη, το αμάξι,
όλα αυτός τ’ αγόρασε, για να σε έχει πάντα
να τον εκφράζεις, να τα λες και να σε κάνει μάγκα.
Πού να το φανταστεί αυτός στα ωραία σου τα λόγια75
– ίσως να σε φαντάζεται να ζεις και σε υπόγεια,
αφού είναι επαναστατική η κάθε σου κουβέντα –
ότι καρπούζι τρως εσύ κάτω από την τέντα
και σχεδιάζεις τι σκεπή θα ‘χει το εξοχικό σου;
Κι όταν ακούει το λόγο σου τον αντιδραστικό σου80
ή εκείνον τον ερωτικό και τον πολύ φευγάτο,
ξέρει το πορτοφόλι σου πως είν’ καλά γεμάτο
και ετοιμάζεσαι μ’ αυτό να τον εγκαταλείψεις;
Δεν εννοώ στην τέχνη σου, εκεί θα τον ρουφήξεις
μέχρι τα τελευταία σου με χίλιους δύο τρόπους.85
Ούτε βεβαίως στη δόξα σου που πάντα θέλει ανθρώπους
που να την τρέφουνε, μα, να, σ’ εκείνη τη ζωή σου,
αφού έλεγες «ταυτίζομαι και προχωρώ μαζί σου»,
γι’ αυτό έμοιαζε η τέχνη σου ειλικρινής με μπέσα
κι έτσι μ’ αυτό τους ζάλισε και κέρδισε η μπαμπέσα90
τα χρήματα, τον θαυμασμό και την εμπιστοσύνη,
μ’ αυτοί μείναν μονάχοι τους μες στης ζωής τη δίνη,
παρέα με τα τραγούδια σου κι εσύ περνάς ωραία
σαν συνταξιούχος παραλής με σπίτια που ‘χουν θέα…
Εντάξει, να τα χαίρεσαι, μα μη πουλάς και μούρη,95
πως είσαι διαφορετικός και μ’ έκανες καψούρη
να θέλω έτσι και εγώ να γίνω σαν και σένα,
όλα να τα περιφρονώ, μα να ‘ναι κερδισμένα!
Κι εσένα λέω που είσαι ροκ ή έτσι μας το παίζεις
που θέλεις με ηλεκτρικές κιθάρες να εμπαίζεις100
τον αφελή τον κόσμο μας, αυτόν τον «λαουτζίκο»
και ετοιμάζεις με ορμή και με στολή από τσίγκο
τη νέα σέχτα των σκληρών με αρχηγό εσένα
και βρίζεις και βαράς τη ντραμς, μη μου τα λες εμένα,
ότι το ψέμα αρνήθηκες κι αντέδρασες σε όλα105
με τα πετάλια που πατάει η ακριβή σου σόλα
κι ότι σου φαίνονται μελό οι συμπεριφορές μας
γιατί έβαλες ανάποδα για φορεσιά το χτες μας
κι ένιωσες πρωτοποριακός και σκλήρυνες στη φάτσα
για να δηλώσεις ροκ θαρρείς κι αυτό είναι μια ράτσα!110
Λοιπόν, θα σε ειρωνευτώ γιατί έτσι αξίζει
σε όποιον κάνει τον σκληρό και μόνο μαϊμουδίζει.
Ο Χέντριξ, ο Τζιμ Μόρισον, οι Ρόλινγκ Στόουνς κι οι άλλοι
εμπνεύστηκαν το κουρδιστό εκείνο πορτοκάλι
κι εκφράσαν μ’ ειλικρίνεια αυτό που ήταν παρόν τους,115
δεν λάτρεψαν όπως εσύ κανένα παρελθόν τους.
Βέβαια, γίναν θύματα της νεανικής ορμής τους,
μα φυσικά τους γέννησε το φιλμ της εποχής τους
και γίναν πρωταγωνιστές σε πυρκαγιά μεγάλη
και αυτοπυρπολήθηκαν, για να βρουν κάποιοι άλλοι120
έκφραση και διέξοδο σ’ εκείνη την κραυγή τους,
που ήτανε αυθεντική και βγήκε απ’ την ψυχή τους,
την ώρα που άρχισε παντού πια το μπετόν να πήζει
κι η παγωνιά της λογικής έτσι να εμποδίζει
τη ζεστασιά μες στην καρδιά και η υποκρισία125
μετά από τον πόλεμο να φέρνει αναισθησία
σε όλα τα επίπεδα με πρόσχημα τα νέα
μοντέλα σύγχρονης ζωής που στρώνονται χυδαία.
Αντέδρασαν αυτόματα, δε βάλανε «κεφάλι»
και έμοιαζε το ουρλιαχτό μ’ αυτό που το τσακάλι130
κάνει σαν αφουγράζεται κίνδυνο να ζυγώνει,
όταν εχθρός καραδοκεί και το αίμα του παγώνει.
Γι’ αυτό οι νέοι βρήκανε στο ροκ της εποχής τους
φωνή να διατηρήσουνε τη φλόγα στην ψυχή τους,
που τρεμοέσβηνε γοργά κι ερχότανε η ώρα135
τα πτώματα να κυβερνούν στου θάνατου τη χώρα.
Μα αυτό ήταν αναπόφευκτο κι έγινε έτσι εν τέλει
κι απόμεινε απ’ το κίνημα ο φόρος και τα τέλη,
που πλήρωσαν με την πικρή αυτοκαταστροφή τους
αυτοί οι τόσο ευαίσθητοι νέοι στην εποχή τους140
κι ατόφια μας την άφησαν σε μουσική και στίχους
που μοιάζουνε με της καρδιάς τους τελευταίους χτύπους.
Γιατί ύστερα ήρθε ο θάνατος γι’ αυτούς, μα και για όλους!
Το ’80 ξεπουλήθηκαν τα πάντα στους «διαβόλους»,
τα τελευταία ροκ άσματα, τα κύκνεια τραγούδια145
τα κρέμασε ο κόσμος μας σαν πλαστικά αγγελούδια
στο ψεύτικο το δέντρο του, στης αγοράς το ράφι
κι ας βαυκαλίζεσαι εσύ κι όλο σου το σινάφι
ότι είστε ροκ κι αντίδραση φοράτε μα σαν μάσκα
μ’ εξοπλισμό αντίστοιχο και στο κεφάλι κάσκα.150
Ενώ τρέχουν τα σάλια σας για χρήμα κι εξουσία
και παγιδεύετε σαχλά τη νεαρή ηλικία
πουλώντας της για πόζα ροκ τ’ αναμασήματά σας
και όσα συμφωνήσατε μες στα συμβόλαιά σας
που τόσα χρόνια είχατε συνάψει με εμπόρους155
και τώρα που πλουτίσατε φτιάχνετε νέους χώρους
να δείξετε αυτόνομοι πως είστε και ωραίοι
και πως τώρα το σύστημα άλλο δε σας εμπνέει,
γιατί είστε αντιδραστικοί, όμως με τα λεφτά σας
κι αφού η φιλοδοξία σας χόρτασε την καρδιά σας.160
Τώρα πια διατείνεστε πως ήχους δήθεν νέους
φτιάχνετε και «πειράζετε» με ελιγμούς σπουδαίους,
με μηχανήματα ακριβά, παραγωγές χλιδάτες,
για να μας πείσετε μ’ αυτό πως έχετε φευγάτες
ιδέες καλλιτεχνικές κι ότι μπανάλ δεν είστε,165
αφήστε άλλοι να κρίνουνε και νέα στούντιο χτίστε
και δείξτε μας το θράσος σας, τον λυρισμό που βρίζει,
θαρρείς και είν’ η έκφραση δικό σας μετερίζι.
Αν κάνετε μνημόσυνο στο ροκ του παρελθόντος
θα ‘ρθω μαζί σας, γιατί αυτό έχει μια αλήθεια όντως,170
μα όχι να το παίζετε και παρθενογενέσεις
και να μας κοροϊδεύετε με υποκρισίας ενέσεις,
για να πιστέψουμε εντελώς πως έχετε στο νου σας
στ’ αλήθεια νέα πρόταση ή έστω του κενού σας
ειλικρινή κατάθεση κι ακέρια ομολογία,175
ενώ είστε με το σύστημα ομόρρυθμη εταιρεία.
Κι αφού ανακατώσατε και λίγη καραγκούνα
με λούπες και ηλεκτρικό ήχο από κουδούνα
που έχουνε τα πρόβατα με λίγη ροκ μουρμούρα,
αναμειγνύοντας καλά διανόηση με μαστούρα,180
άιντε και λίγο της γιαγιάς κανένα παραμύθι,
νομίσατε πως άποψη με στυλ και νέα ήθη
εγκαινιάσατε, γι’ αυτό οι νέοι που διψάνε
σας λογαριάζουν για θεούς και σας χειροκροτάνε
και σας περνούν για ειλικρινώς επαναστατημένους…185
Τι να τους πω απελπίζομαι που έτσι τους καημένους
τους βλέπω να επενδύουνε στο κάλπικο όραμά σας
και στα επιχειρηματικά πανέξυπνα μυαλά σας,
που πιάσανε τον πόνο μας και την απελπισία
και οργανώσαν σχέδιο και φτιάξαν περιουσία190
χορεύοντας «ηρωικά» πάνω σ’ αποκαΐδια
και ξεζουμίζοντας ξανά τα αισθήματα τα ίδια,
μα σε τουρλού πια έκδοση, που του θυμού η μαυρίλα
σε στυλ ψευτοαντίδρασης φέρνει ανατριχίλα.
Σιγά μη ρίξετε εσείς την υψηλή σας μούρη195
στο λυρισμό και το μελό, που είναι για τον λιγούρη.
Εσείς είστε περήφανοι, άρχοντες ροκ, στυλάτοι
κι έχετε πόζα ακριβή, πάντοτε ντελικάτη.
Του κάθε ενός ευαίσθητου κι απλού πια καλλιτέχνη
σας αηδιάζει η άμεση και η πηγαία του τέχνη.200
Σας φαίνεται για χλιαρή, μπανάλ, μελό, κιτσάτη
και τον κοιτάτε αφ’ υψηλού, τον λέτε και χωριάτη,
γιατί δεν έχει αυτός μυαλό τόσο πολύ ψαγμένο,
όσο έχει το κεφάλι σας το υπερφορτωμένο
με μόρφωση, διανόηση, κουλτούρα και ιδέες,205
που είν’ ωραίος αχταρμάς και μοιάζουνε σπουδαίες,
όταν μας τις πλασάρετε με στυλ πολύ φευγάτο
και παριστάνετε μ’ αυτές πως ξέρετε από πάτο,
γιατί underground άποψη κοτσάρατε στον ήχο
κι είναι σαν να κρεμάσατε στον πιο λουσάτο τοίχο,210
έτσι απλά για το ντεκόρ σκεπάρνια και μαγκούρες,
για να περνιέστε έτσι σκληροί και να ‘στε πρώτες μούρες.
Μα ο πόνος ο αυθεντικός μάγειρες δε γυρεύει,
σε φόρμες και σε τεχνικές σούπες ν’ ανακατεύει.
Τη νεωτερικότητα δεν ψάχνει η αλήθεια,215
γι’ αυτό γνωρίζει και σε απλά χωράει παραμύθια.
Το νέο πρωτότυπο ντεκόρ απασχολεί μονάχα,
όσους κοιτάν τη δόξα τους, ίσως και τη… «στομάχα»
να ωφελήσουνε απλώς και γι’ αυτό κάνουν τέχνη
και παριστάνουνε τον ροκ και γνήσιο καλλιτέχνη.220
Το ροκ είναι η αμάσητη αλήθεια κι είναι βράχος,
γιατί όποιος τηνε μαρτυρά πορεύεται μονάχος.
Δεν είναι στυλ περιβολής και ύφος που ‘χει πόζα,
ροκ κι ο Ζαμπέτας ήτανε ή ακόμα και η Ρόζα,
γιατί κι αν δεν προτίμησαν ηλεκτρικό τον ήχο,225
ζήσανε σύμφωνα μ’ αυτά που είπαν στον κάθε στίχο.
ΈτσιΈτσι λοιπόν το προσπαθώ κι εγώ μ’ αυτόν τον στίχο,
γκρεμίζεταινα βρω πώς να γκρεμίσουμε του ψέμματος τον τοίχο,
το τείχοςακόμα όχι απ’ έξω μας μα σίγουρα εντός μας365
με πίστη που μετακινεί βουνά, που ο εγκέφαλός μας
τα υψώνει με εγωισμό για να ‘χει οικόπεδά του
τους φόβους που ταΐζουνε την ψευτοασφάλειά του.
Δεν πέφτει ο τοίχος σίγουρα με ψευτοεπαναστάτες,
μα ίσως χτυπήθηκε απ’ αυτούς που σήκωσαν στις πλάτες370
το βάρος της Α-λήθειας, που πάει να πει της μνήμης
πως η πατρίδα της ψυχής δεν είναι κτήμα εκείνης
που λέμε αμεσότητα και έτσι εννοούμε
ότι αυτό που βλέπουμε και που κατανοούμε
είναι το μόνο αληθινό και άλλο δεν υπάρχει375
κι ότι κανένας Δημιουργός δεν φαίνεται να Άρχει.
Κι η Αλήθεια αυτή υποταγή μοιάζει να μας ζητάει,
άμα τυχόν θελήσουμε να πάμε όπου πάει.
Εκεί που είναι αληθινά η Αγάπη, η Ελευθερία
κι όσα θυμάται η ψυχή σαν ψάχνει ευτυχία.380
Αυτοί που την σηκώσανε στις πλάτες μαρτυρήσαν
όχι με λόγια και πανό, μα με αίμα που το χύσαν,
γιατί τους τιμωρήσανε που είπαν την Αλήθεια,
οι κερδισμένοι απ’ της ψευτιάς τη βολική συνήθεια.
Κι αλίμονο! Τους φάγανε μεμιάς στο πιτς φιτίλι,385
γι’ αυτούς αν θέλεις, φίλε μου, άναψε το καντήλι!
Εμείς δεν είμαστε άξιοι, αυτοί είχανε τη Χάρη
κι ό,τι σου λέω απ’ τα λόγια τους πήρα κι εγώ χαμπάρι.

~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ •~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~

ΣΥΓΓΝΩΜΗ ΠΟΥ ΤΑ ΕΙΠΑ
Κικιρίκου!Γι’ αυτό να το προσέχουμε κι εύκολα να μην λέμε,
πως είμαστε αληθινοί και πως τάχα δε φταίμε
κι ότι έτσι εύκολα το Φως γνωρίζουμε ποιό είναι.
Φώτα σου δίνει κι ο εχθρός, να σε κρατάει στις δίνες
της ψεύτικής του της γητειάς και εξουσία να έχει5
πάνω σου, μην τυχόν και βρεις το Φως δεν το αντέχει.
Εγώ ίσως τρελάθηκα που σου τα λέω έτσι,
μα δεν θα στενοχωρηθώ κι ας έχουνε κοτέτσι,
που κλείνουν μέσα τα τρελά και ξύπνια κοκοράκια,
γιατί η φύση πρόσταξε να ‘ναι ξυπνητηράκια.10
Δε λέω ίσως και αυτά να ‘χουν λιγάκι φταίξει,
γιατί αρχίσαν να λαλούν πριν η αυγή να φέξει.
Κι έτσι τα τιμωρήσανε, τους κλείσανε το στόμα,
μα αυτά πάλι γλυτώσανε κι έτσι λαλούν ακόμα.
Να τα φυλάει ο Θεός, γιατί οι κοιμισμένοι,15
άμα τυχόν ξυπνήσουνε είναι πιο θυμωμένοι
απ’ όσο όταν κοιμόντουσαν και τρίζανε τα δόντια,
δεν θέλουν να ξυπνήσουνε, ζητούνε νύχτα αιώνια.
Μα δεν χαλιέται ο κόκορας, θέλει να τους ξυπνήσει
και ας θυμώσουν, θα ‘ρθει η αυγή να τους παρηγορήσει,20
θα ‘ναι το φως της απαλό κι αυτούς που δεν κοιμούνται,
θα τους χαϊδέψει την καρδιά κι ας πάλι χασμουριούνται
και κικιρίκου, κικιρί, πολλά είπα εδώ πέρα,
κι όσοι τα καταλάβανε και καρτερούν τη μέρα,
ας κάνουνε υπομονή και στόματα ας κλείσουν25
κι εμένα που έχω ακράτεια, ας μου την συγχωρήσουν.
Μα αφού εγώ δεν σταματώ και το διακινδυνεύω,
τουλάχιστον, ακούστε με και δεν σας κοροϊδεύω,
δεν έχω τίποτα απ’ αυτό εγώ για να κερδίσω
παρά μονάχα ό,τι έχω βρει θέλω να το χαρίσω.30
Κύριε Γιατί δεν είν’ απόκτημα να το κρατώ δικό μου
«Διευθυντά»,ούτε κι αντέχω να σιωπώ σαν να ‘ναι μυστικό μου,
συγγνώμη!παρόλο που πολλές φορές τρόμος σχεδόν με πιάνει
μήπως κι αφήνω τα σκυλιά να μπαίνουν μες στο χάνι,
που έχει άλλον Διευθυντή και τότε εγώ θα φταίω,35
άμα μου πει: «απολύεσαι» θα κλαίω κι ίσως λέω:
«Μα κι εγώ ήμουνα σκυλί και βρήκα Άρχοντά μου,
ψίχουλα απ' το τραπέζι Σου κι είπα στη φαμελιά μου:
“Ελάτε, πεινασμένα μου, ο Άρχοντας αφήνει,
γιατί είδα την απέραντη Αγάπη Σου εκείνη”.40
Συγχώρεσέ με, Κύριε, χωρίς την άδειά Σου
πήρα και έδωσα, γιατί όλα είμαστε παιδιά Σου».
Κι έβλεπα πως δεν έρχονταν στην τράπεζα που γέμει,
αυτοί που Εσύ τους φώναξες κι ήτανε καλεσμένοι.
Σίγουρα λάθος έκανα κι Εσύ ‘σαι Αυτός που κρίνει,45
μα είδα τις παραβολές κι ακούμπησα σ’ εκείνη
που ‘πες πως ήρθαν τελικά στο γιορτινό Σου γεύμα,
οι πιο φτωχοί κι ασήμαντοι μ’ ένα Σου μόνο νεύμα,
αφού οι άλλοι αρνήθηκαν ως απασχολημένοι
και μπήκα εδώ με άνεση έτσι κακοντυμένη50
και άνοιξα το στόμα μου για να ‘ρθουνε κι οι άλλοι.
Συγχώρεσέ με, Κύριε, αν ήτανε μεγάλη
η αμαρτία μου αυτή πάρ’ την για άγνοιά μου.
Καθάρισέ μου την καρδιά και φτιάξ’ τη φορεσιά μου,
για να μπορέσω και να ‘ρθω σ’ εκείνη τη λαμπρή Σου,55
την Άγια και παντοτινή βασιλική γιορτή Σου!
Και να ‘ρθουνε κι οι φίλοι μου και οι εχθροί μου ακόμα,
γιατί το άπειρο χωρά μες στο δικό Σου Δώμα,
που κατοικεί η Αγάπη Σου και η Συγχώρεσή Σου
κι εκεί να σε δοξάζουμε, όπως κι οι άγγελοί Σου.60
Αμήν! Κι αυτή η προσευχή ας γίνει και ευχή σας,
για να ‘ναι Θεού θέλημα αυτή η ανάγνωσή σας
και να ‘ρθει και σε μένανε αυτή η ευλογία,
γιατί έχω κι άλλα βρει εγώ στα ιερά βιβλία,
που έτσι πολύ ταιριάζουνε με την κατάστασή μας65
κι έρχονται γάντι στην θολή και σκοτεινή εποχή μας.
Και θέλω να τα πω εδώ, αν έχω ευλογία
και αν δεν είν’ εγωισμός ή και φιλοδοξία.
Μα αν τυχόν το ό,τι μιλώ δεν είν’ ευλογημένο,
τότε ας μου δώσει τη σιωπή και θα το υπομένω70
να τα βαστάω μέσα μου μέχρι και να τα σβήσω,
αρκεί αληθινή ζωή να δώσει ν’ αποκτήσω.
Γι’ αυτό δεν ξέρω ούτε καν αν φτάσουνε σε σένα
ή μείνουν στο συρτάρι μου όσα έχω ειπωμένα.
Με έμπνευση θα κινηθώ κι έτσι θα το ζητήσω,75
να έρθει η ώρα η καλή και να σε συναντήσω
είτε με άλλα ή μ’ αυτά ή μ’ όποιον θέλει τρόπο,
θα περιμένω να μας δω στον όμορφο τον τόπο,
που έχει η καρδιά μας ραντεβού και να μην το ξεχάσει
και κινδυνέψει να χαθεί και στην Χαρά δε φτάσει.80
Ας μου επιτραπεί, λοιπόν, να πω ότι η σιωπή μας,
ίσως να είν’ η αληθινή η επανάστασή μας.
Ο ωραίοςΔε λέω να το βουλώσουμε, μα αν τύχει και μιλάμε
πράττεινα φαίνεται στις πράξεις μας, μπρίκια να μην κολλάμε
και δε μιλάεικαι να μην αισθανόμαστε έτσι εύκολα ωραίοι.85
Ωραίος είναι μόνο αυτός που ξέρει και να κλαίει
και που ανοίγει την καρδιά κι είναι μεγάλος πόνος,
γι’ αυτό διαλέγει τη σιωπή και προχωράει μόνος.
Όχι ο καταθλιπτικός, όχι ο απελπισμένος,
μα εκείνος που είναι με το Φως στ’ αλήθεια ερωτευμένος,90
γιατί βαθιά του λαχταρά αλήθεια, ελευθερία,
ειρήνη, αγάπη, ομορφιά, χαρά και αρμονία.
Και δεν κάνει ξεπούλημα ούτε φθηνές εκπτώσεις
για ψεύτικες παρηγοριές και μάλιστα σε δόσεις.
Ούτε τσιμπάει στο χαζό καθήκον ευτυχίας95
και δεν αισθάνεται ντροπή κι ας φαίνεται παρίας.
Δεν γίνεται κατήγορος, ποιόν να κατηγορήσει,
έχει δικά του σφάλματα για ν’ αντιμετωπίσει,
κοιτάζει το δοκάρι του που έχει μες στο μάτι
και απ’ την ακίδα του αλλουνού δεν αποκτά γινάτι.100
ΣυγγνώμηΓιατί το είπε ο Χριστός πως, αν δεν συγχωρήσεις
που ήτανε…αυτόν που νιώθεις για εχθρό, μην πας για να ζητήσεις
σφιχτά!εσύ απ’ Αυτόν συγχώρεση για τα οφειλήματά σου,
εαν δεν δώσεις άφεση πρώτα στον γείτονά σου.
Αυτός που θέλει ν’ αγαπά, πονάει για τη συγγνώμη105
που ο κόσμος μας δε λέει, για να μην αλλάξει γνώμη.
Δεν θέλει να πει ψέματα πως πάντα οι άλλοι φταίνε,
είν’ απ’ αυτούς που προτιμούν να ζοριστούν και κλαίνε,
όχι μόνο για πάρτη τους και για τον κολλητό τους,
μα ίσως και για κείνονε που έγινε εχθρός τους.110
Κι αν έτσι τα ‘πα εγώ πιο πριν χύμα και τσουβαλάτα,
συγγνώμη που μου βγήκανε σφιχτά κι όχι μελάτα.
Δεν τα κρατάω στην καρδιά κι άλλο δεν με ορίζουν
και δεν αφήνω στο μυαλό πια να στριφογυρίζουν.
Λέω γι’ αυτά που χρέωσα σ’ αυτούς που με λυπήσαν115
και που ελπίζω πια εδώ να τα κατανοήσαν.
Δεν τα ‘πα για να βγω εγώ δικαιωμένη τάχα,
ξέρω πως στις συγκρούσεις μας δεν φταίει ένας μονάχα.
Κι ο θύτης την ευθύνη του έχει κι ας την μετρήσει,
μα και το θύμα θέλησε να το παραχωρήσει120
σ’ εκείνον το δικαίωμα να παίξει αυτόν τον ρόλο.
Αυτό που μάλλον ήθελα να κάνω όλο κι όλο,
ήταν στα νέα θύματα ή και στους νέους θύτες
να δείξω δηλητήριο πως έχουν οι σαΐτες
που ρίχνουμε έτσι εύκολα, λάγνα, χαριτωμένα125
κι ότι τα τόξα μας κρατούν συνέχεια τεντωμένα
η εξουσία της τέχνης μας, ο δόλος των ερώτων,
η πλάνη της γοητείας μας, ο πειρασμός των «πρώτων»
σε βάθρο που ανεβαίνουνε και καβαλάν καλάμι
και πώς μέσα σ’ αυτά μπορεί να παν όλα χαράμι.130
Οι πιο καλές προθέσεις μας κι οι πιο προχωρημένες
ιδέες και εμπνεύσεις μας να φτάσουν προδωμένες
να θυσιαστούνε τελικά στον άθλιο βωμό μας,
που έχει τα θεμέλια στον όποιο εγωισμό μας,
και θέλει εμάς για δυνατούς και καταξιωμένους135
μες απ’ την φαντασίωση πως δήθεν τους καημένους
που μας λατρεύουν θα τους βρει η πόζα η δικιά μας
τρόπο για να γευτούν κι αυτοί τα κατορθώματά μας,
ν’ ανέβουν στα καλάμια μας, να πουν τα ψέματά μας
και έτσι πια να δοξαστεί πλήρως η αφεντιά μας,140
αφού αυτά που δείξαμε δημιουργήσαν ύφη
που όποιος τα φοράει σ’ αυτήν τη θέση του χαλίφη
να αισθάνεται πως βρέθηκε ο μασκαράς ο δόλιος,
ενώ είναι μόνο έρμαιο και δεν το πιάνει ουδόλως!
Δεν τα ‘χω με τα πρόσωπα κι αυτά θύματα είναι,145
μα ήθελα ένα μήνυμα να στείλω, σ’ αυτό μείνε:
Μόνος μπορείς ν’ ακολουθείς τον δρόμο που σ’ αρέσει,
μ’ αφού μες απ’ την τέχνη σου και άλλους έχεις δέσει,
πρόσεξε, γιατί αν ψάρεψες «δώρα» απ’ τα σκοτάδια
κι αν βρήκες μες στον βούρκο σου ταμπέλες και σημάδια,150
αυτό δεν είναι διαδρομή για να τους την προτείνεις,
εσύ τράβα μονάχος σου και συμβουλές μη δίνεις.
Μόνοι ας επιλέξουνε, ελεύθεροι ας δούνε,
αυτόν τον δρόμο που τραβάς αν όντως προτιμούνε.
Μα ως τότε στους ταλαίπωρους μην αμολάς αγκίστρι155
να σε λατρεύουν σαν Θεό και να φοράν καπίστρι
τα πειστικά τα λόγια σου, το μπέρδεμα του νου σου
κι όποια σκουπίδια βρίσκονται στο χάος του κενού σου.
Αν θες πες τα δημόσια, δεν είν’ εκεί το θέμα,
η τέχνη είναι ανοιχτή σ’ αλήθεια και σε ψέμα,160
μα όταν την χρησιμοποιείς, για να ‘χεις εξουσία
και διαχειρίζεσαι μ’ αυτήν την τάση για λατρεία
που έχουνε οι άνθρωποι, έχεις μεγάλη ευθύνη
και κοίτα μην μπλεχτούν κι αυτή μες στη δική σου δίνη.
Γι’ αυτό λοιπόν τα είπα εγώ, για να επισημάνω165
λιγάκι αυτόν τον κίνδυνο και όχι για να κάνω
δημόσια τον κατήγορο, κι αν έπεσα στο λάθος,
συγγνώμη που κι εγώ απ’ αυτό δεν γλύτωσα το πάθος.
Πάντως πιστεύω ακράδαντα πως ο άνθρωπος αλλάζει,
αν θέλει κι έτσι τίποτα απ’ αυτά δε με ταράζει,170
μια κι είδα χαρισματικούς ανθρώπους μπερδεμένους
κι απ’ το ίδιο τους το χάρισμα πολύ παγιδευμένους
να ‘ρχεται η ώρα η καλή που, ελευθερωμένοι
απ’ την φιλοδοξία τους, να ‘ναι πια φωτισμένοι.
Και τότε πια να λάμπουνε τα όμορφά τους δώρα,175
αυτό εύχομαι και γι’ αυτούς που τα ‘συρα ως τώρα
και θα χαρώ να ‘ρθει η στιγμή μια ταπεινή συγγνώμη
να ‘ρθουν και ν’ ανταλλάξουμε κι εγώ θ’ αλλάξω γνώμη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου