Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

8. ΓΡΑΜΜΑ Σ’ ΕΝΑΝ ΦΙΛΟ

ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ
Αν τυχόνΓι’ αυτό και τα ‘πα μια φορά σε κάποιον θεολόγο,
θέλετεπου τώρα τον ευγνωμονώ, γιατί μου ‘πε τον Λόγο
να μου ταμε τρόπο πολύ έντονο κι επίμονο και… sorry!
πείτε …Δεν άντεξα κάποιες φορές την πίεση και το ζόρι,
που θέλει η μετακίνηση σαν είσαι κολλημένος,5
όσο κι αν θες να κουνηθείς και είσαι απελπισμένος.
Έχει τεράστια δύναμη η ανθρώπινη η «σάρκα»
και μόνο με την Χάρη Του γλυτώνεις απ’ την τράκα
με την ουρά που έχει το παμπόνηρο μυαλό σου.
Γι’ αυτό απαιτεί μετάνοια να έχεις πάντα εντός σου.10
Και επειδή τα λέω εδώ μια κι έξω όλα χύμα,
θα παραθέσω και σε σας όση του είπα ρίμα
μήπως τυχόν και θέλετε σε μένα να την πείτε,
άμα κι εγώ σας έκανα πολύ να ζοριστείτε.
Πάντως, το λέω εξ αρχής πως του ‘χω εμπιστοσύνη15
κι απέραντη, αδελφική, για πάντα ευγνωμοσύνη,
γιατί άμα δεν επέμενε με του Θεού τη Χάρη,
ακόμα θα ‘ψαχνα να βρω που γίνεται παζάρι!
ΣυνοπτικάΤο θέμα είν’ η μετάνοια και η κατάκρισή μας
και κάνω μια σύνδεση στον ανταποκριτή μας:20
Να νιώσουμε μετάνοια πάει να πει το νου μας
πια να τον ξεκαρφώσουμε απ’ τη θέση του μυαλού μας.
Άλλο μυαλό και άλλο νους, μυαλό είν’ η χημεία
και νους σημαίνει άνθρωπος, μα έχει σημασία
να τον τοποθετήσουμε βαθιά μες στην καρδιά μας,25
μην ψάχνεις για να βρεις το πώς, αυτό δεν είν’ δουλειά μας.
Άλλος θα το φροντίσει αυτό, αρκεί να το δεχτούμε,
να το αποφασίσουμε και να Του το ζητούμε.
Γι’ αυτό και λέω τόσα πολλά για τον καθένα φίλο,
δεν τα ‘χω με τα πρόσωπα, μα μόνο με τον σκύλο30
που μας δαγκώνει το μυαλό και σκλάβο του το έχει,
για να νομίζουμε εμείς πως τίποτα δεν τρέχει.
Και ψάχνουμε ανθρώπινους τρόπους και διαφωνούμε
κι έτσι ξεφεύγει ο εχθρός και άλλον κυνηγούμε.
Γι’ αυτό άσ’ την κατάκριση κι αυτό που λες αγώνα35
και πες καμία προσευχή να λιώσουνε τα χιόνια!
ΜετανοώΔεν θα τελειώσει πια ποτέ ετούτο μεταξύ μας
για τα και μάλλον θέλουμε εδώ μαζί τον Διαιτητή μας,
δικά μου,για να σφυρίξει δυνατά τη λήξη στο παιχνίδι,
συγχωρώγιατί γλυστράει πια πολύ ετούτο το γρασίδι.40
τουΔεν είν’ το θέμα μας εδώ τρικλοποδιά να βάλεις,
αλλουνούγια να μου πεις τα λάθη μου και να μου επιβάλεις
το θέμα της μετάνοιας σε στυλ δικαστηρίου.
Νικάει η Αγάπη έναντι του σωφρονιστηρίου!
Και η μετάνοια καθενός είναι δικό του θέμα,45
πρέπει να είν’ απ’ την καρδιά και την χρωστάμε σ’ Έναν!
Σ’ Αυτόν που ενώ μονάχος του τα πάντα έχει σηκώσει
στον άγιό Του το Σταυρό, για να μας τη γλυτώσει,
εμείς κοιτάμε του αλλουνού το αγκάθι μες στο μάτι
κι απλώνουμε το δάχτυλο κι όλο του λέμε κάτι,50
θαρρείς κι εμείς δεν έχουμε στο μάτι μας δοκάρι
κι αρχίζουμε τις κόντρες μας και κάνουμε παζάρι,
ποιός το διαχειρίζεται καλύτερα το θέμα.
Καν’ τα εσύ όλα σωστά κι ύστερα πες σε μένα.
Γιατί κι αν ειν’ δουλειά σου αυτή, εμένα να διορθώσεις,55
βρες πρώτα πώς να συγχωρείς κι ίσως το μετανιώσεις.
Άλλος πιο λίγο, άλλος πολύ όλ’ είμαστε τα ίδια
κι αν δεν μας συγχωρέσει Αυτός, θα πάμε στα τσακίδια!
Μέχρι όμως να ‘ρθει ο Κριτής τα λάθη να μετρήσει,
ας ψάξει ο καθένας μας και ας αναζητήσει,60
πού βρίσκεται η Αγάπη Του που όλους μας χωράει
και την χορταίνει την φτωχή την πόρνη που πεινάει.
Κοίτα εσύ να βρεις «τροφή» για κάθε «πεινασμένο»,
αντί να τον χτυπάς γιατί τον είδες «λερωμένο».
Σ’ αυτά τα χαρακώματα σηκώνουμε κεφάλι65
κι ύστερα δεν αντέχουμε το μαύρο μας το χάλι.
Δεν σου τα λέω όλα αυτά για να σου πω δεν φταίω,
μα είναι μέσα μου βαθιά και στην καρδιά μου κλαίω
για σένα που τον κώνωπα διυλίζεις κάθε τόσο.
Η Αγάπη Του σε κυνηγάει και κάνεις τον καμπόσο!70
Για κόψε το «κεφάλι» σου, κύριε Θεολόγε!
Τις υποσημειώσεις σου μη μου φωνάζεις «τρώγε»!
Όποιος Χριστό αγάπησε καίγεται η καρδιά του
κι ανοίγει πια διάπλατα όλη την αγκαλιά του.
Εκείνος ξέρει σίγουρα πόσο πολύ εμείς φταίμε,75
όμως μετράει τα δάκρυα, όταν μας δει να κλαίμε
κι αρχίζει τότε η γιατρειά και φεύγει η απελπισία.
Αυτό, λοιπόν, κάνε κι εσύ, σ’ όποιον δοκιμασία
περνάει μέσα στην καρδιά κι αντί να τον προγκήξεις,
βούτηξε το μαντήλι σου, τα δάκρυα να σφουγγίξεις.80
Τι να πετύχεις άλλωστε, άντε και βρήκες λάθος,
πες προσευχή στην Παναγιά: «Αχ! Πάρε του το πάθος!».
Έτσι και για εσένανε θα πω στην προσευχή μου,
γιατί έκανα κι υπομονή και την υπακοή μου
και ωφελήθηκα πολύ, μα έχασα σε ένα:85
Δεν είδα να γιατρεύεται το πάθος και σε σένα.
Γιατί συνέχεια μου χτυπάς την κάθε αμαρτία
κι αν μπαίνω σε μετάνοια και θέλω ησυχία,
εσύ ταράζεις τα νερά, ήσυχη δεν μ’ αφήνεις.
Αφού πια τόσο σε χαλάει, τι θέλεις και το πίνεις;90
Αν δεν αντέχεις τα σκατά, μην πας και τα ζυγώνεις,
γιατί μ’ αυτήν την τακτική να ξες τα μεγαλώνεις.
Όλοι είμαστε άρρωστοι, μα αυτός δεν είναι λόγος
να βγαίνει από τα χείλη μας κατάκριση και ψόγος
και να κοιτάμε ύποπτα να δούμε «ποίος φταίει»,95
γιατί ποτέ δεν είμαστε αθώοι και ωραίοι.
Και κοίτα τα ‘βαλε μαζί ο Χριστός μας χέρι-χέρι,
την φρονιμάδα του φιδιού με τ’ άσπρο περιστέρι,
όμως εσύ θες του φιδιού την τέλεια φρονιμάδα
και θες η αθωότητα να γίνει με μπουγάδα!100
Τον βάζεις στο πλυντήριο τον άλλον για ν’ ασπρίσει,
γιατί είσαι συ ο έξυπνος και διατυπώνεις κρίση.
Κοίτα να μην μπερδεύεσαι σε αλλουνού ευαγγέλια
και κάνεις τον κατήγορο και γίνεσαι για γέλια.
Κι ύστερ’ αναρωτιέσαι τι σε έβαλε στον Άδη105
και δεν το πιάνεις ούτε αυτό το τρανταχτό σημάδι.
Μα λες πως φταίει αυτηνής η τάση για πορνεία,
της αλληνής η εξάρτηση απ’ τη φιληδονία.
Παρέα δεν κάνει η Αγάπη μας με λογισμούς, μπουμπούνα,
γι’ αυτό τρέχουν τα σάλια σου κι έρχεται η «γουρούνα».110
Κοίτα εσύ από αυτήν πρώτα να τη γλυτώσεις
κι ύστερα δες μήπως μπορείς κι εκείνες να τις σώσεις.
Γιατί αυτές σου δίνουνε ψωμί, για να χορτάσεις,
κι εσύ το τρως και ύστερα κοιτάς να τις δικάσεις,
γιατί ήταν λες σκάρτο ψωμί, με χώμα πατημένο,115
όμως τώρα που χόρτασες το λες και λερωμένο.
Το δείχνεις με το δάχτυλο, μα πάλι αν πεινάσεις,
κοίταξε τότε να το δεις και να το αηδιάσεις.
Και τότε μην τυχόν το φας, μα ούτε να το φτύσεις,
αν αγαπάς, κοίτα απαλά να τους το καθαρίσεις.120
Γιατί αν κάποιος αδερφός μπερδεύεται και φταίει
και τον πονάει ο κάλος του και βλέπεις ότι κλαίει,
παρότι η μετάνοια είναι το γιατρικό του,
εσύ ‘σαι νοσοκόμος του και στειλ’ τον στον γιατρό του.
Η κρίσηΌμως μην κάνεις, φίλε μου, πως είσαι ο χειρούργος125
είναι του Κριτήκαι δίχως αναισθητικό τον σφάζεις ο πανούργος,
γιατί κι ο οδοντίατρος στο δόντι που πονάει,
πρώτα δίνει παυσίπονο και ύστερα αρχινάει
και πιάνει το νυστέρι του και λέει στον πονεμένο:
«Μη μου φοβάσαι, ασθενή, στο ‘χω κιόλας βγαλμένο!».130
Έτσι το κάνει κι ο Χριστός και πρώτα δίνει «τζούρα»
να πάρει λίγη πάνω του ο άνθρωπος ζαλούρα,
για να αντέξει η καρδιά να μπει στο χειρουργείο.
Και δεν το κάνει να φανεί μάχη εν πόλεμω αγρίω,
παρόλο που είναι ο εχθρός έν’ άγριο θηρίο!135
Πρώτα ζεσταίνει την καρδιά, την βγάζει απ’ το ψυγείο,
και δυναμώνει μέσα μας πολύ την αντοχή μας
και από θείο Έρωτα αυξάνει η υπακοή μας.
Τώρα άμα κάποιοι άνθρωποι γενναίοι ασκηταράδες
έχουν καρδιά ατρόμητη μπροστά στις Συμπληγάδες140
και βάζουν πρώτοι το κορμί και πρώτοι την ψυχή τους,
για να περάσουμε εμείς που είμαστε ακόλουθοί τους,
δεν είπαν σε κανένανε απ’ τους απλούς ανθρώπους:
«δεν μ’ ενδιαφέρει τι θα πεις, εγώ είμαι απ’ τους πρώτους
κι αφού εγώ το μπόρεσα κι εμπόδια ξεπερνάω145
κι εσύ απαιτώ να το μπορείς και δεν στο συγχωράω!».
Αυτό μπορεί να ειπωθεί στην τελική την Κρίση
από το στόμα του Χριστού, αφού όλα τα ζυγίσει,
ο Δίκαιος Αυτός Κριτής ο Αναμάρτητός μας,
που ξέρει και τι κάνουμε και τι υπάρχει εντός μας.150
Ξέρει και τις προθέσεις μας, ξέρει τις αντοχές μας,
γνωρίζει τα εμπόδια και τις επιλογές μας,
τα ψέματα που είπαμε, αλήθεια αν αγαπάμε,
τα τάλαντα αν ξοδέψαμε και πόσα Του χρωστάμε.
Γι’ αυτό έγινε άνθρωπος ο σπλαχνικός Θεός μας,155
για να ‘ναι Δίκαιος Κριτής και τέλειος αδερφός μας,
Φίλος μα και Πατέρας μας, ταπείνωση, θυσία,
μα και υπέρλαμπρος Θεός με άναρχη Ουσία!
Όσοι λοιπόν κατάφεραν να καταλάβουν κάτι,
μίλησαν για μετάνοια με έμπνευση κι αγάπη160
και ρίξαν μαύρα δάκρυα για κάθε αδερφό τους
κι ολημερίς προσεύχονταν για τον συνάνθρωπό τους.
Για όλους όσους πνίγονται και ζούνε στα σκοτάδια
κι από την αμαρτία τους είν’ η καρδιά τους άδεια.
Και κάποτε ένας μοναχός – μας λέει ο Σωφρόνιος165
που ο λόγος του είναι βαθύς και θησαυρός αιώνιος –
ένιωσε μέσα του βαθιά την τόση αμαρτία,
που έχει ο κάθε άνθρωπος μέσα στην κοινωνία
και όπως προσευχότανε του ήρθε απελπισία
και είπε: «Δεν γλυτώνουμε από την τιμωρία!»170
Τότε ήρθε ο ίδιος ο Χριστός και του είπε: «Μη σε νοιάζει
με ένα “Κύριε ελέησον” ο άνθρωπος “τη βγάζει”».
Και κείνος τότε άρχισε ανάποδα να κλαίει.
«Και τότε εγώ τι κάνω εδώ που βρίσκομαι» Του λέει
και του απάντησε ο Χριστός: «Πολλά είναι τα παιδιά μου,175
μα κάποια απ’ αυτά θα δεις να είναι πιο κοντά μου!».
Το ρετιρέ Μα λέει κι ο Παΐσιος να ‘ναι η προσοχή μας
του Παΐσιουστραμμένη στην μετάνοια κι όχι στη διάκρισή μας:
Γιατί αν βρεθούμε κάποτε στου Ουρανού την Πύλη,
ίσως μας πει ο Ύψιστος ήρθανε μύριοι χίλιοι180
και γέμισε ο Παράδεισος, δεν σε χωράει μέσα,
τότε έχεις δυο επιλογές ή να Του πεις με μπέσα:
«Δόξα Σοι Κύριε γι’ αυτό, πονάω αλλά γιορτάζω
όλη την ανθρωπότητα σωσμένη να κοιτάζω».
Ή να σκεφτείς πως άδικα τα έχεις κάνει όλα185
και να τραβήξεις σπίτι σου να πιεις μια κόκα-κόλα.
Σε τούτη την περίπτωση έχασες ευκαιρία
και μόνος σου επέλεξες αυτήν την τιμωρία,
να ‘σαι μακρυά απ’ του Χριστού την άγια Παρουσία,
γιατί Παράδεισος Αυτός είναι και σημασία190
έχει μονάχα να θωρείς το Φως στο Πρόσωπό Του,
γι’ αυτό και στην περίπτωση του σεναρίου του πρώτου,
αν δει πως στην Αγάπη Του έχεις εμπιστοσύνη,
το χέρι Του θ’ απλώσει και απ’ έξω δεν σ’ αφήνει.
Κι ίσως να πει σε σένανε: «Για την περίπτωσή σου195
έχω ετοιμάσει ρετιρέ εξτρά στην διάθεσή σου!».
Αυτά είπε ο Παΐσιος και δάκρυα μου φέρνουν,
Χριστό γεμίζουν την καρδιά και το μυαλό μου παίρνουν!
Γι’ αυτό δε λέει ν’ αράξουμε βαθιά στην πολυθρόνα
με κοκα-κόλα κι αραχτά να ζούμε εις τον αιώνα.200
Και να το βάλουμε καλά, να είναι στο μυαλό μας
ότι η θέση του κριτή είναι για τον Χριστό μας,
εμείς την δυνατότητα έχουμε μόνο εκείνη:
Να μην γυρεύουμε απ’ αλλού συνέχεια την ευθύνη.

~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ •~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~

Ο ΝΟΜΟΣ ΚΙ Η ΑΓΑΠΗ (ΕΚΤΑΚΤΕΣ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ)
Ο νόμοςΑυτό είν’ από μόνο του εκείνο το «εγώ φταίω»,
είναι για τουςνα κλείνουμε το στόμα μας ακόμα και σ’ εβραίο
πεινασμένουςπου ξέρει μόνο εντολές που ‘ναι στ’ αλήθεια Δέκα
κι έχει μονάχα αυτές ιερό, δεν έχει εκείνος Μέκκα
ούτε γνωρίζει ο δύστυχος ότι ήρθε η Αγάπη,5
έχει μόνο τον Νόμο Του γραμμένο στο κιτάπι.
Ξέρει ως τη μέση του Θεού την άγια Πορεία,
δεν ξέρει ότι ο Χριστός στην Σταυρική θυσία
φορτώθηκε και σήκωσε την αμαρτία όλη
κι έτσι τη δυνατότητα φορέσαμε βραχιόλι,10
με βάπτισμα να παίρνουμε του Πνεύματος τη Χάρη
και πως δεν έβαλε ο Χριστός τον Νόμο για παζάρι
και για μεζούρα να μετράει μ’ αυτόν την αμαρτία,
γι’ αυτό με τη θυσία Του έφερε Σωτηρία.
Ισχύει βέβαια ο Νόμος Του, όμως κι ο Παύλος είπε15
πως αν ισχύει μόνο αυτός τότε αδίκως ήρθε
κι αδίκως θυσιάστηκε, αν όλα μείναν ίδια.
Μα Αυτός με τη θυσία Του σήκωσε τα βαρίδια
του Νόμου κι είπε: «Είμαι Εγώ το Φως και η Αγάπη,
κι όποιος Εμένα ακολουθεί, ανάπαυση θε να βρει».20
Δεν είπε, «έλα πίσω μου και ακολούθησέ με,
μα αν τυχόν τον Νόμο μου δεν ξέρεις, ξέχασέ με».
Η Αγάπη είναι Αυτός, γι’ αυτό μία στιγμούλα μόνο
χρειάστηκε να γιατρευτεί η πόρνη που τον Νόμο
δεν τον ετήρησε ποτέ, μα ένιωσε ευγνωμοσύνη,25
γιατί είδε Εκείνον που απλά την αμαρτία σβήνει,
όχι σαν την παράβαση που σβήνει ο τροχονόμος,
μα με Αγάπη όποιον πεινά χορταίνει, ώστε ο Νόμος
δεν του χρειάζεται αυτού που είναι χορτασμένος,
την αμαρτία γύρευε γιατί ήταν πεινασμένος.30
Από αυτό το νόημα φαίνεται να προκύπτει
η ανάγκη του χριστιανού με την νηστεία να νίπτει
συμβολικά και ουσιαστικά το νου μα και το σώμα
από της αμαρτίας του το μαζεμένο χώμα,
που συσσωρεύει ο θνητός, γιατί είναι πεινασμένος35
κι από αληθινή τροφή πολύ πια στερημένος
κι αποφασίζει όσο μπορεί το «χώμα» να εξαιρέσει,
για να αφήσει στην καρδιά καμία άδεια θέση
μήπως κι η πείνα η δυνατή απ’ το Χριστό ζητήσει
να δώσει Αληθινή τροφή κι έτσι να την γεμίσει,40
ώστε να μη γυρεύει πια εκείνη τα σκουπίδια,
αφού τώρα την χόρτασε η Αγάπη Αυτή η Ίδια!
Και με αυτήν την έννοια να σβήσει η αμαρτία,
αφού η καρδιά πια γέμισε με αληθινή Ουσία
κι όχι σαν επιβράβευση για την καλή νηστεία,45
όπως το λέγαν κάποτε στα παρθεναγωγεία.
Εδώ είν’ ένα ευαίσθητο πολύ λεπτό σημείο,
γιατί ο Παντοδύναμος δεν δίνει το… «πτυχίο»
μόνο στους πρώτους μαθητές, το έζησε κι ο Παύλος
και το ‘δε πως διακόπηκε ο κύκλος μας ο φαύλος:50
Στο εξής με την μετάνοια συγχώρεση ανατέλλει,
το «ΤΙΜΩΡΙΑ ΚΙ ΕΓΚΛΗΜΑ» ήταν ως τότε εντέλει.
Μα ο Χριστός το σύστημα το άλλαξε εκείνο
και είπε «μία συμβουλή σας λέω και σας δίνω,
αν σας χτυπήσουν απ’ τη μια, στρέψετε και την άλλη»55
κι όταν ο Πέτρος δίστασε να βαπτιστούν οι άλλοι,
οι αμαρτωλοί, οι εθνικοί που Νόμο δεν γνωρίζαν,
όραμα είδε εκ Θεού πως δεν περιορίζαν
του νόμου οι παλιές γραφές να βαπτιστεί ο καθένας
πια στου Χριστού το όνομα, αφού ο Θεός είν’ Ένας60
κι η ενσάρκωσή του έκανε καινούρια πια την κτήση,
γιατί ο Ίδιος θέλησε να τηνε καθαρίσει.
Κι έτσι του το ‘πε στ’ όραμα «να φάει από όλα»
μες στο σεντόνι τ’ ουρανού κι όχι από κατσαρόλα,
τα ζώα που του έστειλε, για να τον ειδοποιήσει65
ν’ αποδεχτεί τους Εθνικούς κι ευθύς να τους βαπτίσει.
Κι ο Πέτρος πήγε ν’ αρνηθεί, γιατί τα θεωρούσε
ακάθαρτα, μα ο Χριστός με τούτο εννοούσε
πως όλα καθαρίζονται με τ’ άγιο θέλημά Του
και ότι ως κι οι Εθνικοί ήταν κι αυτοί παιδιά Του.70
Αυτό ήταν μια παρένθεση κι έφυγε το μυαλό μου
με αφορμή το σχόλιο σ’ όποιον συνάνθρωπό μου
έμεινε μόνο στην Παλαιά αγία μας Διαθήκη
και δεν κερδίζει ο φτωχός απ’ του Χριστού τη Νίκη.
Γι’ αυτό ο Εβραίος στέγνωσε και ψάχνει αλλού για ρεύμα,75
στην εξουσία του χρήματος και δεν γνωρίζει Πνεύμα.
Μα προσευχήσου και γι’ αυτόν τον περιούσιό Του
λαό που δεν κατάλαβε κι έχασε τον Θεό του.
Ποτέ δεν ξέρεις και αυτού η ψυχούλα αν Τον γυρέψει,
μα ξέρει σίγουρα ο Χριστός κι ίσως του την γιατρέψει.80
ΑγάπηΆλλωστε το ‘πε έμμεσα, μην ψάχνεις με κεφάλι,
στον πλησίονγιατί είναι όλα ανάποδα κι αυτός που βλέπεις χάλι
είναι ο πρώτος στη σκηνή κι ας μοιάζει ο τελευταίος,
ξεκόλλα, αδερφέ, γιατί είν’ ο καιρός πια νέος!
Μην ψάχνεις λάθος και σωστό και τα μετράς με πάθος.85
Ξέρει η καρδιά πώς το σωστό να βρίσκει μες στο λάθος.
Μην εστιάζεις στο σωστό, γιατί είπε, θα δείτε,
όσοι να σώστε την ψυχή κοιτάτε, θα χαθείτε
κι όσοι ρισκάρετε γι’ αυτό που λέει η καρδιά σας,
αυτό το ρίσκο της ψυχής θα ειν’ η γιατρειά σας.90
Δεν είναι πως μας πρότεινε στα κουτουρού να ζούμε,
μα είναι πως μας ζήτησε μονάχα ν’ αγαπούμε,
ό,τι τυχόν κι αν κάνουμε, μα όχι με το μυαλό μας,
μ’ αυτό που λέγεται καρδιά και λέει στον διπλανό μας,
εγώ σε δέχομαι, αδερφέ, έτσι όπως και να ‘σαι95
και σου σηκώνω το σταυρό, μην κλαις και μη φοβάσαι.
Πονάω για την καρδούλα σου κι εγώ πεινάω γι’ αγάπη
κι αν έχεις «ξεροκόμματο», δώσε κι εμένα κάτι.
Αυτό μου μοιάζει ανθρωπιά, αυτός ειν’ ο πλησίον,
που σαν βαθιά του αιμορραγεί και όλος στάζει πύον,100
δεν του φωνάζεις «άσωτε, για σκούπισε τα πόδια,
για να μπεις στο παλάτι μας πλήρωσε τα διόδια!».
Γιατί ο Πατέρας χαίρεται, θα τον καλωσορίσει,
θα καθαρίσει τη βρωμιά και στ’ άσπρα θα τον ντύσει.
Και σ’ όποιον κακοφαίνεται, γιατί ζητούσε εντάξει105
πρώτα να είν’ ο αδελφός, για να ‘ναι όλα σε τάξη,
ας πάει να πει παράπονα, γιατί την πρώτη θέση
την πήρε τώρα ο άσωτος και θα φορέσει φέσι.
Στα είπα κι άλλη μια φορά και πάλι επιμένεις,
δεν με πειράζει, έμπνευση έτσι κι αλλιώς μου φέρνεις,110
μα θα γιορτάσω πιο πολύ όταν συγχωρεθούμε
και ας μην έχουμε ούτε μια λέξη μετά να πούμε.
Έτσι κι αλλιώς δεν γίνεται ποτέ ο Λόγος λόγια.
ΕυχαριστίεςΑυτά είν’ κατά προσέγγιση κι όχι για στενοχώρια.
Μα ευχαριστώ που έδωσες αυτήν την αφορμή μου115
και πέρασα ευχάριστα, μα είναι και τιμή μου
σε σένα που είσαι αθλητής πιο πρώτος από μένα
και που τόσα μου έμαθες σαν τα ‘χα εγώ χαμένα
να λέω τόσα πράγματα στα ίσια και σταράτα,
ενώ στ’ αλήθεια θα ‘πρεπε να πλύνω λίγα πιάτα.120
Ευχαριστώ κι Εκείνονε που συνεχώς μου δίνει
στιχάκια για παρηγοριά μέσα σ’ αυτή τη δίνη.
Μα του ζητώ συγχώρεση, γιατί η Ευχούλα μόνο
φτάνει να ‘ναι στα χείλη μας και να χαράζει δρόμο.
Ας είναι όμως και αυτά δική Του οικονομία125
κι ας είν’ σε Κείνον προσευχή, σε σένα ευλογία.
Και σε εμένα την φτωχή και τον εγωισμό μου,
ας είν’ να δώσει η Παναγιά, να γίνει το καλό μου,
σαν Μάνα που είναι Σπλαχνική κι Ελευθερώτριά μας,
κι ας βγάλει απ’ τη φυλακή του πάθους την καρδιά μας!130

~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ •~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~

ΞΕΚΙΝΗΣΑΜΕ ΧΟΡΟ
ΞημερώνειΚαι μη με συναγωνιστείς σ’ αυτό το παιχνιδάκι,
δεν σκέφτομαι για να τα πω ούτε γνωρίζω κάτι,
μα έναν παράξενο ρυθμό ακούω απ’ την καρδιά μου,
που ψιθυρίζει όλα αυτά σαν να μην είν’ δικά μου.
Ούτε και ξέρω τι θα πω, όταν το ξεκινήσω,5
μπαίνω στο παραλήρημα κι όλο ζητάω να κλείσω
και δεν γνωρίζω εξαρχής αυτό που τελειώνει,
κουράζεται το χέρι μου και το μολύβι λιώνει.
Μα να που το ‘θελα παλιά σ’ ένα παλιό στιχάκι,
που το ‘γραψα για προσευχή, γιατί είχα ένα σαράκι:10
«Άιντε, οι σιωπές να μίλαγαν κι οι πόθοι μας να λέγαν,
τα μάτια να ζωγράφιζαν κι οι δισταγμοί να φεύγαν!
Άιντε, ποτάμια να ‘φτιαχναν, ρυάκια και σταγόνες
και να χορεύαν το σκοπό, στιγμούλες και αιώνες!
Κι ο χρόνος να καθότανε μαζί κρασί να πιούμε,15
να μην ζητάει στο αύριο ούτε στο χθες να ζούμε!».
Ίσως και να ‘ναι οι σιωπές, αυτές που μας μιλάνε
και γράφουν τα στιχάκια μας, για να τις τραγουδάμε.
Έτσι κι αλλιώς τα στόματα, τα ‘χουμε βουλωμένα,
μα όμως τα χορεύουμε όσα είναι μαζεμένα.20
«Σ' αυτό είν’ ο κόσμος, μάτια μου, μην ψάχνεις παραπέρα
γη και νερό, μα και φωτιά, μαζί με τον αέρα
χαρμάνι ανακατέψανε και με το Φως αντάμα
στήσαν χορό γιατί άρχισε του σκοταδιού το κλάμα!».
Γιατί πια το κατάλαβε, το ξέρει το σκοτάδι,25
πως ξεκινήσαμε χορό, γιατί ήρθε Φως στον Άδη.
Και πως «θα ‘ρθει ξημέρωμα που το γαλάζιο νήμα
θα απλωθεί ως της καρδιάς το πιο βαθύ το κύμα!
Κι εγώ ηλιοβασίλεμα ξανά δεν θα κοιτάξω
σ’ όλης της γης τα πέρατα θα βγω να το φωνάξω30
ότι έρχεται Ανατολή κι ότι κρατάει το νήμα
και όσα ήρθαν και θα ‘ρθουν, θα πω δεν είναι κρίμα».
Ας κάνουμεΦτάνουν λοιπόν τα εσύ φταις σ’ αυτό κι εγώ σ’ εκείνο
Ειρήνη!σε τούτους τους λογαριασμούς, τ’ αυτιά μου πια τα κλείνω
και θα ακούω Εκείνονε που θέλω για οδηγό μου35
και λέγε μου εσύ ότι λες πως είν’ το γιατρικό μου.
Εκτός κι αν έχεις έμπνευση να μου τα λες για Κείνον,
οπότε πάω πάσο εγώ και πες τα μου, δεν κλείνω
τ’ αυτιά μου, τα κρατώ ανοιχτά, μα θέλω από σένα
να με εμπνέεις, να σε δω στην πράξη να ‘στε Ένα!40
Συγχώρεσέ με άλλη μια, συγχώρα με για πάντα
κι άνοιξε την καρδούλα σου, μην πας στην άλλη μπάντα.
Εγώ σου λέω σ’ αγαπώ, γι αυτό σε συν-χωράω,
μα δεν θα κάτσω και πολύ εδώ για να τις φάω.
Άμα γουστάρεις μποξ εσύ, βρες άλλονε να θέλει.45
Εγώ θα σβήσω τα παλιά και θα ριχτώ στ’ αμπέλι!
Στη μέθη της συγχώρεσης, στη μέθη της μετάνοιας,
στη μέθη της Αγάπης Του εκείνης της νηφάλιας!
Κι αν κάνω λάθος θα φανεί, μη βιάζεσαι να τρέξεις,
κοίτα εσύ τα λάθη σου κι αγάπα για ν’ αντέξεις.50
Γιατί μπορεί να χάσουμε μ’ αυτά το πανηγύρι,
οι άλλοι ήδη «χορεύουνε» κι εμείς στο μίρι-μίρι.
Ελπίζω να κατάλαβες, γιατί εγώ δεν ξέρω,
τι έχω γράψει ως εδώ και μέσα μου υποφέρω,
γιατί αν δεν κατάλαβες, εγώ πάω να σκάσω55
να ξέρεις από δω και μπρος, στα είπα, θα σωπάσω.
Όχι γιατί δεν σ’ αγαπώ, μα δε με παίρνει άλλο
η ελευθερία επιλογής, δώρο είναι μεγάλο!
Και δεν θα σκάσω και μεμιάς την πόρτα εγώ θα κλείσω,
γι’ αυτό στα λέω εδώ πολλά, για να μην μαρτυρήσω60
απ’ τ’ άγριο σου κόλλημα και την χοντρή σου πλάκα,
σαν μου φωνάζεις «εσύ φταις» ενώ μου κάνεις τράκα!
Θέλω να γίνουμε όμορφοι, να χαίρομαι να βλέπω
τον ξύλινο Πινόκιο να λέει στον Τζεπέτο:
«Αχ! Τι καλά που έγινα άνθρωπος σαν κι εσένα,65
χτυπάει η καρδούλα μου κι όλους μας νιώθω Ένα!».
Και μη μου λες συνέχεια και μου υπενθυμίζεις
– Δεν το γνωρίζω λες αυτό; Έτσι εσύ νομίζεις; –
πως ο Χριστός μας έσκυψε το άγιο Του κεφάλι
και είπε ότι φταίει Αυτός για το δικό μας χάλι.70
Το ξέρω, αδερφάκι μου, γι’ αυτό και ‘γω το λέω,
για να το κάνω σαν κι Αυτόν στην πράξη κι όλο κλαίω.
Και κατηγόριες απ’ αυτούς που αγάπησα σηκώνω
και λέω «συγχωρέστε με», σφαδάζω από τον πόνο,
κι αν έχω εγώ μετάνοια, Εκείνος θα το κρίνει.75
Δωσ’ μου λοιπόν το χέρι σου κι ας κάνουμε ΕΙΡΗΝΗ!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου