Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2010

Απόπειρα συνέχειας ... λειψή


Συνέχεια της Ραπσοδιάς και πέρασαν δυο χρόνια
μα πάνω στην σκακιέρα μου κοιμήθηκαν τα πιόνια.
Κι έγινε μάχη φοβερή κι ακόμα συνεχίζει
και το μυαλό τη νίκη του λέει και πανηγυρίζει:
πως αν και σας παρήγγειλα ότι θα σταματήσει
για να μπορέσει η καρδιά τη ζήση μου να ορίσει
δεν τα κατάφερα καλά και να 'τη πάλι η μπόρα
σύννεφα οι σκέψεις γίνανε και πάλι βρέχει τώρα.
Δεν ήταν όμως μάταιη ως τώρα η διαδρομή μου
κι όλα όσα πριν κατέγραψα υπάρχουν στη ψυχή μου,
μα όλο και περισσότερο το παίρνω πια χαμπάρι
πως για ν' αδειάσει εντελώς το μέσα μου αμπάρι
θέλει θυσία αιματηρή κι απόφαση μεγάλη
μα δεν υπάρχει επιλογή ελευθερίας άλλη.
Γι' αυτό και υποκύπτω εδώ για άλλη μια στα λόγια
μήπως κι η εξομολόγηση αδειάσει τα υπόγεια
ώστε ενώπιον Θεού κι ανθρώπων να εκφράσω
τα λάθη που με κάνανε τον δρόμο μου να χάσω.
Όχι, δεν απελπίζομαι και δεν θα κάνω πίσω
δεν έχω άλλο στη ζωή για να επιθυμήσω
απ' το να πιάσω της καρδιάς το νήμα και να πάω
εκεί που όλα τα χωρά η λέξη "Αγαπάω".
Πορεία δεν είναι λογικής η εξομολόγησή μου
κι ας συγχωρέσει ο Θεός την υποδούλωσή μου
στα λόγια αυτά τ' ανούσια στα φλύαρα στιχάκια
μ' απλώς ζητώ απ' τον ρυθμό σα να 'ναι παλαμάκια
να δόσει τέμπο στη καρδιά να την ακούσω λίγο
γιατί θαρρώ πως ξέφυγα κι άρχισα να την πνίγω.
Αδέρφια, σφαίρες πέφτουνε και ψάχνω μιαν ομπρέλα
πότ' από 'δω πότ' από 'κει και του κενού η τρέλα
το ξέρω είν' αβάσταχτη γι' αυτό βουτάω ό,τι να 'ναι
μα όλα είναι ψευδαίσθηση στο τέλος και πονάνε.
Με βγάζουν απ' το δρόμο μου κι ολότελα χαμένα
μοιάζει να τα 'χω όλα ξανά όσα είχα δεδομένα.
Έδαφος στέρεο πουθενά, σ' όσα θωρούν οι αισθήσεις
και του μυαλού οι τεχνικές και οι αναζητήσεις
λαβύρινθος κανονικός, ενώ μέσα βαθιά μου
"έλα σε μένα γρήγορα" φωνάζει η καρδιά μου.
Μα δε μ' αφήνει ο θόρυβος κι η βία αυτού του κόσμου,
τα πάθη που λυσσάξανε κι ορμήσαν πάλι εντός μου.
Κι αν ξέφυγα απ' τα παλιά άλλα ήρθαν καινούρια
κι επίθεση ετοιμάζουνε και μου φωνάζουν: γιούριαααααα!!!
Κι αν κάνω πως τα αψηφώ και κάτσω στα αυγά μου
απ' άλλη πόρτα μπαίνουνε κι ορμούν στην άμυνά μου
δημιουργόντας ταραχή, προβλήματα και φόβους
για να με σπρώξουν στη γωνιά, να βρούνε άλλους λόγους
να μ' αποσπάσουν εντελώς και να με αναγκάσουν
να χάσω την υπομονή για να μ' εξαγοράσουν.
ΕΝ ΚΑΙΡΩ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ...

Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2010

Φίλε μου Αντώνη ...


Αντώνη, Αντωνάκη μου, καιρός έχει περάσει
που άφησα τη συγγραφή και τρέλα μ’ έχει πιάσει
καλά τα λόγια κι ο καφές, καλά και τα τραγούδια
μα έξω ήρθε η άνοιξη, ανθίσαν τα λουλούδια
κι είναι η ώρα μας θαρρώ ίσως και περασμένη
ν’ ανθίσει μέσα κι’ καρδιά που ‘ναι σα μαραμένη.
Πάει καιρός που άφησα τις ρίμες και τους στίχους
κι έκλεισα μέσα μου βαθιά τους πιο ωραίους ήχους.
Μ’ έπιασε ο εγωισμός της ταπεινοφροσύνης
φοβήθηκα την έπαρση της κομπορρημοσύνης
κι όλα τα σταμάτησα, μαζί και τα στιχάκια
και γύρισα στις λάσπες μου πίνοντας ουισκάκια.
Τα δώρα που μου χάρισε ο ουρανός τα πήρα,
τα ‘κλεισα στο συρτάρι μου κι άνοιξα μια μπύρα.
Είπα «θα έρθει ο καιρός, ας κάτσω στα αυγά μου»
κι έθαψα μέσα στη καρδιά βαθιά τον Έρωτά μου.
Φοβήθηκα μήπως τυχών Τον χάσω, Τον προδώσω
και πως δεν είμαι ικανή εγώ να φανερώσω
με λόγια και με ποιήματα τη λαμπερή μορφή Του
ούτε στον ίδιο μου εαυτό ούτε σ’ άλλη πνοή Του.
Έφτιαξα μία έρημο και βάδισα μονάχη
και είπα πως με θαύμα πια θα σπάσουνε οι βράχοι
εγώ δεν το κουνάω από ‘δω, θα μπω στη φυλακή μου
μήπως τυχόν και μυριστούν τι κρύβω οι εχθροί μου
και για εχθρούς μου εννοώ τους μέσα μου κουρσάρους
μη πάει ο νους σ’ αδελφούς, σε φίλους και κουμπάρους.
Μα είχε παρενέργειες αυτή η απόφασή μου,
εκεί μέσ’ στα σκοτάδια μου και μέσ’ στη φυλακή μου
έχασα το κουράγιο μου, την πίστη, μα κυρίως
το όπιό της μου ‘ρίξε η λήθη αιφνιδίως!
Κι έτσι με πιάνει δύσπνοια και πιάνω τα μπουκάλια
σ’ αφήνω πάντα νηστικό και γίνομαι εγώ χάλια.
Τύψεις με πιάνουν φυλάω τόσο τον εαυτό μου
και από φόβο υφίσταμαι την εξουσία του νόμου.
Χάνω όμως τα λόγια μου, όπως και τώρα πάλι
κι ενώ άλλα θέλω να σου πω μου έρχεται μια ζάλη.
Αμέσως μια παραίτηση με πιάνει και μπλοκάρω
και σταματάω στη γωνιά του δρόμου μη τρακάρω.
Αλλά απ’ την άλλη σκέφτομαι πως δεν μπορεί να γίνει
χωρίς εξομολόγηση ο έρωτας καμίνι.
Να όμως που δεν δίνονται τα λόγια μ’ ευκολία
γι’ αυτό η τόση ασάφεια και η κενολογία.
Ίσως να πρέπει το λοιπόν πολύ να φλυαρήσω
μέχρι να δώσει η καρδιά λόγια να σου μιλήσω
και ίσως να μην είναι καν’ το θέμα μας τα λόγια
εγώ μονάχα αυτό ποθώ «να φύγουμε απ’ τα υπόγεια!»
Μα κοίτα να, μου μοιάζει σαν ασπρόμαυρη ταινία
αυτή η πραγματικότητα κι η φαρσοκωμωδία
που μόνο αυτό γνωρίζουμε, το άσπρο και το μαύρο
κι εγώ ζητώ τον ορισμό του κόκκινου για να ‘βρω
μα σαν μιλώ για κόκκινο φαίνεται ουτοπία
φαίνεται σαν παράλογο ή απλά σαν φαντασία.
Απ’ την ουράνια Vodafone πρέπει να βρούμε σήμα
για διαγράφει ο έρωτας τριγωνικό το σχήμα
για να ‘ναι δυο κι Αυτός μαζί και η ροή ν’ αρχίσει
πρέπει το κόκκινο ο νους πρώτα να εννοήσει.
Γι’ αυτό χάνω τα λόγια μου σαν πάω να σου μιλήσω
γιατί μιλάν για κόκκινο και πώς να στο εξηγήσω.
Το περιγράφει μια χαρά το άσμα του Περίδη
και θα μπορούσα να το πω κι εγώ εν κατακλείδι
«… και σαν τρελός σε γύρεψα, μα εσύ δεν εφαινόσουν
και πικραμένος γύρισα, να με ξανακλειδώσουν».
Αν και αισθάνομαι άδικη με το «δεν εφαινόσουν»
έρχονται σαν το λέω αυτό τα φίδια να με ζώσουν
γιατί ούτε μια στιγμούλα Αυτός μόνους δεν μας αφήνει
μα εγώ κολλάω στο «κινητό» (αισθητό) και σήμα δεν μου δίνει
γιατί η ουράνια Vodafone θέλει κεραία άλλη
απ' της καρδιάς το τίκι τακ κι όχι απ' το κεφάλι.
Σήμερα το πρωί λοιπόν ξύπνησα ξαφνιασμένη
σαν πάλι να θυμήθηκα πως είναι οι ερωτευμένοι
και σαν να 'νοιωσα γύρω μου την αύρα του Καλού μου
ένα αεράκι απαλό αντάριασε το νου μου
που είμαι; και τί κάνω εδώ κλεισμένη και δεν τρέχω;
γιατί την λήθη αγκάλιασα; γιατί σήμα δεν έχω;
Θυμήθηκα που λέγαμε λοιπόν εχθές αντάμα
πόσο μας λείπει ο Έρωτας και μ' έπιασε το κλάμα
γιατί το θέλησα πολύ να 'βρισκα έναν τρόπο
να βρούμε εκείνα τα φτερά που διώχνουνε τον κόπο
και να πετάξουμε μαζί με τους Ερωτευμένους
μακριά απ' όσα μας κρατούν στη φυλακή δεμένους.
Και φυσικά δεν σου μιλώ για εκκρίσεις και κρεβάτια
μιλώ γι' αυτό που αντανακλούν τα παιδικά τα μάτια.
Δεν ξέρω πια είναι η διαδρομή να φτάσουμ' εκεί πέρα
μα θα 'θελα να βρω απλά τον τρόπο κάποια μέρα
να μπω μέσ' στην καρδούλα σου να πω το μυστικό μου
μα όλο μπλοκάρει η ροή στο παραμιλητό μου.
Πολλά έχω πει κατά καιρούς με άλλοθι την τρέλα
μιλάω για κόκκινο για μπλε και συ άμα θέλεις γέλα
και είναι σίγουρα σωστός ο έμμεσος ο τρόπος
μα έρχεται κάποια στιγμή που 'ναι μεγάλος κόπος
και τυραννάει το μυαλό το «γύρω-γύρω όλοι»
και θες στη μέση να βρεθείς μαζί με τον ... Μανώλη!
Θέλεις να μπούμε στο ψητό, να φάμε και να πιούμε
και μέσα στα τραγούδια μας το "κόκκινο" να πούμε.
Μα μοιάζει επικίνδυνο, τρίζουν οι ασφάλειές μας
η λογική επαναστατεί, μας πιάνουν οι ενοχές μας
μήπως τυχόν και χάσουμε την όποια υπόληψή μας
ή και τη σωτηρία μας που έγινε επένδυσή μας!
Δεν το ρισκάρεις πια λοιπόν να μπεις μεσ' την ουσία
φαίνεται ποιο παράτολμο κι από την συνουσία
κι έτσι κανείς για κόκκινο δεν το τολμά να λέει
γι' αυτό η καρδιά μας μαύρισε και το αίμα της δεν ρέει.
Ούτε από 'δω, ούτε από 'κει λοιπόν πια δεν κουνάμε
καθίσαμε στα υπόγεια και πια δεν προχωράμε.
ΕΝ ΚΑΙΡΩ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ...

Μαθήματα χορού

Μαθήματα χορού, μαθήματα ρυθμού, μαθήματα ζωής, ρυθμικής, χορευτικής. Ζωής ρυθμικά χορευτικής, χορού στο ρυθμό της ζωής, ρυθμού ζωηρού, χορού εν χορώ, στο χώρο. Συνείδηση σπουδαίου, σημαντικού, μεγάλου. Κυνήγι πρωτειάς. Φωτιά, όχι μίζερη κοκκορομαχία. Αρχοντική πεποίθηση εις την ρευστότητα του "είναι" ή μάλλον του "μη είναι", του "είναι" εν τη απουσία της αίσθησης του "είναι". Ρυθμός, ενέργεια.

Το κύμα δεν είναι σωματίδιο (αν και υπό ορισμένες συνθήκες εμφανίζει σωματιδιακή συμπεριφορά). Μέσα από μια ρυθμική κίνηση, ακίνητο, ξεχειλίζει ενέργεια, μεταφέρει ζωή. Χορός, ρυθμική ταλάντωση. Χιλιάδες αυτόνομα "εγώ" εκούσια αυτοαναιρούνται. Συντονίζονται. Παραιτούνται. Κύμα. Ελάχιστη κίνηση, χωρίς παρεκτροπές και άχρηστες καταστροφικές πρωτοβουλίες. Συντονισμός, ρύθμιση, κατάργηση του αριθμού. Παλλόμενη μονάδα. Συσσώρευση ενέργειας. Μοναδική δημιουργία, ξεχείλισμα, ωρίμανση, καρποφορία.

Αποδιοργάνωση, αυτόνομη κίνηση, ταραχή. Εγώ είμαι. Ψευδαίσθηση, φυλακή. Ζώο, ζωή στη στέρηση. Στέρηση ζωής. Αριθμός. Ότι αρπάξει σε μία φαντασίωση, ψευδαίσθηση ζωής, παγερός σφετερισμός του όντος. Εγώ είμαι. Το κύμα έσβησε. Ξερό βαρύγδουπο "εγώ" φορτώνεται με "έχειν" και με "είναι". Μανία αύξησης των αριθμών εν πλήρει αρρυθμία. Εγκλωβισμός στα πράγματα. Τύχη μεγάλη που βρέθηκε να έχει. Ευτυχώς. Δυστυχώς. Δεν έχει, κατέχει. Τα πράγματα που έχω με κατέχουν. Απουσιάζει η έμπνευση. Η πίστη έχει σβήσει. Τάχα έχει, τάχα είναι. Φώτα χυδαία σβήνουν το σκοτάδι. Σκοτάδι μαύρο, σπινθηροβόλο γόνιμο κενό της απουσίας, ελπίδα, έμπνευση, ένταση.

Σφουγγάρι γεμάτο νερό, σκουλήκι λικνίζεται σαν κύμα με ρυθμό. Ενέργεια. Κάτι μεγάλο κυνηγά. Οι λέξεις χρώματα διάφανα που σβήνουν χωρίς υπόστρωμα και πλαίσιο, αραιωμένα χορεύουν με τη φύση, το προϋπάρχον υλικό. Ρυθμός, χορός, ζωή που μεταφέρει τη ζωή. Πνοή, γαλήνια έκρηξη ζωής. Ταλάντωση νεκρών σωματιδίων. Ρυθμός ζωής, μαθήματα χορού, ένα παιχνίδι. Παιχνίδισμα για το παιδί. Μαθήματα ζωής. Στράτα στρατούλα. Καλό ταξίδι.

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

ΜΕΝΟΥ

RAPSODIA 2006,
14 Ενότητες
RAPSODIA 2006
μονοκοπανιά
ΝΕΑ SODIAT S O N T A
1. ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑΑπό στίχο 1 έως 1000ΦΙΛΕ ΜΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ...1. ΤΑΔΕ ΕΦΗ ....... ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2007 (1/7)
2. Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΤΡΕΛΑΣΑπό στίχο 1000 έως 2000ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΣΥΝΕΧΕΙΑΣ ... ΛΕΙΨΗ2. ΤΑΔΕ ΕΦΗ ....... 15-8-2007 (2/7)
3. ΔΕΝ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΩΑπό στίχο 2000 έως 3000ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 20083. ΤΑΔΕ ΕΦΗ ....... ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2008 (3/7)
4. Η ΣΤΑΝΗ, ΤΟ ΑΠΟΛΩΛΟΣ ΚΙ Ο ΠΟΙΜΗΝΑπό στίχο 3000 έως 4000ΧΟΡΕΥΟΥΜΕ ΣΑ ΜΑΥΡΕΣ ΜΥΓΕΣ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΣΚΑΤΑ4. ΤΑΔΕ ΕΦΗ ....... 28-12-2008 (4/7)
5. Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΗΣ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣΑπό στίχο 4000 έως 5000Η ΣΠΙΘΑ ...5. ΤΑΔΕ ΕΦΗ ....... 25-2-2009 (5/7)
6. «ΣΩΤΗΡΑΣ», ΑΝΕΝΤΑ-
ΧΤΟΙ ΚΑΙ ΙΝΔΑΛΜΑΤΑ
Από στίχο 5000 έως 6150«ΜΙΑ ΚΙ ΕΞΩ»6. ΤΑΔΕ ΕΦΗ ....... 13-3-2009 (6/7)
7. ΕΥΑΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ Α Ν Α Φ Ο Ρ Α «ΓΥΡΩ-ΓΥΡΩ ΟΛΟΙ ΣΤΗ ΜΕΣΗ Ο ΜΑΝΩΛΗΣ»7. ΤΑΔΕ ΕΦΗ ....... 23-3-2009 (7/7)
8. ΓΡΑΜΜΑ Σ' ΕΝΑΝ ΦΙΛΟΔΕ ΜΕ ΝΟΙΑΖΕΙ ΤΙΠΟΤΑ …ΓΙΟΥΠΙ ΓΙΑ ΓΙΑ ΓΙΟΥΠΙ-ΓΙΟΥΠΙ ΓΙΑ …
9. «ΩΣΑΝΝΑ» ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ PLAYSTATION 
10. ΤΟ ΜΠΛΑΚ-ΑΟΥΤ ΤΟΥ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ ΚΑΙ Η ΓΕΝΝΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ 
11. ΝΑ ΣΥΣΤΗΘΩ 
12. Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ 
13. ΠΡΟΣΚΛΗΤΗΡΙΟ 
14. ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Τετάρτη, 2 Ιουνίου 2010

RAPSODIA 2006 Μέρος 1/6

Μέσα μου έχω χείμαρρο και δεν θα σταματήσω! 1
Δεν τα χρωστάω κανενός γι’ αυτό θα στα χαρίσω
σε δεκαπεντασύλλαβο για να ‘χει λίγη πλάκα,
για να σου κάτσει εύπεπτη ως κι η πικρή ατάκα.
Κι ο δεκαπεντασύλλαβος είναι μεγάλο δώρο, 5
σκέψου, ο Βιτσέντζος έγραψε τον Ερωτόκριτο όλο!
Λένε πως έγραψε πολλούς, δέκα χιλιάδες, στίχους
κι ο δεκαπεντασύλλαβος πως έχει τέτοιους ήχους
που συντονίζονται καλά με της καρδιάς τους χτύπους
και δίνουνε στο νόημα χιλιάδες δούρειους ίππους 10
για να μπορέσει η καρδιά να κατακτήσει εκείνο,
το οχυρό της λογικής που μοιάζει στο Πεκίνο,
στο τείχος του το Σινικό που απόρθητο υψωνόταν
κι έμοιαζε ατελείωτο και όλο το καυχιόταν!
Σε δεκαπεντασύλλαβο, λοιπόν, θα σου μιλήσω 15
και το κουβάρι του μυαλού θα ψάξω να το λύσω.
Γιατί ταιριάζει εύκολα στη γλώσσα τη δική μας,
αυτή που λένε ελληνική κι είχαν οι πρόγονοί μας,
όχι αυτοί που είχανε τον Περικλή παππού τους,
μα αυτοί που το 'χανε καλά βαλμένο μες στο νου τους· 20
πως άλλο ο εθνικισμός κι άλλο αυτό το πνεύμα
της οικουμενικότητας, που πήρε τότε ρεύμα,
απ' τ' ότι ο ελληνισμός δεν ήταν στις σημαίες,
μα άνοιγε τα σύνορα με όπλα τις ιδέες.
Όχι πως δεν χρειάστηκε να κάνει και πολέμους, 25
ήθελε ο Μεγαλέξανδρος κι αυτούς που λέγαν ξένους
να τους βαπτίσει Έλληνες με πόλεις και βιβλία
και αν αυτοί αντιστέκονταν, τότε ασκούσε βία.
Ήταν ιμπεριαλιστής, μα αυτό δε με χαλάει,
γιατί χαρτί είχε δυνατό κι ήθελε να τραβάει 30
μπροστά και να απλώνονται πολιτισμός και φώτα
και να 'ναι αυτό ενότητα και όχι τα τσιρότα
των δήθεν πολυεθνικών και των συνέδριών τους,
η απληστία των εθνών και των πορτοφολιών τους!
Έτσι κατάλαβε ο καθείς πως Έλληνας σημαίνει 35
αυτός που πνεύμα δυνατό και μόρφωση λαβαίνει
και σημασία πια καμιά δεν είχε, αν ο πλανήτης
λογάριαζε για δύναμη την ομορφιά της μύτης
που είχε η βασίλισσα, η Κλεοπάτρα, λέω,
ή όποιος άλλος δυνατός έκανε τον ωραίο. 40
Δύναμη είχε ο Ρωμιός, αυτός ο καραγκιόζης
που είχε χιούμορ και καρδιά κι ήξερε πώς να σώζεις
όχι με μπράτσα λογικής ούτε με τα λεφτά σου,
μα έτσι, να, χορεύοντας την ίδια την καρδιά σου!
Όπως τ' αληθινά παιδιά που τους νικάνε όλους 45
με στρατιωτάκια πλαστικά και χαρτονένιους στόλους
και λέω στ' αλήθεια τους νικάν, γιατί έχουνε ειρήνη
και θάρρος μέσα στην καρδιά και ό,τι τους τη δίνει
με ξίφος αθωότητας, μ' ευλυγισία και πίστη,
του δίνουν μια και δεν φορούν της λογικής καπίστρι 50
σαν και αυτό που οδηγεί σε μαύρη απελπισία
και όλο λέει πως ο εχθρός κερδίζει στα σημεία
και θα νικήσει με αριθμούς, στρατηγικές και άλλα
κι οι νόμοι πιθανότητας του δίνουνε τη μπάλα.
Κι εσύ με τέτοιους λογισμούς γίνεσαι ηττημένος 55
και ούτε καν το σκέφτεσαι ν' αντισταθείς με σθένος,
γιατί η καρδιά αφοπλίζεται από τη λογική σου
και το «κομπιούτερ» γράφει πια πως δεν νικιούνται οι εχθροί σου!
Έτσι, λοιπόν, μου φαίνεται πως το παιδί έχει πνεύμα,
αφού κι ο Καραγκιόζης μας μ' ένα μονάχα νεύμα, 60
υπενθυμίζει πως αυτό που πάντοτε νικάει,
δεν είναι ο εγκέφαλος που δήθεν κυβερνάει
και πως το πνεύμα κατοικεί σ' εκείνους τους «βλαμμένους»,
που τους περνούν ή για παιδιά ή για ερωτευμένους,
τρελούς ή καραγκιόζηδες, χαμένους πέρα ως πέρα, 65
που βλέπουνε τα «τέρατα» και τα νικούν μ' «ΑΕΡΑ!».
Μα οι «σοβαροί» δεν σκέφτονται ποτέ να λογαριάσουν,
πως ίσως πάρουνε το σκορ, αυτοί που, ενώ θα χάσουν
στις πιο πολλές τις μάχες τους, θα κάνουν ανταρσία,
γιατί δεν θα παραδοθούν στην μαύρη απελπισία, 70
μα με όπλα υπερδύναμα την πίστη, την ελπίδα
θα αποκρούσουνε στρατιές με μιαν απλή σανίδα,
παράλογα για τους πολλούς που δεν φαντάζονται ίσως
ότι μπροστά στη δύναμη και το ωμό τους μίσος,
υπάρχει κάτι ανώτερο που πάντοτε νικάει, 75
γιατί γεννάει τους ήρωες με κάτι που μεθάει,
με του έρωτά του το κρασί, της λευτεριάς τον πόθο,
τον όποιο δήθεν τέλειο μηχανισμό, που νόθο
παιδί είναι του εγωισμού και της σκληρής του βίας,
μα είναι στεγνό, ανέμπνευστο και άνευ σημασίας, 80
όταν στ’ αλήθεια έρωτα η λευτεριά εμπνέει,
που έχει φλόγα δυνατή και όλα τα κατακαίει.
Γι’ αυτό μοιάζουν οι ήρωες τρελοί, ερωτευμένοι,
που να νικήσουνε μπορούν όποιον κι αν τους τη μπαίνει!
Σα να ‘χουν τρόπο «μαγικό» κι ας χάσουν στα σημεία… 85
«Η ουσία είναι πιο βαθιά» μας λέει η Ιστορία!
Ούτε η δύναμη, λοιπόν, της αυτοκρατορίας
ήταν του αυτοκράτορα, ούτε καμιάς φατρίας,
μα ήτανε του πνεύματος που «φόραγε» τη γλώσσα
– μάλλον σ' αυτήν την εκδοχή το αυγό έκανε την κλώσσα – 90
που λέγονταν ελληνική και τη μιλούσαν όλοι,
την άλλη τη λατινική την είχαν για «βραχιόλι»,
μονάχα για τους νόμους τους και για την εξουσία,
όμως αυτή δεν στήριξε την τέλεια φαντασία:
Να ‘ναι Κοινή, μια αγκαλιά, όλους να τους χωράει, 95
αυτόν που γνώση γύρεψε, εκείνον που πονάει,
κι αυτόν που έχει στην καρδιά μαργαριτάρια χίλια
να του ανοίγει ποταμούς να βγαίνουν απ' τα χείλια,
που να μπορούνε ν’ απλωθούν σ' όλη την Οικουμένη,
σείστηκε ο πύργος της Βαβέλ, όταν πολιτισμένοι 100
ήταν πια όσοι ενώνονταν στην καθομιλουμένη,
που ήταν η Ελληνική κι ήταν διαδεδομένη.
Δεν τους διαχώριζε η φυλή, ο τόπος ή το χρώμα
– ως το 'δαν κι οι αρχαίοι μας απ' του Όμηρου τα χρόνια –
Ρωμιός λεγότανε αυτός που ελληνικά μιλάει 105
κι ένιωθε οικουμενικός κι ας ζούσε στο… Ντουμπάι!
Γιατί το πνεύμα ελεύθερο πνέει σ' όποιον θελήσει
και δεν μπορούσε πια κανείς να το περιορίσει
με σύνορα, εθνικισμούς με όπλα και με βία,
αυτό γεννάει πολιτισμούς και πήρε τα ινία. 110
Στην ιστορία την παλιά που λεν ρωμαϊκή μας,
όλοι αισθανόμασταν Ρωμιοί και νιώθαμε δική μας
την οικουμένη ολόκληρη, που τηνε συγκρατούσε
το πνεύμα κι ο πολιτισμός κι απλώνονταν και ζούσε
κι έχει η ενότητα ρεκόρ να ζήσει τόσα χρόνια 115
κι ας χάθηκε το άρωμα από κείνη την κολόνια,
γιατί διασπαστήκαμε και γίναμε ραγιάδες,

τη θέση σαν διαχώρισαν της Δύσης οι παπάδες
κι εμείς καλά το φάγαμε αυτό το παραμύθι
κι η ιστορία πέρασε βαθιά μέσα στη λήθη, 120
γιατί έτσι το θελήσανε κατακτητές και Φράγκοι
να πάρει η βαρβαρότητα το πνεύμα αυτό φαλάγγι·
να του αφαιρέσει την καρδιά κι όλο το μεγαλείο
κι αφού του βάλει σελοφάν να το 'χει στο ψυγείο,
για να καυχιέται πως αυτή τα πράγματα ορίζει 125
και να βρει ο εγκέφαλος της Δύσης μετερίζι .
Και τώρα πάλι απ' την αρχή να ξεκινάει το ποίημα
της παγκοσμιοποίησης που γίνεται με χρήμα
και του φονιά τη λογική, ανέμπνευστα και στείρα,
κι ας ισχυρίζονται αυτοί πως τάχα έχουν πείρα. 130
Τα 'καναν σαν τα μούτρα τους, δεν έχει οξυγόνο
κι εγώ κι εσύ αναπνέουμε τ' απόβλητα τους μόνο
κι ονειρευόμαστε μαζί με έθνικ τραγουδάκια,
μια οικουμενοποίηση, αυτήν που με σουβλάκια,
με μπύρες κι αναψυκτικά, «κοινόβιο» θα την λέμε 135
και τα «παιδιά των λουλουδιών» το ήθελαν μα κλαίνε,
γιατί επιθύμησαν να βρουν και μάλιστα να φτιάξουν
επίγειο παράδεισο, χωρίς όμως να ψάξουν
λίγο βαθιά πιο μέσα τους εκείνες τις κολάσεις,
που κάνουν ό,τι εμπνεύστηκες στα γρήγορα να χάσεις· 140
στο σεξ, στα drugs and rock ’n’ roll, στα μάτια κοινόβια,
που όπως αποδείχτηκε δεν ήταν αιωνόβια
και κάνανε τον πόθο τους γι’ αλήθεια κι ευτυχία
να ξεφουσκώσει επώδυνα και να ‘ναι ουτοπία.
Έτσι τ' αυγό τους έκοψε και χάλασε η σούπα, 145
άκου και τ' άλλα, φίλε μου, λίγα είν’ αυτά που σου 'πα!
Εδώ στης λήθης τα νερά, το 2006,
γι’ αγάπη δεν μιλάει κανείς και όλοι γίναν σέξι!
Και να μιλήσεις, τι να πεις, η αγάπη δεν πουλιέται.
Μόνο το χρήμα κι η ηδονή κι η δύναμη αγαπιέται. 150
Δεν έχει ράφια η αγορά γι’ αυτό που λέμε αλήθεια
και για ευτυχία φαίνεται μονάχα η συνήθεια.
Κανείς δε θέλει να το πει κι όλοι χαμογελάνε
με ψεύτικα χαμόγελα και δεν τ’ ομολογάνε,
πως πρέπει καθημερινά καθένας που ρωτιέται, 155
παίρνοντας τα χαπάκια του να λέει πως φχαριστιέται.
Ενώ κοντεύει να εκραγεί απ’ την υποκρισία,
απ’ την ψευτιά κι απ’ την τρελή ασυνεννοησία
και ψάχνει λίγη συντροφιά μες σε διασκεδαστήρια,
που στήνουν γλέντια πλαστικά, μα είναι κοιμητήρια· 160
ή ζεστασιά αναζητά, τη μοναξιά να κρύψει,
σε σχέσεις που η εξάρτηση κοντεύει να τον πνίξει
και άλλα λέει σ’ αυτές μπροστά, ενώ άλλα μέσα του έχει,
μα τα κρατάει γιατί αλλιώς μόνος του δεν αντέχει.
Δεν είν’ ότι καλύτερο, μα όμως τι να κάνει, 165
κοιτάει απ’ αυτές να κρατηθεί, ώστε να μην πεθάνει.
Τι; Ψυχική ενότητα; Θα βάλουμε τα γέλια,
αν κάποιος που’ ναι αφελής πει τέτοια «ευαγγέλια»,
μα για όσους ενδιαφέρονται για να περνάν την ώρα,
υπάρχει προσομοίωση ενότητας στη χώρα, 170
στο «πνεύμα» οργανώσεων κάθε μορφής και τύπου,
για κάθε ένα που ζητά την αύξηση του χτύπου
της δόλιας της καρδούλας του για να πειστεί πως κάτι,
κάποτε τον ταρακουνά να βγεί απ’ το κρεβάτι
της μαύρης του κατάθλιψης και της μονοτονίας 175
με αίσθημα συμμετοχής σ’ ομάδες «σωτηρίας».
Βέβαια, δεν έχει πια καμιά μεγάλη σημασία,
οργάνωση πολιτική αν είναι ή εκκλησία,
σύλλογος ορειβατικός, γκρουπ ψυχοθεραπείας,
κοινωνικού ενδιαφέροντος ή και φιλοσοφίας, 180
ομάδα για ποδόσφαιρο, παρέα για γαρδούμπα,
μπαρ, καφενείο για χαρτιά ή όποια άλλη αρλούμπα!
Αρκεί να ρέει η ζωή και να ‘χεις λίγο απ’ όλα
σαν νόστιμα μπαχαρικά μέσα στην κατσαρόλα.
Αν δεν βολεύεσαι μ’ αυτά, βούλωσ’ το και κολύμπα! 185
Κατάπιε ένα lexotanil ή παίξε μια μπιρίμπα…
Μη σκέφτεσαι το θάνατο μα ούτε τη ζωή σου,
τη μόνη αξία έχει πια η επιβίωσή σου!
Γιατί ‘σαι μπρος στο μέτωπο, πολέμου εν εξελίξει
κι ο πιο μεγάλος σου εχθρός είναι στ’ αλήθεια η πλήξη, 190
αυτής της ματαιότητας που σ’ έχει ήδη νικήσει,
όμως σου λέει ταυτόχρονα πως ο νεκρός θα ζήσει.
Δεν το’ χει πρόβλημα αυτή, έτσι ακριβώς σε θέλει,
ζόμπι να είσαι φρόνιμο και να πληρώνεις τέλη.
Αφού ο καλός αιχμάλωτος πρέπει να αγοράζει 195
το όπλο που τον χτύπησε κι έτσι να ησυχάζει.
Εφόσον είν’ αναίσθητος και δεν καταλαβαίνει
ούτε θυμάται, βέβαια, ζωή πια τι σημαίνει.
Μετά από τη λοβοτομή, ωραία όλα τα βλέπεις…
Δεν βρίσκεις πρόβλημα ουδέν και όλα τα αντέχεις. 200
Μοιάζει εικόνα θλιβερή, ανθρώπου σε ερείπια
μετά από τον πόλεμο με παντελόνια τρύπια,
που τίποτα δεν του ’μεινε και για να επιζήσει,
αφού είν’ όλα πια νεκρά, κοιτάει να το γλεντήσει.
Με τ’ άντερα να κρέμονται, κατάχαμα στο δρόμο, 205
«δεν πάθαμε και τίποτα!», φωνάζει από τον τρόμο.
Και τρώει από τα πτώματα, πίνει από το αίμα,
λέει για ζωή τον θάνατο, γι’ αλήθεια λέει το ψέμα,
κάνει τα σκάγια του φονιά το μόνο του παιχνίδι,
βίδες και παλιοσίδερα τα βλέπει για στολίδι 210
και δεν αντέχει όποιον του πει και τον πληροφορήσει,
πως ζει μια ψεύτικη ζωή κι ότι «δεν τρέχει η βρύση».
Τρελαίνεται, ωρύεται, τον πιάνει μια κρίση,
δεν θέλει αυτό ποτέ κανείς πια να του το θυμίσει.
Δεν θέλει ούτε να το δει, του ‘ρχεται απελπισία 215
και προτιμάει την ψευτιά και την υποκρισία
κι αν κάτι πάει να θυμηθεί στην παλαβή το ρίχνει,
ευθύς αμέσως το κουτί με τα χαπάκια δείχνει.
Ποιά ερείπια, ποιός θάνατος, όλα καλά του μοιάζουν,
είναι τρελοί όσοι πενθούν και για ζωή ουρλιάζουν! 220
- Πώς κάνεις έτσι, φίλε μου, είν’ η ζωή ωραία!
Εδώ μες στα ερείπια, αν κάνουμε παρέα,
αν δηλαδή ρουφήξουμε ο ένας του άλλου αίμα
μ’ άλλοθι το συναίσθημα και πούμε κάνα ψέμα,
πως τάχα αγαπιόμαστε κι είμαστε φιλαράκια 225
ή εραστές, αν προτιμάς, απ’ τ’ άλλα βαμπιράκια
ή συνεργάτες ή ότι θες ακόμη και συντρόφια,
έχει περίσσευμα πολύ και πτώματα ατόφια
να κάνουμε μνημόσυνα κι ενέσεις παρελθόντος
και να νομίζουμε ξανά πως ζούμε αλήθεια όντως! 230
Μα μη μου κάνεις τη λαδιά κι αλήθεια φανερώσεις,
τι ζούμε και πού είμαστε γιατί θα μετανιώσεις.
Εγώ το πήρα απόφαση, έτσι καλά να ζήσω
και αν μου δείξεις τα σκατά, θα σε πυροβολήσω!
Γι’ αυτό και είναι ντεμοντέ ν’ αφήνεσαι στις θλίψεις, 235
πρέπει να είσαι πάντα «up», αλλιώς σου βάζουν τύψεις
σε τέτοια ωραία εποχή, με τέτοια ευδαιμονία,
όσοι δεν βρίσκουν γιατρειά, θέλουν ψυχιατρεία.
Λίγη χωμάτινη χαρά και είμαστε εντάξει
κι όποιος ποθήσει ουρανό, πρέπει να μπει σε τάξη, 240
μα αν πολύ πια καίγεται έχει και πλανητάρια,
γκρουπάκια αυτοσυγκέντρωσης, θρησκευτικά σενάρια!
Είν' όμως όλα φυλακές, της μηχανής γρανάζια,
ίσα να μένεις ήσυχος και να μη δίνεις γκάζια.
Ως και τον ίδιο τον Χριστό που είπε: «Εγώ είμαι η Αλήθεια» 245
κι είπε στη Σαμαρείτισσα πως μόνο μες στα στήθια
ήρθε η ώρα ο Θεός εν Πνεύματι Αγίω
να προσκυνιέται κι όχι εδώ ή στ' άλλο ιερατείο .
Αυτόν που η Συναγωγή Τον δίκασε για τούτο,
γιατί φοβήθηκαν πολύ και το 'δαν για ντεμπούτο 250
πολιτικής, θρησκευτικής ή άλλης θεωρίας
κι ούτε χαμπάρι πήρανε της κάθε προφητείας,
φτάσαμε να Τον κάνουμε θρησκευτικό ηγέτη,
θαρρείς κι Εκείνος ήθελε σαν κάθε πλάνο ψεύτη
να Τον λατρεύουν οι πιστοί, για να αισθανθεί σπουδαίος, 255
και να 'ναι στην ατζέντα μας ακόμη ένας γενναίος.
Τι κρίμα! Λογαριάσαμε και το 'παμε θρησκεία
και την Αλήθεια κλείσαμε μονάχα στα βιβλία
κι αφού η θρησκεία είναι απλά του εγκεφάλου νόσος,
βολεύτηκε η αρρώστια μας, μα υπάρχει κι ένα κόστος: 260
Μπήκε σε ράφι ιδεών ο αληθινός ο Λόγος
και μέσα στον πλουραλισμό πια δεν υπάρχει ψόγος.
- «Πολλές αλήθειες έχουμε κι όποια γουστάρεις πάρε,
για να περνάς την ώρα σου, μην πλήξεις, ρε κουμπάρε!»
Και μην το παίρνεις σοβαρά, όλοι σωστά τα είπαν, 265
οι θεωρίες μοναχά για τα αυτιά γινήκαν
ή και για λίγη εξάσκηση για να 'μαστε ωραίοι,
στιλάτοι κι ενδιαφέροντες και προπαντός μοιραίοι.
Και κοίτα, μην κολλάς, γιατί είν’ όλοι στο παιχνίδι,
Μωάμεθ, Βούδας και Χριστός στο ίδιο το γρασίδι. 270
Τώρα, δεν ξέρεις ακριβώς τι είπε ο καθένας,
μα τι σε νοιάζει, απόλυτη αλήθεια λέει Ένας,
που είναι αλήθεια οι πράξεις του κι όχι μόνο τα λόγια
και δεν λατρεύει τα γραπτά ούτε και σπέρνει σόγια,
για να ‘χουνε τη φήμη του σπάνια κληρονομιά τους 275
και να καυχιούντ' οι εγγονοί πως τάχα η γιαγιά τους
μ' αυτόν τον ίδιο τον Χριστό κι ο "Κώδικας Ντα Βίντσι"
να λέει πως γενεαλογικό δένδρο επιτέλους βρίσκει.
Θαρρείς και θα ‘χε νόημα άλλο, του Θεανθρώπου
ο λόγος κι η αλήθεια, αν βρίσκαμε επί τόπου 280
του DNA ανάλυση μέσω εργαστηρίου,
για να ‘χουμε απόδειξη αντί του Μυστηρίου.
Όποιον βολέψει βάλ' τονε, τη μπάλα να σουτάρει
λίγο από δω, λίγο από κει, κάτι θα βρει να πάρει
του καθενός η γκλάβα του, βάλ' τα σε μιξεράκι, 285
βάλε και λίγη ανάλυση από του Φρόυντ το «τζάκι»
και αν κολλήσεις πουθενά και σου 'ρθει κάνα πάθος,
υπάρχουν και Μουζαχεντίν, μα αυτό το βρίσκω λάθος!
Κοίτα εσύ να 'σαι καλά, μην τύχει κι αρρωστήσεις
και πας στην επιχείρηση και όλα τα διαλύσεις. 290
Σε θέλουν να 'σαι υγιής, για να μην είσαι τσόντα,
σου 'χουν κι αυτοσυγκέντρωση και δάσκαλο της γιόγκα,
θα βάλουν και σολάριουμ, ίσως κι ένα τζακούζι,
σάουνα, γυμναστήριο, πισίνα και καρπούζι…
Δίνουν καφέ, αναψυκτικό, delivery in lunchtime 295
και ψυχολόγο αν χρειαστεί, ας είναι και part time·
να μη σαλτάρεις φίλε μου και κάνεις κάνα crime,
κοίτα να είσαι λίγο κουλ με βότκα και με lime!
Και να το λες, αν στο ζητούν: «ο γάιδαρος πετάει!»
Κάνε και λίγη δίαιτα, για να 'σαι πάντα high! 300
Σ’ ωραία φόρμα, υγιής και πάντα ευτυχισμένος
και μ' ένα αγχολυτικό, λιγάκι ναρκωμένος.
Μην τύχει κι υποψιαστείς, τι γίνεται εδώ πέρα,
σκλάβο για να σε έχουνε, σου κάνουνε κι αέρα!
Γιατί το αίμα σου ήπιανε κι απόκτησες και άγχος, 305
βγάζεις και τίποτα σπυριά κι αυξάνεται το πάχος,
μην το φοβάσαι, φρόντισε για σένα ο… Προκρούστης,
λίγη στοργή και μια προδέρμ, στο τέλος θα ‘σαι πούστης!
Γιατί όλο ζορίζεσαι και δεν ευχαριστιέσαι,
μα αν πολύ πια τα 'παιξες, μη μου στενοχωριέσαι… 310
Η ομοιοπαθητική, αυτά τα έχει λύσει
κι αν πας στον ψυχαναλυτή, μπορεί να σε βοηθήσει.
Αν πάλι ούτε και σ' αυτό βρήκες τη γιατρειά σου,
για δες κάνα ριάλιτι ή πάρε τη γιαγιά σου
τηλέφωνο και ζήτα της, μέντιουμ ή αστρολόγο, 315
κι αν ούτε τότε γιατρευτείς, τρέχα στον σεξολόγο!
Μπλόκαρε το μηχάνημα, μην ψάχνεις την ψυχή σου,
θες λίγη εκσπερμάτωση, αυτό είν' η ζωή σου!
Και απ' αυτό μη νοιάζεσαι, έχει το μαγαζί μας
ό,τι μπορείς να φανταστείς, όλα στη δούλεψή μας! 320
Δεν το 'δες; Στο φωνάζουμε με όλους μας τους τρόπους,
το σεξ είναι το νόημα που κάνει τους ανθρώπους
να είν' ωραίες μηχανές, να 'ναι καλά ζωάκια,
το λένε κι οι τραγουδιστές και βγάζουνε δισκάκια,
το λένε τα περιοδικά, το λεν οι διαφημίσεις, 325
δεν το 'πιασες; Δεν σου 'φτασαν τόσες ωραίες πλύσεις
στον άρρωστό σου εγκέφαλο κι ακόμα αναρωτιέσαι;
Όλοι στο λένε φίλε μου, αυτό είναι: «Δε γαμιέσαι;»
Τι; Θέλεις να 'χει αίσθημα; Ε, πάρε το χαμπάρι,
πως όλα είναι του μυαλού χημεία και παζάρι! 330
Δεν είναι τόσο δύσκολο να φτιάξεις κι ιστορία,
να, κιόλας σου την φτιάξανε σε σήριαλ και βιβλία!
Κάνε καμία προβολή, κούρδισε το μυαλό σου,
είν' εύκολη η συνταγή, να βρεις τον άνθρωπό σου.
Έχει ακριβώς στα μέτρα σου ρόλους να σου ταιριάζουν, 335
είναι γεμάτη η αγορά, χίλια καλά σου τάζουν.
Αν ψάχνεις για πολύ σασπένς, προτίμησε καψούρα
να μη γνωρίζεις που πατάς απ' την πολλή ζαλούρα,
με χίλιες δύο προσφορές απ' τη βιομηχανία,
τραγούδια ποπ και λαϊκά γεμάτα φαντασία, 340
που φτάνουνε ως και σ' αυτό, σου λεν ν' αυτοκτονήσεις,
αν έχεις τέτοιο βάσανο, τι; Θέλεις και να ζήσεις;
Ή σου κεντρίζουν το θυμό, αν μάγκας θέλεις να 'σαι,
αφού αυτή 'ναι μ' άλλονε και μόνος σου κοιμάσαι,
δεν θα σ' αφήσουνε γι’ αυτό να πας έτσι χαμένος, 345
πάρε καψουροτράγουδα και γίνε μεθυσμένος!
Έχουν οινόπνευμα πολύ και πίστες και σόου μπίζνες,
πλήρωσε για την τρέλα σου ή βάλε τα στις πρίζες,
ραδιόφωνα, μα και cd ή τηλεορασούλα
και ψήφισε διαγωνισμούς να βγαίνει πρώτη η Σούλα 350
ή εκείνος ο διασκεδαστής με τους χρυσούς τους δίσκους,
στο κόλπο αυτοί σε βάλανε, μην τους αφήσεις τρίτους!
Βρε, που θα βρεις καλύτερα, ούτε στις διακοπές σου
ούτε στα tours and travelling, ούτε στον καναπέ σου!
Τώρα, γιατί τον ψώνισες τον καναπέ στη σάλα, 355
αφού είσαι για τα μνήματα απ' την πολλή τρεχάλα;
Ε, θα 'ρθει και η ώρα αυτή, όμως πάντα με μέτρο
θα 'ρθουν τα φιλαράκια σου, θα φάτε καμιά Pesto
θα γίνει ωραίο happening με μπύρες ή με ούζα,
θα σπάσει η ρουτίνα σου κι η τύχη η γρουσούζα, 360
θα νιώσεις κι εσύ άνθρωπος σ' εκείνο το weekend σου,
θα βγάλεις το σερβίτσιο σου και τότε ο καναπές σου,
σίγουρα θ' αξιοποιηθεί για μια φορά ακόμα,
μα αν όχι, αύριο στις 7.00 θα δείξουν ένα πτώμα!
Αυτό που ψάχνουν να το βρουν εδώ και δέκα χρόνια… 365
Τότε θα νιώσεις κι ανθρωπιά, γιατί μες στα σαλόνια
οι ειδήσεις τους μας βάζουνε πάντα στην πρώτη θέση
να αποκτούμε άποψη με σπόνσορα την Pepsi.
Γιατί που ξέρεις, να, μπορεί να έρθει εκείνη η ώρα,
αφού όλα τα κατάλαβες στον καναπέ σου τώρα 370
και να σε βγάλουν μάγκα μου παράθυρο στο Mega
ή σ' ένα πρωινάδικο να φτιάξεις μια μαρέγκα.
Κι αν πάλι είσαι ντιπ για ντιπ και άποψη δεν έχεις,
φαίνεσαι βλάκας, μπουνταλάς, μοιάζει να μην αντέχεις,
μην το φοβάσαι, φίλε μου, έχεις ζουμί ως βλαμμένος, 375
δεν θέλουν να 'σαι οι εκπομπές και στενοχωρημένος.
Δες, πλάκα και πολλά λεφτά έχουν οι «Αϋπνίες».
Σ' αυτές τις after εκπομπές, γελάν και με κηδείες.
Όσος κι αν είναι ο πόνος σου, όσο βλαμμένος είσαι,
έχει η Ανίτα «όφωνο», την φήμη της για χτίσε! 380
Έτσι ένιωσε πανίσχυρη και κοίτα την σαρκάζει
τον πόνο, την κατάντια σου, στην τσέπη της τα βάζει
και της τη δίνεις φίλε μου και δεν το κρύβει διόλου,
βγάζει και δόντια ενίοτε και κέρατα διαβόλου!
Όμως το διασκεδάζουνε, γιατί έχει πολύ πλάκα, 385
πουλάει την τραγωδία σου, σε λέει και μαλάκα
και όλα αυτά τα έχει στυλ και νιώθει πάντα ωραία.
Θα 'θελα να 'ξερα, καλά κοιμάται κι έχει θέα;
Ή μήπως τηνε κυνηγούν ζόμπι και τερατάκια,
ίδια μ' αυτά στην εκπομπή που λέει πως έχουν πλάκα; 390
Θα 'θελα μία εκπομπή μ' εκείνη καλεσμένη
να δείχνουνε το χάλι της κι αυτή να 'ναι φτυσμένη
– άσε που πρόβλημα κι αυτό δεν φαίνεται να το 'χει,
άμα της δώσουνε λεφτά, δεν λέω πως θα πει όχι –
λοιπόν, και να γελάμε εμείς που τώρα κοροϊδεύει 395
κι ο Φρανκεστάιν θα το 'θελε, ίσως και να ζηλεύει,
αυτό το κατασκεύασμα που μπόρεσε να γίνει,
ζητώ συγγνώμη απ' το Θεό, γιατί αυτός θα κρίνει.
Άλλωστε το ‘παν πως αυτό που φαίνεται μωρία,
αυτοί που ίσως κλείνουμε μες στα ψυχιατρεία 400
– γιατί είναι κόπια η λογική κι η συμπεριφορά μας
σε τούτο τον μεσαίωνα, βρίσκουμε το μπελά μας,
αν τύχει και δεν μπαίνουμε εύκολα εμείς στην πρέσα
που έχει η κοινωνία μας, ευθύς μας κλείνουν μέσα –
ή αυτοί που κοροϊδεύουμε γιατί είναι σαν παιδάκια 405
ή κάτι βλάκες σαν και μας που γράφουνε στιχάκια
και προσπαθούνε με αυτά να βγούνε τσίμα-τσίμα,
γιατί δεν το ζηλέψανε το εύκολό τους χρήμα,
το είπαν πως αυτοί χωράν αυτό που λεν Σοφία
και όσοι βαυκαλίζονται γιατί έχουνε πτυχία, 410
θα φτάσουν οι απόψεις τους να 'ναι η φυλακή τους,
γιατί δεν το κατάλαβαν πως δεν είναι δική τους,
της πλάσης και του Δημιουργού η τέλεια Σοφία.
Αυτή τσακίζει εγωισμούς, κεφάλια και πρωτεία!
Τώρα, πολύ αν επιθυμείς σ' οθόνη να ποζάρεις, 415
έχει και άλλα χίλια δυο για σένα, μη φρικάρεις,
έχει και πρωινάδικα, έχει τηλεπαιχνίδια,
είπαμε και ριάλιτι, έχει και μια απ' τα ίδια,
τρέχα και μπες μες στο κουτί ή κάτσε να το βλέπεις,
έχει όλο γλέντια και χαρές, μη θλίβεσαι και πέφτεις. 420
Δες τι ωραία που περνούν οι διάσημοι παρέα,
πίνουνε, τρων και χαίρονται, χορεύουν και ωραία,
τους περισσεύει η χαρά, δείχνουν ευτυχισμένοι,
όλα πηγαίνουνε καλά, γιατί να 'ναι θλιμμένοι;
Και καμαρώνουν και πουλάν μία ωραία μούρη 425
και τρέχουνε τα σάλια σου για μάτι, ρε λιγούρη,
μα αυτοί διαφημίζονται κι έτσι θα πάρουν φράγκα
και τον τηλεπαρουσιαστή τον κάνουν μέγα μάγκα!
Μα αφού θες να 'χεις όλα αυτά, το θέμα είναι άλλο:
Μην τρως αέρα στα μυαλά και κάνεις τον μεγάλο, 430
είπαμε φαντασίωση να έχεις, να σ' αρέσει,
όμως να μη παρασυρθείς και χάσεις και τη θέση!
Το θέμα είναι να μείνουμε σ' αυτό το μοντελάκι,
γιατί αλλιώς το «concept» τους δε λειτουργεί, ρε Λάκη!
Να είσαι εργασιομανής, πάντα η δουλειά σου πρώτη, 435
να μη σε καταντήσουνε αργόσχολο και πότη.
Και ν' αποδίδεις στη δουλειά, ήσυχο μυρμηγκάκι,
γιατί είναι αυτό το τέλειο, το πιο «trendy» στυλάκι.
Για να ‘ναι έτσι ο χρόνος σου, χρήμα τους, δεν το πιάνεις;
Δούλεψε σαν να πρόκειται ποτέ να μην πεθάνεις! 440
Θ’ αρμέξουν το πενθήμερο σαν να 'σαι αγελάδα
και θα σ’ αφήσουν το weekend να βόσκεις στη λιακάδα.
Έτσι ακριβώς και πιο πολύ, σαν τα κτηνοτροφεία,
το λέει κι η υγιειονομική που 'χουν υπηρεσία,
όπως και τα ζωάκια μας κι εσένα θα σφραγίσουν, 445
προς το παρόν με ΑΦΜ θα σε καταχωρήσουν,
μα έχει κι άλλη, φίλε μου, σφραγίδα η ιστορία,
δεν δραπετεύουν έτσι απλά απ' τα κτηνοτροφεία!
Μα εσύ όμως έχεις κι αμοιβή, δεν είσαι σαν τα ζώα.
Αν πει ο «Τειρεσίας» τους πως όλα είν' αθώα 450
και δεν χρωστάς εδώ κι εκεί και όλα είν' εντάξει,
άντε ρε τυχεράκια μου, σου δίνουνε κι αμάξι!
Και κοίτα, μην το αρνηθείς, γιατί είναι ευκαιρία,
η πρώτη δόση άτοκη το 3003!
Γιατί έχουνε να παίρνουνε ως τότε τ' άντερά τους, 455
θα εισπράττουν και θα κάθονται και τα τρισέγγονά τους,
μα τα δικά σου θα χρωστάν τα μαλλιοκέφαλά τους,
δεν θα 'χουν ούτε κόλλυβα να κάνουν στη γιαγιά τους!
Έχει όμως κι άλλη αμοιβή για την σκληρή δουλειά σου,
οι τράπεζες σε σκέφτονται, βγάζουν τα δάνειά σου, 460
κάθε λογής, στεγαστικά και για ό,τι είναι ανάγκη,
ίσως και σεξουαλικά να δώσουν, ώστε η Μάγκυ
να 'ρθει τώρα στο σπίτι σου και να σε ικανοποιήσει
και ξεστραβώσου φίλε μου αυτή ‘ναι η μόνη λύση…
Το είπε και ο Ασκητής , το σεξ είν' πρώτο απ' όλα! 465
Πλύσου εσύ κι ετοίμασε dinner με κόκα κόλα
κι αν έχεις κάποιο πρόβλημα, αγόρασε viagra,
μα κοίτα «καβαλάρη» μου μη φτάσεις και στα άκρα
κι ύστερα σε μαζεύουνε λιώμα με κουταλάκι,
είπαμε να ευχαριστηθείς, μα όχι να πάθεις κάτι! 470
Πρέπει ακριβώς ν' ακολουθείς το «νι» μα και το «σίγμα»,
όπως το λέει ο Ασκητής και να μην είσαι χύμα.
Μα ας μην ξεχνιόμαστε, γιατί το πιο μεγάλο θέμα,
είναι το πώς οι τράπεζες σου πίνουνε το αίμα.
Γι’ αυτό πολύ σε αγαπούν, συνέχεια σου το λένε, 475
σε παίρνουν στο τηλέφωνο, σχεδόν φτάνουν να κλαίνε
από την αγωνία τους, μην κάτι και σου λείψει
ή μήπως δεν σου είπανε την προσφορά πριν λήξει.
Είναι εδώ ο «Βερόπουλος» , για να 'μαστε κεφάτοι,
τσίμπα εσύ στις προσφορές κι ύστερα κάτσε φάτη! 480
Όλα εδώ αγοράζονται και έχει πολύ χρήμα,
ας μην το βλέπεις σε ρευστό, αυτό δεν είναι κρίμα
και ας σε στίβουν στη δουλειά, λεφτά δεν θα 'χεις πάλι,
μα μην το στενοχωρηθείς, το μαύρο σου το χάλι,
γέμισ' το πορτοφόλι σου μ' αέρα και με κάρτες. 485
Έτσι το νιώθεις φουσκωτό, γιατί μπορείς με δαύτες
να πάρεις ό,τι επιθυμείς κι αν κάτι σου ξεφύγει,
παντού είν' οι διαφημίσεις τους, γιατί η ζωή είναι λίγη.
Δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς όλες σου τις ανάγκες,
μα κάτσε και χαλάρωσε, γιατί ξέρουν οι μάγκες, 490
τι θες και τι χρειάζεσαι και ν' ακριβολογούμε,
δεν είν' πως το γνωρίζουνε μα το δημιουργούνε!
Γιατί το ξέρουνε καλά το δημιούργημά τους,
το κάναν και σπουδή μες στα… Πανεπιστήμιά τους!
Μάρκετινγκ τ' ονομάσανε και όποιος το σπουδάζει, 495
κατέχει τον συνάνθρωπο πώς να εξαναγκάζει
να αγοράσει κατιτίς, αφού πρώτα τον πείσει
ότ' είν’ καλό κι ότι χωρίς αυτό δεν θα επιζήσει.
Δεν είναι πια και για ντροπή στον ψεύτικο καιρό μας,
τον άνθρωπο τον δημιουργεί το άρρωστο μυαλό μας 500
κι έτσι γινόμαστε «θεοί» και φτιάχνουμε ανθρώπους,
όπως μας πει το μάρκετινγκ, που βρίσκει όλο τρόπους
να μας τραβάει απ' αυτό που λέμε επιθυμία
κι ύστερα να μας οδηγεί σε μαύρη απελπισία.
Να κυνηγάς ολημερίς τριγύρω την ουρά σου, 505
ν' αυξάνονται οι ανάγκες σου, να φθίνουν τα λεφτά σου,
όλο και περισσότερο να κυνηγάς εκείνα
που υπόσχονται τη χορτασιά, μα αυξάνουνε την πείνα.
Να ψάχνεις κάτι να χαρείς, για να ξεχνάς τον τρόπο
που σε υποχρέωσε να ζεις αυτό το μάταιο κόλπο. 510
Να θες λιγάκι διακοπές μήπως και την διακόψεις
αυτήν την άχαρη ζωή και ψάξεις νέες όψεις,
όμως κι αυτό το ξέρουνε και το 'χουνε προλάβει,
είναι δικό τους το χωριό και όλοι οι εργολάβοι
κάνανε κάθε απόδραση να είναι ουτοπία 515
και φτιάξανε τουριστικά όλα τα ωραία τοπία.
Να πλησιάσεις δεν μπορείς απ' την πολλή ακρίβεια,
μα δίνουν δάνειο και γι’ αυτό, φτιάξανε και καλύβια,
για όσους θέλουν φυσική ζωή με οξυγόνο,
τους άλλους τους ξαπλώσανε με μια σεζλόνγκ στο δρόμο, 520
μα είναι ακριβότεροι οι φυσικοί οι τρόποι,
κάποτε τους διαλέγανε οι πιο απλοί ανθρώποι
και τώρα είν' ανάποδα είναι για τους πλουσίους,
οι φυσικές επιλογές δεν είναι για αθλίους!
Όχι πως δεν θα πάρουνε και απ' αυτούς τα φράγκα, 525
αυτούς τους βάλαν να μοχθούν να φτιάξουν μια παράγκα,
που να 'χει κλιματιστικό, κοντά στην παραλία,
μ' ομπρέλα κι αναψυκτικό που κάνει ευρώ τρία!
Πάλι καλά τουλάχιστον αυτά τα φτωχαδάκια,
φυλάνε στην καρδούλα τους κάποια παραμυθάκια 530
κι όσο κι αν τους ρουφήξουνε το αίμα με καλαμάκι,
αυτοί πάνε τη βόλτα τους και πιάνουν τραγουδάκι,
για κείνη την παλιά ζωή και παρελθοντολάγνα
ζούνε σαν νεκροζώντανοι κι ακούν τον κάθε Τράγκα
να μυξοκλαίει για πάρτη τους κι έτσι δικαιωμένοι , 535
γέρνουνε στο κρεβάτι τους και είν' ευτυχισμένοι,
γιατί κοιμούνται από ‘δω τον ύπνο του δικαίου
μέχρι να φτάσει κι η στιγμή, του ύπνου του τελευταίου!
Μα ίσως και καλύτερα, ίσως και πιο ωραία
να 'ναι αυτή η κατάσταση, απ' την ωραία θέα, 540
το φυσικό τοπίο τους, το τέλεια φροντισμένο,
που είναι παραδοσιακό, μοντέρνο ή φτιαγμένο
να μοιάζει ατημέλητο να 'χει και κουτουκάκι,
άσ' τα και είναι, φίλε μου, το ίδιο μαγαζάκι.
Άντε και να τους ξέφυγε καμιά καλή καβάτζα, 545
προς το παρόν το χάσανε ή σκέφτηκαν μπροστάντζα
να 'χουν την εξασφάλιση, πως οι ψαγμένοι τύποι,
εκεί θα εκτονώνονται να μην τους μπουν στη μύτη
κι έτσι να τα ‘χουν όλ’ αυτά από χέρι ελεγμένα.
Έχουν αυτοί τον τρόπο τους να πάρουν κι από σένα, 550
που δεν υποψιάστηκες πως διακοπές γυρεύεις,
για να χτυπήσει η καρδιά και έτσι τα μπερδεύεις:
Τι το χρειάζεται η ζωή να 'χει το διάλειμμά σου;
Αν ήτανε αληθινή, δε θα 'ταν πρόβλημά σου
να θες να κάνεις διακοπές, τι να διακόψεις, σκέψου, 555
εσύ ο ασυμβίβαστος,για ψάξου και γυρέψου!
Μήπως αυτό που λες ζωή, ακόμη κι αν διαφέρεις,
είναι λιγάκι άνοστο και δεν θα καταφέρεις
κι ας έχει το κεφάλι σου ωραίες θεωρίες
να ζεις όπως στο κάμπινγκ σου κι όπως στις παραλίες; 560
Σε είδα, γιατί ήμουνα εκεί κι εγώ πριν χρόνια,
κάτω από τ' αρμυρίκια μας, τζιτζίκια και τριζόνια,
μα εμείς κι απ' τα τζιτζίκια αυτά ήμασταν πιο ωραίοι,
βράζαμε στο τσουκάλι μας φαγάκι και σαν νέοι
που ήμασταν, γουστάραμε γύρω από τη φωτιά μας, 565
το μαύρο, την κιθάρα μας και κάποιον έρωτά μας.
Μα πάντοτε έφταν’ η στιγμή, ερχότανε η ώρα,
που ‘φτανε το φθινόπωρο, έπιανε καμιά μπόρα,
το πανηγύρι τέλειωνε και τα κεφάλια μέσα.
Μαζί με τα τζιτζίκια μας την τρώγαμε την πρέσα, 570
γιατί ο χειμώνας ζύγωνε κι άντε να μαζευτούμε,
ν' ακούμε καμιά μουσική και να ονειρευτούμε:
Τι ωραία τα καλοκαίρια μας! Γιατί μικρά να είναι;
Ως κι οι φωτογραφίες μας, φωνάζουν: «Έτσι μείνε!»
Όμως δε γίνεται αυτό, γιατί μες στο χειμώνα 575
θέλεις λεφτά για θέρμανση και γίνεσαι σαν πτώμα,
πήζοντας στο οκτάωρο κι ασπρίζει το κορμί σου…
Αλήθεια, που 'ναι η αγάπη σου η καλοκαιρινή σου;
Σαν να 'ναι λίγο πνιγηρή τώρα που 'γινε σχέση,
πάλι καλά που είναι κι αυτή, όμως κι ας σ' έχει δέσει. 580
Ή μήπως και χωρίσατε, γιατί το καλοκαίρι
είναι τα πράγματα αλλιώς για σένα και το ταίρι;
Αν σ' αυτήν την περίπτωση εσύ 'σαι φιλαράκι,
αυτό που ζεις δεν είν' ζωή, μα χειμερία νάρκη.
Άντε να φτάσει γρήγορα και τ' άλλο καλοκαίρι, 585
οι διακοπές είν' η ζωή και τ' άλλο είναι καρτέρι.
Θα φτάσω και σε σένανε, φίλε μου, που 'σαι ωραίος,
που 'σαι και δημιουργικός και διάσημος και νέος.
Για σένα είναι αληθινά όλα καλά και άγια,
σ' είδα και στην τηλεόραση και δεν κολλάς στα πάγια. 590
Αχ, να 'μουν έτσι τυχερός, να ήμουν σαν και σένα!
Όλοι να με θαυμάζανε και να 'χα κι εγώ ένα
τέτοιο ωραίο εξοχικό με θέα στο Αιγαίο
να το 'φτιαχνε αρχιτέκτονας με όνομα σπουδαίο!
Το βλέπω και σαν όνειρο μοιάζει σαν παραμύθι. 595
Εκεί ξεχνιέσαι αληθινά και φτιάχνεις νέα ήθη,
μπορείς και ονειρεύεσαι, δημιουργείς για μένα.
Γι’ αυτό ανοίγω την tv και στα 'χω πληρωμένα
το σκάφος, το τζιπάκι σου, τα σπίτια και το στυλ σου.
Μη μου στερήσεις, άρχοντα, μόνο την έμπνευσή σου! 600
Θα χάσω το κουράγιο μου, αν κάποιος δε μ' εκφράζει,
αν δεν πουλάει την τέχνη του κι εγώ αν δεν κάνω χάζι
κι όχι να την πουλάει φθηνά, μονάχα για να ζήσει
αυτόν τον μάγκα, μάλιστα, τον θέλω να πλουτίσει!
Γιατί τα λέει μια χαρά στο σύστημα με φόρα. 605
Τι, να μην το εισέπραττε αυτό σε χρήμα τώρα;
Ριχ' τα εσύ, αστέρα μου, κι εγώ θα στα πληρώνω,
γιατί εγώ για πάρτη σου να ξέρεις καμαρώνω.
Σαν είδωλο και σαν Θεό εγώ σε προσκυνάω,
αφού δε μ' άφησαν καμιά αλήθεια ν' αγαπάω. 610
Δεν το αντέχω είν' αυτό μεγάλη αδικία,
γιατί η ανθρωπότητα σε κάθε κοινωνία
έβρισκε και εκτόνωνε τη δίψα για λατρεία·
στην απομυθοποίηση μένει η καρδιά μας κρύα.
Κι αφού Θεό δεν έχω εγώ, έτσι, για να λατρέψω, 615
θα ψάξω να βρω είδωλα και πίσω τους θα τρέξω.
Με γλώσσα ως το πάτωμα απ' την πολλή τρεχάλα,
θα μπω σ' εκείνο το fan club, γιατί μου τρέχουν σάλια
να μάθω οι λατρείες μου πως ζούνε, τι φοράνε;
Που τρώνε; Που κοιμήθηκαν; Θα φάνε ή δεν θα φάνε; 620
Ποιόνε ερωτευτήκανε, τα 'χουν ή τα χαλάσαν;
Φοράνε προφυλακτικό κι αν ναι μήπως το σπάσαν;
Και θα ταυτίζομαι μ' αυτούς ρουφώντας ένα-ένα,
όλα τα πλάνα της ζωής που δείχνει ο Antenna,
το Star, το Mega κι όλα αυτά τα πλούσια κανάλια, 625
εκεί είναι η αληθινή ζωή, και η δική μου χάλια.
Μα μ' αγαπούν κι εμένανε με βγάζουν στις Eιδήσεις,
η ακροαματικότητα και οι σφυγμομετρήσεις
το δείχνουν πως με έχουνε τον πρώτο τους πελάτη!
Προβάλουν είκοσι φορές εμένα τον σακάτη 630
και μάλιστα ανάμεσα σε ωραίες διαφημίσεις,
πες μου, να μην τους τις χρωστώ τέτοιες σπουδαίες διακρίσεις;
Αφήνω την τηλεόραση να παίζει ως και στον ύπνο
μη νιώσουν πως με χάσανε, να με νομίζουν ξύπνιο
και για να είμαι ειλικρινής, να, θέλω και παρέα, 635
να ροχαλίζω μόνος μου δεν είναι και ωραία.
Μ' αφήσανε οι φίλοι μου, μ' άφησε κι ο δεσμός μου,
το είδαν πως είν’ η tv, ο άλλος εαυτός μου.
Μα δεν σκοτίζομαι κι εγώ, τόσα κανάλια έχω,
βουτάω το τηλεκοντρόλ και όλα τα αντέχω. 640
Ίσως το ρίξω και εγώ στη δημοσιογραφία,
γιατί έτσι παίρνεις και λεφτά και είσαι αφασία!
Και όλοι σε θαυμάζουνε, γυρνάει κι ο δεσμός σου,
κι έτσι τον δένεις δια παντός καλά τον γάιδαρό σου.
Και ας μην ξέρεις τίποτα, αμόρφωτος ας είσαι, 645
δεν είναι πρόβλημα αυτό, μες στο «γυαλί» αν είσαι
και κάποιοι να σε φτύσουνε, δεν είσαι συ φτυσμένος.
Κι αν τύχει κάποιος να σε δει θα κάνει σαν χεσμένος!
Γιατί πλάκα θα πάθαιναν, αν στην tv σε βλέπαν
κι ύστερα live, ζωντανό, τα αυτάκια τους θα πέφταν. 650
Ενώ στην περιφρόνηση τώρα σε έχουν μόνο
κι η αποδοκιμασία τους σε γέμισε με πόνο!
Ή μήπως είν' καλύτερο, αφού είμαι ωραίος τύπος
να πάω στο «fame story» τους που είν' ο δούρειος ίππος,
στην Τροία τους μέσα να μπω και να την κατακτήσω, 655
γιατί να βλέπω απ' την tv; Δεν πάω να κερδίσω;
Και χρήματα και δόξα εγώ, να 'μαι σαν τους Θεούς μου
και που το ξέρεις ίσως βγω πρώτος, ώστε ο παππούς μου
θα φύγει απ' το κάδρο του, ως και η Τζόντι Φόστερ
δεν θα 'χει τέτοιο φοβερό, τόσο μεγάλο πόστερ! 660
Δεν είναι τόσο δύσκολο και ας μην τραγουδάω,
είμαι λιγάκι όμορφος κι έτσι το ξεπερνάω,
μα και να ήμουν άχαρος και άσχημος ακόμα,
με μύτη σαν τυρόπιτα και με τ' αυτιά στο στόμα,
όλα τα φτιάχνουν σε αυτή την τέλεια Ακαδημία, 665
το λέει κι η λέξη, η αφάνεια είναι επιδημία .
Γι’ αυτό θα τρέξω και ευθύς θα πω ένα τραγούδι,
«του Κίτσου η μάνα κάθονταν», με λούπα και με ούτι!
Γιατί είναι ωραίος αχταρμάς και πάρα πολύ θ’ αρέσει,
θα βάλω μπότες κάου-μπόι και στο κεφάλι φέσι, 670
θα μάθω να 'χω σκηνική τέλεια παρουσία,
θα με βραβεύσει η επιτροπή που είναι αφασία,
κάτι καημένοι, άσχετοι, ατάλαντοι και βάλε,
που γίναν έτσι ειδικοί και διάσημοι, μεγάλε,
με πόζα ακαδημαϊκή που ούτε κι ο πρύτανής μας 675
δεν έχει ούτε και ο υπουργός της άθλιας Βουλής μας.
Καλά, μια και το είπαμε, δεν έχει πολύ πλάκα,
που μπέρδεψαν τους ρόλους τους κι ο ένας του άλλου ατάκα
δανείζεται και μας τη λέει και δες στους στις αφίσες!
Ποιός είναι ο πολιτικός και ποιός είναι στις πίστες; 680
Ποτέ μου δεν κατάλαβα, γιατί το ίδιο λένε:
«Ψηφίστε μας στην εκλογή γιατί αλλιώς θα κλαίμε!»
Άλλωστε οι πολιτικοί λόγοι και τα τραγούδια
είν’ προϊόν «μαϊμού», ψευτιές και πλαστικά λουλούδια.
Δεν λέν’ όμως επίσημα πως βλάπτουν την υγεία. 685
Αυτό το λένε μόνο για την τέλεια κοροϊδία,
για να νομίζεις πως εσύ, αν κόψεις το τσιγάρο,
θα ζεις σαν τα ψηλά βουνά, δεν θ' ανταμώσεις Χάρο.
Δε φτάνει η εξάρτηση που είναι το βάσανό σου,
δε φτάνει η αηδία σου που είναι και έξοδό σου, 690
δε φτάνει που σε έφτασαν να ψάχνεις στον καπνό σου
αυτό το οξυγόνο σου που κλέβουν κάθε τόσο…
Λεν επιπλέον πως νοιάζονται για την καλή σου υγεία,
το 'δαμε αυτό και στα σχολειά και στα νοσοκομεία,
στο ΙΚΑ τους, στο ΤΕΒΕ τους και σ' όλα τα Ταμεία 695
και στην υγειονομική που 'χουν υπηρεσία,
που αφήνει τους εμπόρους τους στην τέλεια αυθαιρεσία.
Δολοφονούνε συνεχώς και δεν μας δίνουν μία
εξήγηση, ούτε δραχμή γιατί είναι συμμορία.
Πότε άρρωστα κοτόπουλα, πότε τρελά μοσχάρια, 700
πότε ληγμένα γάλατα και πότε ψόφια ψάρια,
μεταλλαγμένα λάχανα και χημικές ουσίες,
που είναι δηλητήρια για μας, μα περιουσίες
χαρίζουν σ' ασυνείδητους κλέφτες κι εγκληματίες
που βρίσκουνε σαν ύαινες σε πτώματα τις λείες. 705
Αυτό είν’ ελεύθερη αγορά και μόνο αυτή το έχει
ετούτο το προνόμιο κι εσένανε σε τρέχει,
όχι να είσαι αραχτός, εκτός κι αν τους πληρώνεις,
μα σίγουρα όχι καπνιστής γιατί τους τη λερώνεις
την καθαρή ατμόσφαιρα και την καλή σου υγεία. 710
Θες να πεθάνεις μόνος σου; Αυτό είναι προδοσία!
Γιατί και με το θάνατο έχουνε εταιρεία…
Ούτε σ' αυτό ελεύθερος δεν είσαι, γιατί αξία
έχει μεγάλη ο τρόπος τους και η δολοφονία
είναι ειδικότητα αυτωνών και φυσικά η κηδεία! 715
Κι εκεί το αίμα θέλουνε ως και του πεθαμένου
και φόρο για τον συγγενή τον πόνο του καημένου.
Γιατί είναι εδώ Καρπάθια, εδώ είναι τα thrillers
κι είναι αυτοί οι δράκουλες, κομψά βαμπίρ και killers.
Πού να βρεις ο έρμος γιατρειά, κοίτα το «fame story» 720
και μην ξεχάσεις στη γιαγιά και πεις κανένα «sorry»
και κείνη ακούσει ανήσυχη πως χάλασε το στόρι,
εκείνο εκεί του σαλονιού που το 'χε από κόρη,
γιατί είν' κουφή η έρημη και έφαγε ένα χάπι,
που έγραφε «ελιξήριο» και το 'χε στο ντουλάπι. 725
Ξέρεις, της το 'δωσαν αυτοί που πήγε τις προάλλες,
τα κέντρα αδυνατίσματος, της ομορφιάς οι σάλες,
για να 'ναι πάντα γκόμενα και άρχισε να μοιάζει
σαν να 'ναι ζόμπι νεαρό και έχει πολύ χάζι.
Μα είν’ και θλιβερό πολύ να βλέπεις να ποζάρει 730
σαν κοριτσόπουλο, επειδή ψώνισε απ' το παζάρι
βαφές μαλλιών, καλλυντικά κι έγινε καρναβάλι,
ενώ στ' αλήθεια είναι σαν ένα αδειανό τσουβάλι.
Λυπάμαι, γιατί σεβασμό έχω για τα γερόντια,
μα αυτά είναι άλλη περίπτωση, φοράν καινούρια δόντια. 735
Μα αυτό δεν είναι τίποτα, είναι ξεπερασμένο.
Πάει μακριά η βαλίτσα μας σ' αυτό το σάπιο τρένο!
Εδώ, βρε, καταντήσαμε να θέλουν να μας φτιάξουν
κι αυτό το φυσικό μας look, μας λεν πως θα τ' αλλάξουν.
Και κοίτα, να, μας έπεισαν να γίνουμε σαν κούκλες, 740
αφού πρώτα μας είπανε πως μοιάζουμε πανούκλες.
Ρίξαν μοντέλα-πρότυπα κι είπαν να γίνουμε ίδιοι,
όλοι πανομοιότυποι, κανείς μην ξεχωρίζει.
Κάνανε ωραίο μάρκετινγκ και πλύση εγκεφάλου
κι η πλαστική χειρουργική κατάφερε εξάλλου, 745
τι θέλεις, μύτη ή αυτιά, στήθος ή την κοιλιά σου,
θαρρείς κι είναι κοτόπουλου μερίδα η αφεντιά σου,
όλα στα κόβουνε αυτοί και φτιάχνουν ότι θέλεις,
αφού είσαι κρέας σε πείσανε να μοιάζεις της αγέλης.
Μέχρι και μάτια αλλάζουνε, διάλεξε εσύ το χρώμα. 750
Το μόνο που δε βρήκαμε και ψάχνουμε ακόμα,
είναι πώς να τα κάνουμε να βλέπουν τα καημένα
κι όχι να βλέπουν τα σκατά σαν όστρακα ανοιγμένα
και να ζητούν εκεί να βρουν ένα μαργαριτάρι,
αυτοί φτιάχνουνε τ' άλογο να μοιάζει με μουλάρι. 755
Γι’ αυτό δεν ξέρουμε πια, τι θέλουμε, τι μας πάει
μέχρι και φύλο αλλάζουμε κι αυτό δε μας χαλάει.
Αυτό είναι επανάσταση, αυτό είναι ελευθερία,
το τρίτο φύλο κυβερνά όλη την κοινωνία.
Αυτό που είν’ επιλογή κι όχι επιβεβλημένο. 760
Στη χώρα των ελεύθερων είναι ξεπερασμένο
να είσαι ό,τι αποφάσισε η φύση, αυτό φτάνει!
Θα είσαι ό,τι σου ‘πανε να γίνεις, τι φουστάνι,
τι παντελόνι, άλλαξ' το! Αρκεί να γράφει πάνω
τη φίρμα τους, το σχεδιαστή και κάτι παραπάνω 765
κοστίζει, να τη ξεπερνάς τη φύση, που άκου λέει!
Τόλμησε κι αποφάσισε για σένα πως να ρέει,
η τάδε η ορμόνη σου και αν θα έχεις κάτι
ανάμεσα στα πόδια σου, πώς θα 'σαι στο κρεβάτι!
Ε, όχι! Καταπίεση σου είπανε πως είναι. 770
Άλλαξε εσύ το φύλο σου και ό,τι θέλεις γίνε·
άντρας, γυναίκα, ό,τι θες, ή τραβεστί ή γκέι,
γκέισα μέχρι και «διπλός», αυτοί είναι οι πιο ωραίοι!
Γιατί έχουν για επιλογή ολόκληρο πλανήτη
κι αν θέλουνε πολλούς μαζί, πρέπει ν' αλλάξουν κοίτη. 775
Να πάρουν μεγαλύτερη μ' ένα τεράστιο στρώμα,
μα πρέπει να πληρώσουνε κι οι εραστές ακόμα
που μια φορά ξαπλώσανε σε τούτο το κρεβάτι,
ακόμα κι αυτοί οι δύστυχοι που πήραν μόνο μάτι.
Τώρα η δυνατότητα που 'χεις είναι μεγάλη, 780
αυτό είν' αλήθεια, άκουσε, όμως και μία άλλη:
Είν' η ψυχή μας άφυλη όπως και των αγγέλων,
μα αυτή δεν θέλει εγχείρηση, ούτε φοράει καπέλο.
Κι άμα εσύ της έδινες λιγάκι σημασία,
δεν θα σου ήταν πρόβλημα που Μήτσο αντί Τασία, 785
σε είπαν και σου δώσανε να παίζεις με τη μπάλα
κι όχι με κούκλες, της ψυχής της πρέπουνε τα άλλα.
Αυτά που λέει ο ποιητής πως είναι τα μεγάλα
κι όχι να εγκλωβίζεται στα Σούσα μες στη σάλα,
μες στη χλιδή και την ψευτιά του μέγα Αρταξέρξη, 790
να πνίγεται και να ζητά μια πόρτα για να τρέξει,
ν' αφήσει πια τις αγορές και τα ωραία παζάρια
και ν' ανοιχτεί στις καλαμιές να τρέξει στα λιβάδια,
να ψάξει να βρει γιατρειά, λιγάκι οξυγόνο!
Δε φταίει το κορμάκι σου, που εσύ γυρεύεις μόνο 795
στου σώματος την ηδονή τον έρωτα να νιώσεις,
μα τα φτερά του έκοψες κι αντί να μετανιώσεις,
τα 'βαλες με τα γένια σου, τα ρούχα, τις κινήσεις
και νόμισες έτσι απλά, πως θα βρεις να ανοίξεις
εκείνα εκεί τα όρια που σου 'βαλε η φύσις. 800
Εκείνη σ' έχει ελεύθερο κι αν σου 'δωσε επίσης
το σώμα αυτό, το φύλο σου και ό,τι σου τη δίνει,
είναι για να στραφείς εκεί που αλήθεια θέλει εκείνη:
Στο ότι είσαι ελεύθερος στο πνεύμα κι αυτό φτάνει!
Μα εσύ απ' αυτό προτίμησες ένα ωραίο φουστάνι, 805
γιατί βλέπεις τον έρωτα μονάχα στο κρεβάτι
και τόσο άγρια που πεινάς, μας έβαλες στο μάτι.
Και σε καθόρισε αυτό, γι’ αυτό φοράς συνέχεια
περιβολή σεξουαλική κι απ' την πολλή ανέχεια,
δηλώνεις πάντα και παντού και στη δουλειά σου ακόμα, 810
τι ψάχνεις και τι λαχταράς στο ερωτικό σου στρώμα.
Μοιάζεις με ζώο άγριο που όπου βρει χιμάει,
που το ένστικτό του τ' οδηγεί να τρώει και να πηδάει.
Εντάξει είν’ δικαίωμα ο άνθρωπος να επιλέγει
κι αν θέλει να 'ναι ά-λογο, τότε ας τον ιππεύει, 815
όποιος γουστάρει και μπορεί, μα αυτός να μη μιλάει,
γιατί τον θηριοδαμαστή πρέπει να προσκυνάει!
Αυτός του δίνει την τροφή, αυτός του βρίσκει ταίρι
κι άμα δεν κάτσει φρόνιμα, μαστίγιο έχει στο χέρι.
Κι αν αυτό τώρα, φίλε μου, σου μοιάζει ελευθερία, 820
τότε να ξέρεις στη σωστή πως ζεις την κοινωνία!
Αν όμως έρθει η στιγμή να θλίβεται η ψυχή σου,
πες μου πού την θυμήθηκες ήταν κι αυτή μαζί σου;
Σ' αυτό που είναι μια ξερή αγοραπωλησία,
που δίνεις-παίρνεις ηδονή μέχρι να 'ρθει αηδία; 825
Είναι στ' αλήθεια θλιβερό, γιατί η ευαισθησία
που έχεις, συνειδητοποιεί ότι η ψυχή είναι μία
κι είναι στ' αλήθεια άφυλη κι ελεύθερη, άμα θέλει
να βρει και να 'χει ενότητα, όχι όμως στην αγέλη.
Μπορεί, αν θέλει, ν' αγαπά ολόκληρο τον κόσμο, 830
μα όχι και να τον πηδά, γιατί μ' αυτόν τον τρόπο
διαχωρίζεσαι απλώς και φτιάχνεις άλλη ομάδα
κι εντάσσεσαι με την ορμή που έχει η αγελάδα,
άμα σαλτάρει μια φορά και φανταστεί πως είναι
ταύρος, και τότε αλίμονο! Εκεί που είσαι μείνε! 835
Γιατί θα τρέξει πάνω σου για «να σου την φορέσει».
Ποιά; Άσ' το μην το συζητάς, καλά που έχουν δέσει
τις αγελάδες που εντελώς τρελάθηκαν και πήγαν
αμέσως στο σφαγείο τους κι εκεί τις καθαρίσαν.
Μα εκείνη δεν το ήξερε η δόλια, η φουκαριάρα 840
πως μόνο straight ο άνθρωπος την ήθελε στη σχάρα
κι έχασε έτσι την σωστή στον άνθρωπο θυσία.
Ξέρεις για αυτές δε φτιάξανε ακόμα ψυχιατρεία,
που απορώ για ποιές ψυχές τα φτιάξαν και τα έχουν,
για αυτές που δεν αντέχουν στο καβούκι τους και τρέχουν; 845
Αφού το σώμα φυλακή το κάναμε να είναι.
Κι άμα στη δώσει μέσα εκεί και πνίγεσαι… «Για πίνε!
– σου λένε – τα χαπάκια σου και κάτσε στο κλουβί σου!»
Απ' το ψυχιατρείο τους θα βγεις μα η φυλακή σου,
όσα και να της δώσουνε ν' αλλάξει εκείνη ρούχα, 850
πάλι θα είναι φυλακή απαίσια και μουντρούχα.
Όχι γιατί η φύση μας το έκανε το σώμα,
για να 'ναι τέτοια φυλακή, μα γιατί είπε ακόμα
να ‘ναι το σπίτι της ψυχής ή αν θέλεις κι ο ναός της,
να 'χει παράθυρα ανοιχτά, να δέχεται το φως της! 855
Μα εμείς κι η απληστία μας το κάναμε να μοιάζει
ντουβάρι αδιαπέραστο και έτσι μας τρομάζει.
Ούτε να βγει, ούτε να μπει του Έρωτα το δώρο
να ψάχνεις λίγη χορτασιά, στης λαιμαργίας τον κόρο.
Κι αυτό να κάνει πιο πηχτή την ύλη απ' το ντουβάρι 860
κι εσύ να νιώθεις όμορφος, να το 'χεις και καμάρι!...
Κι εγώ κάποτε το 'νιωσα, μα μ' έπνιξε λιγάκι
και κάθισα και έγραψα ετούτο το στιχάκι:
«Ελευθερία ή θάνατο, καρδιά μου, τι γυρεύεις;
"Ελευθερία" να χάνεσαι ή θάνατο να φεύγεις;» 865
Κι εκείνη μου απάντησε πως άλλη ελευθερία
ζητάει να βρει η καρδιά και άλλη η κοινωνία.
Αυτή που ψάχνει η καρδιά θέλει «αρετή και τόλμη!».
Την άλλη την κοινωνική, την ψάχνει στην Στοκχόλμη,
στο Άμστερνταμ, στην Αφρική, σε Άσραμ στην Ινδία… 870
Μα άλλο είναι λευτεριά κι άλλο γεωγραφία.
Ακόμα και στους ένδοξους κοινωνικούς αγώνες,
η ελευθερία δεν κρατά για πάντα στους αιώνες.
Και τι είναι αυτή η λευτεριά, αν πρόκειται να λήξει
και σαν παγάκι στη φωτιά, να χρεωθεί την τήξη; 875
Οι σχέσεις είν' ελεύθερες, μα εμείς είμαστε σκλάβοι,
γιατί τις πήρε λάφυρα πειρατικό καράβι,
που θέλει την καρδούλα μας να έχει μες στ' αμπάρι
και τα κορμιά μας να πουλά σε όποιο βρει παζάρι.
Κι αφού οι σχέσεις γίνανε μια σκέτη κοροϊδία, 880
τη μοναξιά την έλυσε η τηλεπικοινωνία.
Ποτέ δεν θα 'σαι μοναχός και θα 'χεις συντροφιά σου
όλον τον κόσμο δίπλα σου στα τρία κινητά σου.
Ένα για τα προσωπικά, ένα για τις δουλειές σου
κι ένα για τα μηνύματα, ψήνει και τον καφέ σου, 885
γιατί οι δυνατότητες που έχει είναι σπουδαίες,
σε λίγο θα το βγάλουνε να έχει δυο κεραίες.
Μια θα 'ναι εσωτερική και θα σου την φυτέψουν
βαθιά μες στον εγκέφαλο, για να μπορούν να κλέψουν
ιδέες, συναισθήματα, τα σχέδια, τα όνειρά σου, 890
θα 'χουν κι ένα τηλεκοντρόλ για να μην είν' δικά σου
και θα σου τα ρυθμίζουνε όπως αυτούς συμφέρει.
Τηλεκατευθυνόμενος θα είσαι και στο χέρι
θα σ' έχουνε, πουλάκι μου, και θα 'ναι δωρεά τους!
Όχι πως δεν θα πληρωθούν, αυτό είναι σύστημά τους… 895
Έχουν αυτοί τον τρόπο τους, όλα στα δίνουν δώρα
και στα γυρεύουνε διπλά, όταν θα έρθει η ώρα.
Κι αν απορείς η άλλη του κεραία που θα μπαίνει,
φόρεσε τσίγκινο βρακί, γιατί άμα μπει δε βγαίνει.
Κοίτα εσύ να το κρατάς πάντα το κινητό σου, 900
την ακτινοβολία του μη χάσεις ούτε τόσο!
Εκεί στο στήθος σου κοντά, στη δεξιά σου τσέπη
να έχει κι η καρδούλα σου, της φίρμας του την αίγλη.
Και θα 'σαι ωραίος «Γερμανός», ωραίο ρομποτάκι,
δεμένος με καλώδια, hands free και γουοκμανάκι. 905
Όλη την ώρα θα ακούς, μη χάσεις ούτε λέξη
και θα μιλάς μονάχος σου, ας λένε «τα 'χει παίξει».
Εσύ μη σκας και μη μασάς, ένα sms για στείλ' τους,
αυτή είναι η απάντηση στη χαζοκριτική τους.
Γράψε: «Κοιτάξτε με καλά, κρατάω πολυβόλο! 910
Έχω το χέρι στο κουμπί κι έτσι τον κόσμο όλο,
αν θέλω τον πυροβολώ, τον έχω όμως γραμμένο.
Εγώ έχω ωραίο κινητό και πρόβλημα λυμένο!
Δεν προλαβαίνω να σκεφτώ, μη με προβληματίζεις,
έχω sms μες στο μυαλό, γι’ αυτό μη με ζαλίζεις, 915
γιατί θα χάσω κάτι από την επικοινωνία·
μένα με νοιάζει το «επί» κι όχι η κοινωνία…
Ποιά κοινωνία άλλωστε, ποιός κόσμος, ποιά εικόνα;
Αυτή που λέει η οθόνη μου; Ή ξέρεις κι άλλη ακόμα;»
- Τι να σου πω, με κινητό κι εγώ εξυπηρετούμαι, 920
όμως δεν λέω πως τ' αγαπώ και για να εξηγούμαι:
Τι είναι χρήση κινητού και τι εξάρτησή μας;
Χρήση είν' η εξυπηρέτηση κι εξάρτηση η ζωή μας
σαν δεν μπορεί να φανταστεί να συνεχίζει σκέτη,
χωρίς να έχεις κινητό στη δεξιά σου τσέπη. 925
Κλαίει η ψυχή μου, βρε παιδιά, που είστε φυλακισμένα,
μα ίσως να 'ναι η γιατρειά, γιατί αηδιασμένα
είστε απ' αυτό που βλέπετε, γι’ αυτό στην αφασία
το ρίχνετε να μη τυχόν δείτε ψυχιατρεία…
Μα ανάποδα οι ταμπέλες τους θα έπρεπε να είναι, 930
γιατί όσοι μέσα κλείσαμε γλυτώσαν από κείνες
τις νόμιμες ασθένειες της τρελοεποχής μας.
Γι’ αυτό δεν ξέρω, αν τρελοί είναι οι ασθενείς μας
που υγιώς σαλτάρουνε, γιατί αντιδρά η ψυχή τους
στην τρέλα αυτής της λογικής, που οι ψυχίατροί τους 935
της έχουν βάλει σελοφάν και την πουλάν σε χάπι.
Έχει κι η μαύρη αγορά για σένα αυτό το κάτι,
που φτάνεις να χρειάζεσαι ή έτσι αυτοί σε πείθουν.
Σε ρίχνουν στα ναρκωτικά κι ύστερα νέου ήθους
κεντράκια απεξάρτησης σου φτιάχνουν να συνέλθεις, 940
που αυτό σημαίνει να ενταχτείς, στον κόσμο μας να έρθεις
με νόμιμα ναρκωτικά, με νόμιμη την τρέλα,
αν δεν σ' αρέσει διάλεξε, ή πέθανε ή γέλα!
Θα γίνεις όπως θέλουνε, λειτουργικός, ωραίος,
εργατικός, υποκριτής και προπαντός με χρέος 945
σ' αυτούς που σε σμιλεύουνε, στους τέλειους προκρούστες,
τεντώνουν ή μικραίνουνε σου βάζουνε και σούστες
κι όταν μ' ωραίο κέλυφος έτσι σε καταντήσουν
κι αν γίνεις ίδιος με αυτούς θα σε χειροκροτήσουν!
Μπορεί και να σου δώσουνε πτυχίο και βραβεία, 950
τώρα που τα κατάφερες να μπεις στην κοινωνία.
Κι εγώ πολύ το χαίρομαι, όμως δε φτάνει μόνο
να κόψεις τα ναρκωτικά και να ξεχνάς τον πόνο,
που σ' έκανε να πας εκεί, γιατί έχει μιαν αλήθεια:
Υπέρβαση επιθύμησες και σου 'δωσαν συνήθεια. 955
Μάθε πως πρέπει να ποθείς, να θέλεις να πετάξεις
κι αυτούς που θέλουν να πετούν να τρέξεις και να ψάξεις
πού είναι βαλμένα τα φτερά που τα ζητάει η ψυχή τους
κι όχι όταν γίνεις ειδικός να ‘σαι απέναντί τους
και να τους λες: «Πουλάκια μου, πετάξτε εσείς την πρέζα, 960
το σύμφωνο θ' αλλάξω εγώ και θα σας δώσω πρέσα!
Ωραίο υποκατάστατο, λειτουργικοί να είστε,
ξεχάστε τι ποθεί η καρδιά, τα όνειρά σας σβήστε!
Είν’ η ζωή ναρκωτικό! Πάρτε την! Μαστουρώστε!
Δεχτείτε ό,τι σας δίνουνε κι ό,τι ζητούνε δώστε!» 965
Είναι πικρή και άχαρη και μοιάζει με φαρμάκι,
μα σαν την πάρεις με σωστή δόση στο κουταλάκι
και πάρεις στο καπάκι της και λίγη θεωρία,
καμία τζούρα από ψευτιά κι από υποκρισία,
σφηνάκι ιδεολογικό, λίγη φιλοσοφία, 970
μην το φοβάσαι, φέρνει αυτό την τέλεια αναισθησία!
Δεν θα ζητάς σαν ήρωα να σ' έχει η ηρωίνη
κι όλα αυτά τα φονικά που σ' έβαλαν στη δίνη,
γιατί θα νιώθεις ήρωας και θα 'σαι και στ' αλήθεια,
αφού κατάπιες τη μπουκιά πως η ζωή είν' συνήθεια. 975
Κι αν τότε διακινδύνευες να σβήσεις, να πεθάνεις,
άκου με εδώ προσεκτικά, σου λένε τι να κάνεις:
«Να την πεθάνεις την ζωή που κρύβεται εντός σου.
Να ζήσεις για ζωή αυτό, που είν' ο θάνατός σου!
Άσε την τρέλα που έλεγε εσύ Θεός να γίνεις, 980
κάτσε στ' αυγά σου, μην ποθείς και κοίτα να παχύνεις!
Και ξέχασέ τα όλα αυτά, μην τα ποθήσεις άλλο.
Μπες μέσα στο χρυσό κλουβί, κάνε τον παπαγάλο,
γιατί η ζωή είναι όμορφη, αρκεί να την ξεχάσεις
και όλα αυτά που ήθελες στα βάθη να τα θάψεις. 985
Αυτά είναι για τους παλαβούς, για τους ξεκουνημένους·
εμείς εδώ γυρεύουμε μόνο πολιτισμένους
με την κοινή μας λογική που είναι καλή μπουλντόζα,
μια και έξω για όλους μαζικά προτείνει μια πόζα
σαν μάσκα αποσυμπίεσης μέσα στ' αεροπλάνο, 990
για κάθε έναν που έσκασε και λέει: "ν' ανασάνω!"»
Μα αντί για οξυγόνο αυτοί του δίνουν διοξείδιο,
για να ‘χει θάνατο αργό, γλυκό και όχι αιφνίδιο.
Του λένε κάτσε πέθανε, αργά όμως και σε τάξη.
Το αεροπλάνο χάλασε, μα η εταιρεία θα εισπράξει. 995
Ως τότε σου προσφέρουμε τη σούπερ ευκαιρία
να αγοράσεις ό,τι θες από τα «Φαρμακεία»,
όμως με συνταγή γιατρού, επίσημα με βούλα,
θα παίρνεις τη μαστούρα σου και την καλή ζαλούρα.
Αν θέλεις κάτσε φρόνιμα, αν θες, ορίστε, πήδα! 1000


RAPSODIA 2006 Μέρος 2/6


Αν θέλεις κάτσε φρόνιμα, αν θες, ορίστε, πήδα! 1000
Δεν σου αφήσανε καμιά άλλη απ' αυτήν ελπίδα.
Δεν το πιστεύω πια εσύ να 'χεις αμφιβολία,
πως είναι μια χαρά, υγιής, αυτή η κοινωνία.
Κι αν σε χαλάει, ηρέμησε, άντεξε τη ναυτία,
αυτή ‘ναι η παρενέργεια που ‘χει η υποκρισία. 1005
Τα βάζεις με τους διπλανούς, με τους συνεπιβάτες,
- «κοιτάξτε ρε παιδιά», τους λες, «μας πνίγουν σαν τις γάτες!»
Όμως κανείς δεν σε ακούει, γιατί μαστουρωμένοι
γουστάρουν το «ταξίδι» τους κι είναι ευχαριστημένοι!
Έχει και κάτι επώνυμους που 'ναι στην πρώτη θέση. 1010
Τ' αεροπλάνο μελετούν και λένε πώς θα πέσει,
σπουδαίοι διανοούμενοι, με στυλ και ψυχραιμία,
τους στέλνουνε στο πλήρωμα να δώσουν ηρεμία.
Κάνουν συχνά επίδειξη των σωστικών τους μέσων,
σου δείχνουν το σωσίβιο, ενώ είναι εν τω μέσω 1015
νεφών κουλτούρας που θα πει εξαίσιας μαστούρας,
σε τέλειο παραλήρημα κι αντίστοιχης λιγούρας
για θεωρία, ανάλυση, διανόηση και τέτοια,
μιλάν αργά και σταθερά, αυτοί δεν έχουν ντέρτια.
Σου δείχνουν το σωσίβιο με λόγια κούφια κι άδεια, 1020
ενώ είναι από κάτω τους βουνά μα και λαγκάδια!
- «Κοίτα αυτήν την τέλεια που έχω βιβλιοθήκη,
διάλεξε στυλ και όραμα και βάλ' τα μες στην θήκη.
Μ' αυτά τα όπλα και εγώ νιώθω πως πολεμάω,
αυτά με κάναν διάσημο και δέρνω, δε μασάω. 1025
Δεν έχω κάνα πρόβλημα, γιατ' έφτιαξα «κεφάλι»,
που μ' έκανε σημαντικό και δεν κοιτώ το χάλι.
Έχω εξτρά ψευδαίσθηση γιατί είμαι μορφωμένος.
Κατάλαβα την πτώση μας, μα νιώθω εγώ σωσμένος!
Έχω τις θεωρίες μου, έχω μυαλό σπουδαίο 1030
και τα 'χω για αλεξίπτωτο σαν γίνει το μοιραίο.
Είμαι σπουδαίος άνθρωπος, μα έχω και καλοσύνη.
Πάρε κι εσύ «σωσίβιο» και άμα θες κι εκείνη
την όποια θεωρία μου, δεν την κρατώ για μένα,
πάρε την για αλεξίπτωτο είν’ ελαφρύ το ψέμα! 1035
Γιατί είναι μάλλον χρήσιμο την ώρα αυτή της πτήσης,
στην πτώση ίσως ξέρουμε πως δεν θα λειτουργήσει.
Τώρα, δεν ξέρω ακριβώς το αλεξίπτωτό σου,
αν θα σε σώσει τη στιγμή που θα 'σαι στο κενό σου,
μα μέχρι να 'ρθει αυτή η στιγμή, θα αισθάνεσαι σωσμένος, 1040
θα σ' εκτιμούνε άπαντες, γιατί καταρτισμένος
θα 'σαι με αλήθεια, με ψευτιά, δεν έχει σημασία
σαν πέφτει το αεροπλάνο μας, μία είν’ η ουσία:
Είμαστε όλοι θρύψαλα, συντρίμμια από τώρα
με λίγη όμως διανόηση περνάει ωραία η ώρα. 1045
Βάλε μες στο συρτάρι σου καμιά φιλοσοφία,
έτσι ξέχνα που πέφτουμε, η πτήση είναι μία!»
Και θα 'σαι συ αναίσθητος και θα το παίζεις μάγκας,
περνιέσαι για ευαίσθητος σου δίνουνε και φράγκα
και θα τσουλήσει η ζωή και μέχρι να τελειώσει, 1050
θα σου 'χουν φτιάξει άγαλμα αυτοί που έχεις «σώσει».
Πού να πηγαίνει η άθλια ετούτη κοινωνία
της τρέλας, των ναρκωτικών τέλεια βιομηχανία
κι αν είναι, εσύ μη νοιάζεσαι, αυτά είναι για αρρώστους
ή τέλος πάντων, άμα θες, μια ιδεολογία δώσ' τους, 1055
γιατί όλοι βρίσκουν αφορμή και κάνουνε παιχνίδι
με της απελπισίας μας το μαύρο αυτό το φίδι.
Δεν σου τα λέω όλα αυτά για να σε απελπίσω,
μα κάνω μια προσπάθεια μήπως και σου θυμίσω
να βάλεις στο κεφάλι σου καλά και μια για πάντα, 1060
πως ό,τι ονειρεύτηκες στο βάλανε στη μπάντα!
Στο είπαν ψέμα, ακρότητα, στο είπαν ουτοπία,
πες τους κι εσύ όμως, φίλε μου, πως τέτοια ελευθερία
ζητάει στ' αλήθεια η καρδιά και δεν κάνει εκπτώσεις.
Ενώ για τούτο φτιάχτηκε, την ρίξαμε στις πτώσεις. 1065
Μα αν σου 'κρυψαν τον ήλιο σου κι έψαξες τη μαστούρα,
θέλω να σε κεράσω εγώ μια τελευταία τζούρα
αλήθειας, κι όχι ψέματος, που διαρκεί για πάντα
κι ίσως να δεις πώς βγαίνουνε πια έξω απ’ την κατάντια.
Την έχω μέσα στην καρδιά, την φύλαξα για σένα, 1070
γιατί διψάω, αδερφέ, ζητάω σαν κι εσένα
να ζωντανέψω μέσα μου, να «ανεβώ» λιγάκι
και δεν το πίνω εύκολα το σάπιο τους φαρμάκι.
Είμαι καλά κι έχω όνομα μα έξω από τον κύκλο,
δεν ήθελα περίφραξη, αναζητούσα κήπο. 1075
Κόντεψα να λυγίσω εδώ, μέχρι και να πεθάνω·
τσακώθηκα με το Θεό, ρώτησα τι να κάνω,
για να μη ζήσω ψεύτικα όπως αυτοί το θέλουν.
Δε φταιν, η απελπισία τους τους κάνει να πιστεύουν,
πως δεν υπάρχουν στη ζωή άλλα πια περιθώρια, 1080
γι’ αυτό κι εσύ απελπίζεσαι και φεύγεις απ' τα όρια
και με πληγώνεις στην καρδιά, τόσο που δεν αντέχω
σαν χρήστης ή αυτόχειρας που ελπίδα λες δεν έχω.
Δεν είναι μόνο ο θάνατος που έτσι επιλέγεις·
μα είναι αλήθεια η Ζωή κι εσύ την αποφεύγεις. 1085
Γιατί δεν σε αφήσανε ούτε να την πιστεύεις
κι αυτό που λεν αυτοί ζωή, συ το πετάς και φεύγεις.
Και προτιμάς στο θάνατο φυγή να βρεις και τέλος,
μην τους πιστεύεις, η ζωή σου ετοιμάζει βέλος
να 'χεις στα χέρια να κρατάς, για να τους πολεμήσεις 1090
με της Αγάπης τ' άρματα τα τείχη να γκρεμίσεις!
Μην τους το κάνεις, φίλε μου, ετούτο το χατίρι,
μείνε, καρδιά μου, ζωντανός κι έλα στο πανηγύρι
που άρχισε κι ακούγονται οι καρδιακοί του χτύποι
και απειλείται σοβαρά της λογικής η γρίπη! 1095
Αυτό το παλιοσίδερο που όλους μας σιδερώνει
έπαθε βραχυκύκλωμα, και άρχισε να λιώνει!
Ό,τι γουστάρει η ψυχή, αλήθεια το θυμάται,
φαντάζει να 'ναι απίθανο, όμως απλώς κοιμάται.
Και το κοιμίζουν συνεχώς, μην τύχει και θεριέψει 1100
και καμακώσει το θεριό που εκείνοι έχουν θρέψει!
Είναι βαθιά στα στήθια σου, το νιώθεις, δεν το βλέπεις,
κι εμείς σε καταντήσαμε άλλο να μην αντέχεις,
γιατί σου επιβάλλουμε σαν και εμάς να γίνεις,
να ψάχνεις ηρεμιστικά το βράδυ πριν να γείρεις 1105
με παγωμένη την καρδιά και με αναισθησία,
να ονομάζεις την ποινή, ζωή και ευτυχία.
Δεν έχω άλλο να σου πω και τίποτα να δώσω,
λουλούδι της καρδιάς κρατώ κι είναι μικρούλι τόσο,
που μόνο εσύ πια το μπορείς, αν θες, να το ποτίσεις, 1110
κι όπως θα μεγαλώσει αυτό, κι εσύ μαζί ν' ανθίσεις.
Κράτα, ψυχούλα μου, αυτό τ' αμάραντο λουλούδι,
η Αγάπη είναι γιατρειά και σου 'φτιαξε τραγούδι:
- «Ξύπνησε, αρχοντόπουλο, ξύπνησε, πρίγκιπά μου,
φόρεσε τ' άσπρα ρούχα σου κι έλα στ' απέραντά μου 1115
λιβάδια που επιθύμησες ελεύθερος να τρέχεις
μες στην Αλήθεια και το Φως, παντοτινά θα έχεις
αυτό που επιθύμησες και το 'ψαχνες στις λάσπες
και σου το δίναν πλαστικό μέσα σε σάπιες γλάστρες.
Μην τον πουλάς τον πόθο σου, είναι το μόνο που έχεις. 1120
Νιώσε τον κι ας σε κάνανε στα σκοτεινά να τρέχεις,
γιατί είσαι ο πιο ευαίσθητος, είσαι ο πιο ωραίος
και από κει σε πιάσανε, μα είσαι ακόμα νέος.
Νέος θα πει να μη μασάς άλλο το παραμύθι,
που θέλουν να σου δώσουνε για να βρεθείς στη λήθη. 1125
Α-λήθεια μόνο να ζητάς, να 'ναι ο δικός σου τόπος,
που έχει πρόσωπο όμορφο κι είναι ο μόνος τρόπος!
Δεν σε αφήνω μοναχό, σε παίρνω στην καρδιά μου,
έλα, άμα θέλεις, ζήτησε και θα βρεις στον οντά μου
ζεστό ψωμί και ζεστασιά, γιατρειά κι ελευθερία, 1130
μην πιάνεσαι κορόιδο πια, έχω τη σωτηρία!»
- Να ξέρεις, πόνεσα κι εγώ κι είχα μεγάλη ανάγκη
και έσπασα και λύγισα κι έχω γεμίσει πάθη,
που νιώθω να 'ναι φυλακές και πολύ με ζορίζουν.
Φουμάρω τα τσιγάρα μου και κλαίω γιατί με ορίζουν. 1135
Κι αναρωτιέμαι, γιατί αυτό να το 'χω δεκανίκι
και μαύρα τα πνευμόνια μου να έχω, μα και νοίκι
να τους πληρώνω βερεσέ και αφού το αρπάζουν
να λεν πως η υγεία μου κι η προκοπή τους νοιάζουν.
Γιατί είναι αλήθεια πως κι αυτό είναι αυτοκτονία, 1140
μα μέχρι να 'ρθει η ζεστασιά μες στην καρδιά την κρύα
και να χορτάσει ολότελα, ανάβω τσιγαράκι
να μου θυμίζει να πονώ που ακόμα λείπει κάτι
και να ποθώ όλο πιο πολύ μέσα μου να χορτάσω,
μα και να μην τυχόν ποτέ ξεφύγω και ξεχάσω 1145
ότι Άλλος μας χορταίνει απλά, Άλλος μας καθαρίζει
κι ότι αν ανοίξω την καρδιά κι όλη την κατοικήσει,
τότε δεν θα 'ναι ανάγκη πια τα στήθια να γεμίζω
με άσχημο πικρό καπνό κι έτσι να τα βρωμίζω.
Ένα διαφημιστικό διάλειμμα κάνω τώρα, 1150
μια και σε ζάλισα πολύ όλη αυτήν την ώρα·
προσπάθησα μία φορά κάποτε να το κόψω,
μα μ' έπιασε χαρμάνιασμα κι ήθελα να το διώξω
κι έγραψα μες στο ζόρι μου ακόμα ένα «στιχάκι»…
Στο αφιερώνω κι άμα θες, κάνε το τραγουδάκι. 1155
Σαν καλαμπούρι θα στο πω και σαν ανεκδοτάκι.
Λιγούρα τόση ένιωθα, που το 'πα «Ζητιανάκι»:
«Μικρό παιδί αμούστακο, δώδεκα-δεκατρία:
Ζητιανάκι: - Ένα τσιγάρο δώσε μου να πιω, καλέ κυρία.
Κυρία: - Πάρε ψωμάκι που κρατώ την πείνα να χορτάσεις 1160
κι έλα στο σπίτι μου γωνιά σου 'χω να ξαποστάσεις.
Είσαι παιδί πολύ μικρό, τσιγάρο δεν σου δίνω,
κράτησε στο χεράκι σου, αυτό εδώ το κρίνο.
Ζητιανάκι: - Κι αν είμαι βρώμικο πολύ, πεινάω και κρυώνω,
ένα τσιγάρο δώσε μου μ' αυτό βαστώ τον πόνο, 1165
το άδικο κι η ερημιά χαρμάνι στον καπνό μου,
τ' ανάβω για να καίγονται να σβήνω τον καημό μου.
Ετούτο το κρινάκι σου, βάλε το στα μαλλιά μου,
δώρο αγάπης να βαστώ, να το 'χω φορεσιά μου
και στη ζεστή γωνίτσα σου, ζέστανε την καρδιά μου, 1170
μέχρι να λιώσουν οι καημοί να βρω τη γιατρειά μου.
Κυρία: - Δώσ' του Θεέ μου που πεινά, σκέπασ’ το που κρυώνει
κι άναψε το τσιγάρο του σαν περπατά στο χιόνι!
Κι οδήγησε τη στράτα του στου ήλιου τα λημέρια,
έτσι το τσιγαράκι του θα πέσει από τα χέρια. 1175
Μικρό αμούστακο παιδί, δώδεκα-δεκατρία,
στους ώμους βάρος η ζωή, στα μάτια ελευθερία».
Μα ας το ελαφρύνουμε, για να 'χει λίγο χάζι,
πάμε ξανά στο θέμα μας, που είναι πώς αράζει
καθένας μας και το γλεντά με ό,τι βρει εμπρός του 1180
κι έτσι περνάει άνοστα κι ανούσια ο καιρός του.
Τώρα τα λέω εκεινού που αδιάφορα σφυρίζει
και που όπως λέει η αγορά, την ζήση του ορίζει:
Τράβα και πάρε κινητό, άλλαξε και το φύλο,
στο fame story πήγαινε και κάνε, αν θες, το σκύλο, 1185
γίνε ρομπότ και διακοπές οργάνωσε από τώρα
κι ενημερώσου σχετικά με προσφορές και δώρα
και τέλος πάντων ό,τι θες, κάνε, μα μην ξεχάσεις
να βάζεις πάντα μουσική όποιας κι αν είσαι κλάσης.
Παλιά, το είχε ο βασιλιάς προνόμιο ν' ακούει 1190
όλη τη μέρα μουσική, άμα το είχε χούι,
γιατί έπληττε απ' την πολλή χλιδή και αφθονία,
μα τώρα αυτό το έπαθε όλη η κοινωνία.
Όταν σου λέμε όμως παντού και πάντα το εννοούμε.
Μην κάνεις ένα διάλειμμα, θα στενοχωρηθούμε. 1195
Είναι ωραία η μουσική γι’ αυτό με λαιμαργία
να φτάσεις ως και στα αυτιά να 'χεις παχυσαρκία,
για να γλυκαίνονται αυτά σ' όποιον ρυθμό και να ‘ναι.
Λιμοκτονούν τα αισθήματα και ό,τι βρουν θα φάνε.
Είναι τροφή η μουσική, ζεσταίνεται η καρδιά μας, 1200
μα η υπερκατανάλωση, είναι ασθένειά μας
βουλιμική για μουσική ή τέλος πάντων ό,τι
θυμίζει, μοιάζει, φαίνεται και τζαζ και Παβαρότι·
και τρανς και ροκ και έντεχνα κι ενίοτε μπουζούκι
και έθνικ μα και ambient – ας είν' και τουρλουμπούκι! – 1205
και ποπ μα και δημοτικά, hip hop, low bap και Yannis,
ρεμπέτικα και σάουντρακ, ντισκ τζόκεϊ να κάνεις
το έρμο το κεφάλι σου να μοιάζει δισκοθήκη,
μη βάλεις όμως πια ποτέ τ' ακουστικά στη θήκη!
Εκτός κι αν έχει μουσική ο χώρος που τραβιέσαι, 1210
παντού σου βάζουν μουσική, δεν θέλουν να βαριέσαι
στα σούπερ μάρκετ, στο γιατρό, ταβέρνες, καφενεία,
σπίτια και γυμναστήρια, τηλέφωνα και πλοία,
αεροπλάνα, πούλμαν και του Δήμου υπηρεσίες,
σε κομμωτήρια, ταξί μέχρι και στις πλατείες, 1215
μες σε μπουτίκ ντυσίματος μα ίσως και κρεάτων,
σκεπάσαν το νιαούρισμα ακόμα και των γάτων!
Αν αυτό ηχορρύπανση δεν είναι, πες μου τότε,
πού είν' οι ωτοασπίδες μου, αφού εσείς τα τρώτε
όλα και τα χωνεύετε, ακόμα κι αν το στυλ σας 1220
έχει ένα μόνο κόλλημα, δεν λέω η άποψή σας
μπορεί να είναι σταθερή και απ' αυτούς να είστε
που έχουν κάποια επιλογή, εντάξει, αλλά κλείστε
αυτό το κασετόφωνο που παίζει νύχτα μέρα,
ακόμα και τον ύπνο σας τον θέλετε βεγγέρα; 1225
Μα τέλος πάντων εμετό δεν κάνετε απ' τις νότες;
Κι ο Μπαχ θα σιχαινότανε και θα 'κλεινε τις πόρτες,
αν όλη μέρα παίζανε το αριστούργημά του,
και θα τα έπνιγε ευθύς τα ίδια τα παιδιά του!
Θορυβολάγνοι γίναμε και χάθηκε η αξία 1230
της μουσικής, όσο καλή κι αν είν' και με ουσία.
Μα η μουσική είναι συντροφιά και δεν αντέχεις μόνος,
ξέρω, έχεις δίκιο, φίλε μου, είναι μεγάλος πόνος
και τι να κάνεις ο έρημος, πώς να τη βγάλεις τώρα,
που όλες οι πόρτες σου 'κλεισαν και σου 'πανε: «Προχώρα!» 1235
Διψάς για λίγη ζεστασιά και το 'παμε δεν έχει,
εδώ είναι κατάψυξη και το νερό δεν τρέχει!
Μα δες την έλαφο αυτήν που πίνει και χορταίνει
«απ' των υδάτων τας πηγάς» , ποτέ της δεν ξεμένει,
γιατί ελάφι είν' αυτό που όταν ρουφούσε φίδια, 1240
είχε ανάγκη απ' την πηγή που είν’ η ζωή η ίδια.
Όταν το φίδι, το κακό, το φας και το σκοτώσεις,
πρέπει το δηλητήριο να εξουδετερώσεις,
γι’ αυτό να πιείς απ' την πηγή είναι και ευτυχία,
μα πρώτα απ' όλα είν' αυτό που φέρνει αθανασία. 1245
Κάτω απ' το μπαλκόνι σου, σου φαίνεται ουτοπία,
γι’ αυτό κι ο μέγας Γκάτσος μας μες στην απελπισία,
ένιωθε πως δεν του 'δινε καμία σημασία
η καθαρή αυτή πηγή που είν’ η Αθανασία.
Ούτε τη βρίσκεις στους ποιητές, στους Κροίσους ή στον δυόσμο· 1250
μα μόνο μάτια αλλιώτικα σαν βρεις να δεις τον κόσμο,
αυτά που βλέπουν την πηγή και ξέρουν και ζητάνε,
που μέσα απ' τα λασπόνερα δεν θέλουν να ρουφάνε,
όση κι αν είναι η δίψα τους, τρέχουν δε σταματάνε.
Είναι ζωή ή θάνατος λένε και προχωράνε! 1255
Τώρα, αν δεν κατάλαβες τουλάχιστον ακόμα,
πως δηλητήριο τραβάς σ' αυτό εδώ το χώμα
και ξεγελάς τη δίψα σου απ' τα λασπόνερά του,
θα συμφωνήσεις με αυτό το ποίημα του Γκάτσου,
πως η Αθανασία πια καμία σημασία 1260
δεν δίνει στον εξώστη σου, ούτε στα θεωρεία.
Και θα θυμώσεις με αυτήν που δεν την ανταμώνεις,
Αυτή σταυρώθηκε για μας κι εσύ δεν τη ζυγώνεις,
σου φαίνεται η Ανάσταση πως είναι μια γιορτούλα
για σένα, την λαμπάδα σου και την ωραία σούβλα. 1265
Ε, βέβαια, όλα μια γιορτή τα 'κανε η απελπισία,
για πανηγύρια νοιάζεται ακόμα κι η εκκλησία.
Γιατί δεν μας το είπανε πως ο Χριστός ο Ίδιος
δίνει συνέχεια απ' την πηγή, πρέπει όμως πρωτίστως
εσύ να το επιθυμείς, ελεύθερος αφού είσαι, 1270
μα εσύ δεν είσαι ελεύθερος, γιατί σου λένε σβήσε
τη δίψα στις γιορτούλες μας, πιες καμιά κόκα-κόλα
μήπως τυχόν αφυπνιστείς κι ύστερα για μπριζόλα
σε ποιόνε θα πουλήσουνε το δηλητήριό τους;
Οι σκλάβοι αν ξυπνήσουνε, θα χάσουν το προσόν τους 1275
να είναι αυτοί αφεντικά και να τα ελέγχουν όλα·
τους φαίνεται παντοτινά πως θα 'χουν τέτοια σόλα,
για να πατάν το ελάφι μας στο ωραίο του κεφάλι,
για να μην υποψιαστεί πως η αλήθεια είναι άλλη.
Και πως υπάρχει και η Πηγή, υπάρχει αθανασία 1280
και θα τελειώσει κάποτε αυτή η κοροϊδία,
που χίλια επιχειρήματα δίνει στη λογική σου,
για να πειστεί πως θάνατος θα 'ναι η κατάληξή σου.
Είναι ψευτιά ο θάνατος, τροφή για τα κοράκια
και φιγουράρει ψεύτικα μες στα δικά μας μάτια 1285
μαζί με την ανάγκη μας, που ψάχνει να χορτάσει
με βρώμικα λασπόνερα και τη ζωή να πιάσει,
για να την ζήσουμε οι φτωχοί μες στην απελπισία
σα να 'ν' θανατική ποινή με λίγη διορία.
Ε, δεν αντέχω άλλο πια, τα ισοπεδώσαν όλα! 1290
Γι’ αυτό σου λέω φίλε μου μην πιείς την «κόκα-κόλα»…
Πώς να το ψάξεις το νερό, αφού είσαι χορτασμένος
κι ούτε το βάζεις στο μυαλό πως δηλητηριασμένος
κι όχι χορτάτος, μα νεκρός, στ' αλήθεια ναρκωμένος,
κοιτάς τον ήλιο και αυτός σου φαίνεται αναμμένος. 1295
Κι ύστερα βλέπεις πορτατίφ και το περνάς για ήλιο,
άσ' τα να πάνε, κόλλησες, σα να 'σαι σε βινύλιο
παλιά βελόνα κι όλο λες το ίδιο και το ίδιο
κι έφτασες και το πίστεψες πως αυτό το βαρίδιο,
που σ' έκανε και κόλλησες, είναι προς όφελός σου· 1300
το έκανες σημαία σου πως θέλει το καλό σου
και πίστεψες πως είν' αυτό, το σάπιο κόλλημά σου
το τραγουδάκι ολόκληρο, βρε αδερφέ, φαντάσου
ν' ακούγαμε ολόκληρο το δίσκο πώς θα ήταν
και ν' άνοιγε μια πόρτα ευθύς και να μας λέγαν «κοίτα!» 1305
Και να μας δείχνανε πολλές, άπειρες δισκοθήκες…
Άντε, λοιπόν και να στο πουν, μα εσύ έχεις υποθήκες,
το σπίτι, το κεφάλι σου κι όλα τα υπάρχοντά σου,
δήλωσες για εγγύηση μέχρι και τη γιαγιά σου
και όλα αυτά τα έκανες στη βεβαιότητά σου, 1310
πως βλέπεις τάχα καθαρά, τα επιχειρήματά σου
ήτανε τόσο στέρεα που θα 'παιζες ακόμα
ξανά μια το κεφάλι σου όταν θα ήσουν πτώμα.
Εσύ ξέρεις απόλυτα πως όλο το τραγούδι
είναι αυτό που κόλλησες: «ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΕΙΝ' ΛΟΥΛΟΥΔΙ». 1315
Μα, να, που όμως ίσως και η δύστυχη βελόνα
που κόλλησε και έπαιζε τα ίδια έναν αιώνα
και κορδωνόταν πως αυτό η Μουσική όλη είναι
και ας της φώναζε η ζωή: «Τα δεδομένα σβήνε!»,
όταν θελήσει η Μουσική, η ίδια η αρμονία, 1320
να της ανοίξει όλα αυτά τα άπειρα αρχεία,
ίσως, λοιπόν, να είναι αργά να πάει στο μάστορή της
σαν δει πως είχε κόλλημα για επαναδιόρθωσή της.
Τότε θα κλαίει και θα θρηνεί για τον χαμένο χρόνο
και που αυτό το γρίτσι-γριτς έπαιζε πάντα μόνο… 1325
Αλίμονο! Κι η Μουσική την ήθελε μαζί της,
μα αυτή όμως δεν το έβλεπε κι έπαιζε το βιολί της.
Κι αν κάποιοι ξεκολλήσουνε, η αρχή είναι ζοριλίκι,
γιατί μοιάζουν με πρόβατα κι είναι τριγύρω οι λύκοι.
Δεν θα σ' αφήσουν εύκολα κι οι «φίλοι» σου ακόμα, 1330
θα τρίζουνε τα δόντια τους σαν φύγεις απ' το κόμμα.
Γιατί έτσι θα σε χάσουνε από καλό πελάτη
και θα σου βγάλουν όνομα, μα και αυτό το μάτι!
Πρώτα αυτοί θα γίνουνε λύκοι από «αγάπη»…
Σε θέλουν για τα δόντια τους κι όχι ν' αλλάξεις κάτι. 1335
Είτε γιατί τους τη χαλάς την όμορφη παρέα.
αν ήσουν και γελωτοποιός, τραγούδαγες κι ωραία,
αν έλυνες προβλήματα και πάντα ήσουν μαζί τους,
είτε τα αυτιά τους χάιδευες σε κάθε άποψή τους
κι ήσουνα το καλό παιδί και πάντα προσκυνούσες 1340
το τέλειο μεγαλείο τους και τους ικανοποιούσες,
έτσι για να 'σαστε καλά και να κυλάει η ζήση,
πες μου, αν εσύ τους ξέφυγες, ποιός θα παρηγορήσει
ετούτη την απώλεια; Αχ, δεν θα την αντέξουν,
σείονται τα θεμέλια κι απάνω σου θα τρέξουν 1345
μ' ανησυχία φιλική, με φόβο κι ενδιαφέρον,
αυτοί δεν είναι άρρωστοι, εσύ είσαι ο φέρων
ανίατη ασθένεια, κοινώς την λέμε τρέλα.
πώς γίνεται να λιάζεσαι πιο έξω απ' την ομπρέλα;
Πίσω απ' την αγωνία τους κρύβεται κι ένας φόβος 1350
να μη χαθούν οι ασφάλειες, να μην προκύψει λόγος,
έτσι ώστε αυτοί να ερωτηθούν από τον εαυτό τους,
ποιός έχει δίκιο, οι ίδιοι τους ή μήπως ο τρελός τους;
Γιατί αν βάλουν στο μυαλό μια τέτοια ανησυχία,
πρέπει στα δεδομένα τους μια ακτινογραφία 1355
να κάνουν, όμως είναι αυτό σκέτη ταλαιπωρία.
Στο κάτω-κάτω της γραφής βρίσκουν πως η υγεία
που έχουν είναι μια χαρά, το είπε κι ο γιατρός τους,
αν παίρνουνε το χάπι τους ή ό,τι βρουν εμπρός τους
κι αφού η γνώμη η κοινή έτσι το αποφασίζει, 1360
υγεία είναι να καίγεσαι, όμως να σε δροσίζει
εκείνη η ψευδαίσθηση πως, ό,τι λένε όλοι,
εκείνο είναι το σωστό και το φοράς «βραχιόλι»,
ώστε επιβεβαίωση να είναι η κοινή γνώμη,
οπότε δεν χρωστάς ποτέ και πουθενά συγγνώμη. 1365
Η συνταγή, το είπαμε, σε θέλει ευτυχισμένο
που πάει να πει συμβόλαιο να 'χεις καλογραμμένο,
που να ορίζει ποιά ακριβώς είναι η ευτυχία
που σου επιβάλλει να ποθείς αυτή η κοινωνία.
Ούτε πιο λίγο απ' αυτό ούτε βεβαίως πιο πίσω, 1370
είναι μοντέλο ακριβές πρέπει να το τηρήσω,
ό,τι προτείνουν ακριβώς να κάνω για να ζήσω,
είναι μανιέρα η ζωή, πρέπει να συνηθίσω…
Αυτό ακριβώς το τέλειο εικονικό μοντέλο
που δείχνει η τηλεόραση να βάλω για καπέλο. 1375
Να είμαστε όλοι όμορφοι, κεφάτοι, ευτυχισμένοι,
διάσημοι, ενδιαφέροντες και επιτυχημένοι.
Δεν θέλουμε προβλήματα σε τούτη την ταινία,
το «ζουμ-τριαλαριλαρό» είναι η ευτυχία!
Η ψεύτικη επίφαση κεφιού κι αισιοδοξίας, 1380
όνειρα πάνω απ' αυτό είν' ένδειξη βλακείας,
αλλ' όμως και λιγότερο δεν κάνει, είν' αρρώστια,
το μέτρο είναι να φοράς, όποια σου πουν εντόσθια
κι αν η ζωή στα φέρει αλλιώς για να σε συνετίσει
κι αν έρθει κάνα πρόβλημα να σε ταρακουνήσει, 1385
να σου 'ρχεται παράνοια και να σε πιάνει τρέλα,
θες όλα να 'ναι σε σειρά κι αρπάζεις την ομπρέλα,
ψεύτικα κουκουλώματα να φαίνονται όλα εντάξει,
να μην τυχόν και μαθευτεί ότι στην ίδια τάξη
έμεινες κι απ' το σύνολο εσύ ό,τι διαφέρεις. 1390
Πανίσχυρος και άτρωτος πρέπει να καταφέρεις
να δείχνεις, γιατί αλλιώτικα σε περιμένει ψόγος
ή της ζωής το μάθημα όπως ο ψυχολόγος
για σένα το ετοίμασε και για κάθε καημένο,
που μπλέχτηκε, ενώ δίνεται το σχέδιο ορισμένο. 1395
Δεν είναι τίποτα σου λεν και μην ανησυχήσεις,
ή νεύρωση ή ψύχωση είναι, αν το νομίσεις,
πως κάτι άλλο είν' η ζωή από αυτό το ψέμα,
πρέπει να βάλεις τα γυαλιά και να αλλάξεις βλέμμα.
Ζωή είναι προσομοίωση ζωντάνιας κι ευτυχίας, 1400
μα σκέτη επιβίωση είναι επί της ουσίας.
Είσαι απολύτως υγιής, αν είσαι στην αγέλη,
οπότε εσύ που αντιδράς θα χρεωθείς τα τέλη
της όποιας σου παράβασης, κυρίως αν διαφέρεις,
δεν σε αφήνουν ήσυχο μήπως και καταφέρεις 1405
να αποδράσεις και φωτιές στη βεβαιότητά τους,
ανάψεις χωρίς να το θες μια κι είσαι ανάμεσά τους.
Μεγάλος πονοκέφαλος να 'χεις άλλο «καλάθι»,
γιατί σ' αυτήν την εκδοχή σε κυνηγούν οι βλάχοι!
Και δεν ξεφεύγεις, γιατί αυτοί το 'χουν συμφωνημένο 1410
και μάλιστα το χαίρονται που 'ναι κατεστημένο.
Δικαιωμένοι, αγωνιστές, μέχρι κι επαναστάτες,
όλοι αμετακίνητοι μην έχεις αυταπάτες,
μοιράζονται τους ρόλους τους και βρίσκουν ησυχία,
αν λείψεις απ' το έργο τους, αυτό είναι προδοσία. 1415
Κι αλίμονο! Αν σε αγαπούν, δεν θα σε κυνηγήσουν,
δεν θα σε πάνε φυλακή, μα όμως θα σε κλείσουν
η πνιγηρή φροντίδα τους κι η βεβαιότητά τους
σε πιο μεγάλη φυλακή, που είναι η αγκαλιά τους,
κι αν δεν καθίσεις και εκεί, πολύ πια θα θυμώσουν 1420
και τότε θα σιγουρευτούν πως πρέπει να σε σώσουν,
γιατί είναι επικίνδυνο που είσαι μακριά τους
και δεν υπολογίζεις πια τα επιχειρήματά τους.
Δεν σου 'πανε να συμφωνείς με όλα μα με κάτι.
Τι θα πηδήξεις στο κενό; Ε, θα σε πουν σακάτη. 1425
Αυτό είπανε και στον σοφό που έλεγε «ουδέν οίδα».
Κουνήθηκαν οι ασφάλειες και το 'νιωσαν παγίδα.
Υπάρχει και περίπτωση σε κάποιους να αρέσει,
σε κάποιους νέους στην καρδιά, που ακόμα ψάχνουν θέση,
μα αυτό είναι επικίνδυνο, γιατί είναι ένα στρώμα, 1430
που και την όποια απόδραση την σκέφτονται σε κόμμα.
Είναι ωραίοι, ανήσυχοι, θέλουν ελευθερία,
μα η τάση που 'χουν οι άνθρωποι σ' αυτήν την ηλικία
τους σπρώχνει στο φανατισμό, γιατί ζητάει να δέσει
με ιδέες και συνθήματα και κάποιονε στη μέση 1435
ένα καινούριο σύστημα, μια νέα θεωρία,
οπότε πάλι θα 'χουμε μια νέα ιδεολογία.
Κι ο Βιτγκενστάιν έφυγε, πήγε στη Νορβηγία,
μια κι ήξερε τον κίνδυνο που ‘χει η Φιλοσοφία.
Γιατί όσο κι αν το ήθελε να γίνει ο «κανένας», 1440
έναν σπουδαίο φιλόσοφο έβλεπε ο καθένας
κι ενώ αυτός τους έλεγε πως η Φιλοσοφία
είναι για να γκρεμίζουμε την κάθε θεωρία,
εκείνοι πάλι χτίζανε το οικοδόμημά τους
και απ' αυτόν ζητούσανε να γίνει μέντοράς τους. 1445
Δε λέμε πως δεν είν' καλό, αν ψάχνεις την Αλήθεια
να βοηθήσεις και αυτούς που ασφυκτιούν στα δίχτυα
και θέλουν ν' αποδράσουνε, μα πρέπει να προσέχεις
αυτήν την μπανανόφλουδα που βάζουνε οι σχέσεις.
Άλλωστε είσαι και εσύ ένας που ακόμα ψάχνει. 1450
Το είπαν και οι Σκεπτικοί δεν βλέπεις μες στην πάχνη
της όποιας βεβαιότητας, των όποιων δεδομένων,
γι’ αυτό διαλέγεις το μηδέν απ' ό,τι είναι δοσμένο
μήπως εκεί καθαριστείς και τότε η Αλήθεια
εκείνη έρθει και σε βρει, σαν διώξεις τη συνήθεια. 1455
Να θεωρείς αληθινό αυτό που βλέπει η τύφλα
αυτής της δήθεν λογικής, που σου κολλάει σαν τσίχλα
στη σφαίρα του εγκεφάλου σου και νέα δεδομένα
σου στρώνει πάλι απ’ την αρχή στέρεα βεβαιωμένα.
Άρα, δεν έχεις τίποτα να πεις κι αυτό ακόμα, 1460
το ότι δεν ξέρεις τίποτα, φύλαξ' το μες στο στόμα
κι αν έρθει εκείνη η στιγμή και το μηδέν φωτίσει,
και λίγο ανοίξουν οι οφθαλμοί κι η Αλήθεια σ' οδηγήσει,
μην γίνεις Υπεράνθρωπος όπως αυτός του Νίτσε
κι αρχίσεις λόγια να τους λες, καλύτερα αυτό δείξε: 1465
Ότι η Αλήθεια πρόσωπο είναι και όχι λόγια
και για να έρχεται, εσύ, κάθεσαι στα «υπόγεια»,
εκεί που σβήνει το μυαλό και η καρδιά χτυπάει,
γιατί στ’ αλήθεια αληθινός είν' όποιος αγαπάει.
Και αγαπάω δεν θα πει γίνομαι δάσκαλός σας, 1470
θα πει είμαι υπηρέτης σας και ο πιο ταπεινός σας,
για να εστιάσετε στο φως, που σβήνεις για να έρθει
και να ζητά ο καθένας μας κοιτάζοντας να στρέψει
εκείνο το ωραίο μηδέν που γίνεται καθρέφτης,
όχι σε όποιον κομπασμούς και λόγια λέει ο ψεύτης, 1475
μα στην Αλήθεια που ρευστή έρχεται σαν ποτάμι,
δεν πιάνεται, δεν κλείνεται, συμβόλαια δεν κάνει,
μόνο σε θέλει καθαρό, με πόθο στην καρδιά σου
και στα σκουπίδια τα πετά τα επιχειρήματά σου.
Εκείνα είναι το Πρόσωπο και συ είσαι κατ' εικόνα. 1480
Μην την πατήσεις, φίλε μου, και νιώσεις πως το χώμα
που ακόμα είσαι, έγινε το Φως που έχεις λαχτάρα,
εκείνο καίει δυνατά κι εσύ θα μπεις στη σχάρα,
αν το μπερδέψεις και το δεις για πρόσωπο δικό σου.
Εσύ ας μείνεις διάφανος κι αυτό είναι δανεικό σου, 1485
γιατί αλλιώς ίσως καείς από το Φως το ίδιο,
σαν Ίκαρος θα τσακιστείς, θα πέσεις σαν βαρίδιο,
αν το οικειοποιηθείς, και θα 'ρθουν τα κοράκια
και θα τσιμπάνε αχόρταγα τα ωραία σου λογάκια!
Έτσι την πάτησε κι αυτός ο τραγικός Ιούδας, 1490
που θα 'τανε καλύτερο να σώπαινε σαν Βούδας,
μα αυτός οικειοποιήθηκε την Χάρη του Δασκάλου
και ήθελε τον μάνατζερ να κάνει του Μεγάλου.
Γιατί ποθούσε να Τον δει στον θρόνο Επαναστάτη,
ήθελε τον Θεάνθρωπο καβάλα πάνω σε άτι 1495
και πήγε έτσι αυτόβουλα, αυτός να καθαρίσει,
λες κι ήτανε το σχέδιο δικό του να ορίσει,
λέγοντας: «Θα σας πω εγώ ποιός είναι ο Μεσσίας»,
γιατί ονειρευότανε μια πράξη ανταρσίας
σ' επίπεδο πολιτικό και ήθελε ν' αρχίσει 1500
εκείνη η επανάσταση που τόσο είχε ποθήσει.
Έβαλε την πολιτική, την ιδεολογία
και τα δικά του σχέδια πάνω από τον Μεσσία.
Δεν ήθελε ν' ακολουθεί το θέλημα Εκείνου,
που είχε την ταπείνωση του θεϊκού και φίνου 1505
Προσώπου που ενσαρκώθηκε, του Λόγου της Τριάδας.
Ο Ιούδας ανυπόμονος ήθελε Ιλιάδας
σενάριο να εκτυλιχθεί κι «έδωσε» τα Μυστήρια
απ' τη φιλοδοξία του κι όχι για τα αργύρια.
Δεν ήτανε φιλάργυρος, είχε φιλοδοξία 1510
να προχωρήσει μόνος του αυτή την ιστορία,
ενώ το είχε πει ο Χριστός στους Μαθητές να κρύβουν,
ποιός είν' Αυτός στα λόγια τους και έτσι να το δείχνουν
μόνο στην πράξη, αφήνοντας την Χάρη Του να δίνουν
σαν λύχνοι που όντως λάμπουνε πάνω στου κομοδίνου 1515
την επιφάνεια και γι’ αυτό τους βάζουμε εκεί πάνω
κι όχι για να φωνάζουνε: «Κοιτάξτε εγώ τι κάνω!»
Ο Ιούδας είπε στους Ιερείς: «Εγώ Τον εγνωρίζω,
Αυτόν που περιμένουμε κι αν θέλετε ορίζω
τον τρόπο αναγνώρισης και θα Τον παραδώσω 1520
Αυτόν που είναι ο Μεσσίας μας και καρτερούμε τόσο».
Το έκανε σκεπτόμενος πως θα 'χε άλλη πορεία
κι άλλη εν τέλει εξέλιξη αυτή η ιστορία:
Πως δεν θα παραδίνονταν, μα θα επαναστατούσε
κι έτσι το πολυπόθητο έργο θα ξεκινούσε. 1525
Γι’ αυτό, σου λέω, φαίνεται η Αλήθεια, δεν μιλιέται,
δεν είν' αόριστη έννοια, στην πράξη συναντιέται
και σβήσε ευθύς τα ίχνη σου, πρόσωπο εσύ δεν είσαι,
Εκείνη μόνο είν' Πρόσωπο, γι’ αυτό και Την στερείσαι,
όταν γυρεύεις να την βρεις σε λόγια και απόψεις 1530
και δεν μπορείς την κεφαλή του εγωισμού να κόψεις.
Γιατί κοιτάς την πάρτη σου με λόγια να δοξάσεις
κι άμα στα λόγια τον ζητάς τον Λόγο θα τον χάσεις,
γι’ αυτό πρέπει κι ο ίδιος σου να αυτοαναιρείσαι
κι αν την Αλήθεια συναντάς να μην μας λες ποιος είσαι. 1535
Άσε Εκείνη να φανεί και συ εξαφανίσου.
Αν Την φανέρωσες σε μας, αυτό είν' η αμοιβή σου.
Να μην γνωρίζει η «δεξιά» τι κάνει η «αριστερά» σου
που πάει να πει ο εγκέφαλος να ξέρει τα μαλλιά σου,
μα να μην ξέρει τι εσύ στ' αλήθεια επιλέγεις 1540
και κάνει καταχώρηση, εσύ ας τον κοροϊδεύεις,
γιατί είν' αυτός μηχάνημα που θέλει να οργανώνει
και ότι βρεις, στ' αρχεία του κοιτάζει να το σώνει.
Αυτή είναι η λειτουργία του, δεν φταίει η χημεία,
μα είναι για άλλα πράγματα κι όχι για ελευθερία. 1545
Γι’ αυτό τον σβήνεις, άμα θες να έρθει η Αλήθεια.
Γι’ αυτήν αρκεί ο ανιχνευτής που έχεις μες στα στήθια,
που δεν επεξεργάζεται στοιχεία, δεδομένα,
στρέφεται αυτόματα στο Φως και λέει: «θέλω Εσένα!»
Αυτό που λέγεται καρδιά μονάχα επιλέγει 1550
ή το ψυχρό ή το θερμό και έτσι δεν τα μπερδεύει.
Έτσι ο πρώτος σου εχθρός είναι η αυτοεικόνα,
που λέει πως εσύ είσαι αυτός που ψάχνεις τόσα χρόνια
και τότε σκοτεινιάζει αυτός ο καθαρός καθρέφτης
και γίνεσαι υπερφίαλος, εγωιστής και ψεύτης. 1555
Γιατί ενώ ήξερες καλά ότι ζητάει διαφάνεια
η Αλήθεια για να έρχεται, σαν έρθει η περηφάνια
και διαλαλείς την πάρτη σου και έτσι καμαρώνεις,
το πρόσωπό σου φαίνεται κι έτσι δεν φανερώνεις
αυτό που τόσο αγαπάς και που μας αγαπάει 1560
και ο ξερός εγωισμός, όπου ήσουν σε γυρνάει.
Αυτός που έχει αποστολή να λέει την Αλήθεια,
ζητάει και τρόπο να την πει, ίσως με παραμύθια,
όχι δικά του μα αυτά που Εκείνη υπαγορεύει.
Εκείνος μόνο τη γροικά κι απ' το μυαλό του φεύγει, 1565
έτσι ώστε να ακούσουνε μόνο όσοι αντέχουν,
γιατί οι άλλοι καίγονται και να ορμήξουν τρέχουν
κι ο τρόπος είν' ταπείνωση κι όχι υπερηφάνεια,
γι’ αυτό κι ο ίδιος ο Θεός κρύφτηκε «στα ουράνια»,
για να 'σαι συ ελεύθερος, αν θες, να Τον ζητήσεις 1570
κι αν πρώτα απ' όλα την καρδιά ζητάς να καθαρίσεις.
Γιατί ήρθε ο Θεάνθρωπος κι αυτοί βάγια Του στρώσαν,
μα «Εγώ ειμ' η Αλήθεια» άκουσαν κι οι ίδιοι Τον σταυρώσαν.
Αυτά που σου 'πα μυστικά ας μείνουν στο ντουλάπι
και ό,τι είπαμε ως εδώ, ας είν' ψωμί κι αλάτι. 1575
Σε τούτη τη διαδρομή, κράτα για φορεσιά σου
μία στολή παραλλαγής να μοιάζεις στη γενιά σου
και όλα καν' τα, μα αλλιώς θέατρο έξω είναι,
παίξε το ρόλο σου καλά, τα ίχνη όμως σβήνε.
Σ' αυτά τα χαρακώματα, φυλάξου απ' τις σφαίρες, 1580
καλύψου ήσυχα κι απλά και μη μετράς τις μέρες·
κι ο χρόνος είναι ένα τρικ που έχει η κοινωνία.
Εσύ μείνε στη θέση σου και κάνε την «κυρία»!
Μην φλυαρείς και σώπαινε και πες την προσευχή σου,
έτσι θα δεις να φεύγουνε αυτοί που είν’ οι εχθροί σου. 1585
Παράδειγμα, αν δεν φτιάχνεσαι με όσα σου προτείνουν,
σε λένε τότε γραφικό κι απ’ έξω σε αφήνουν,
άλλοτε με συμπάθεια ή και με καταφρόνια,
κάνε λιγάκι υπομονή δεν θα ‘ναι για αιώνια.
Σήμερα δε σταυρώνουνε μ’ ακάνθινο στεφάνι, 1590
σήμερα σε περιγελούν ή σε κοιτούν σαν χάνοι,
σαν αναγκαίο βάσανο, σαν ξωτικό, σαν ούφο.
- «Άδραξε τη ζωή, χαζέ, μην την κοιτάς, ρε μπούφο!»
- «Ποιά λέτε έτσι, ρε παιδιά, ζωή είναι αυτό που ζείτε;
Και θα μετριέται για ζωή, στο μνήμα σαν θα μπείτε; 1595
Το ότι τρώτε εσείς εδώ, πίνετε και γλεντάτε,
άντε και λίγο σκέφτεστε και ήσυχα κοιμάστε;»
- Κράτα το στόμα σου κλειστό, σου 'πα, μα αν δεν κρατιέσαι,
πεσ' τα μα κρύψου εσύ καλά, γιατί αλλιώς τραβιέσαι!
Κοίτα να μην τους τυραννάς και να μη βγάζεις μάτι 1600
σαν πίνουνε τις μπύρες τους, σαν είναι στο κρεβάτι
και τόσο όταν χαίρονται με τ' αποκτήματά τους
και οργανώνουν τη ζωή, μετρούν τα χρήματά τους
και προπαντός όταν αυτοί μιλούν στον πράκτορά τους
και κανονίζουν διακοπές για να βρουν την υγειά τους 1605
ή ό,τι άλλο αν κάνουνε δεν θέλουν να σ' ακούνε,
την υπεραπασχόληση χαλάς και θα «στην πούνε»!
Και μην τολμήσεις να τους πεις ότι δεν ξέρουν κάτι,
γιατί έχουνε τηλεκοντρόλ παντού απ' άκρη σ' άκρη
κι εφημερίδες, κινητό, τηλεπικοινωνία 1610
και ξέρουν ό,τι γίνεται μέσα στην κοινωνία.
Κι αν τύχει κάποια είδηση και τους στενοχωρήσει,
γνωρίζουν και πολιτική κι έχουνε μία λύση:
Πως φταίνε τάχα οι κακοί άρχοντες του πλανήτη,
της φύσης η καταστροφή ή κάποιοι άλλοι «τρίτοι». 1615
Πάντως δεν φταίνε οι ίδιοι τους για το κακό το χάλι,
γι’ αυτό ή κλείνουν την tv ή αλλάζουνε κανάλι.
Μην το ζορίζεις και πολύ, ζωή είναι θα περάσει,
μ' αλίμονο! Ο φίλος τους δεν είχε γερή κράση
και πέθανε ο φουκαράς και είχανε κηδεία, 1620
μα αυτοί «Δόξα τον Ύψιστο», σφύζουν από υγεία!
Όχι πως ειν’ αυτό ζωή, μα ο θάνατος ακόμα,
φαντάζει να ‘ναι απεχθής γιατί μονάχα χώμα
γίνονται οι απόψεις σου κι αυτό το μεγαλείο
εφήμερων επιλογών δεν μπαίνει στο ψυγείο. 1625
Σαν χώμα όποιος έζησε και χλεύαζε το Πνεύμα,
σαν έρθει η ώρα ο Μάστορας να μην του δίνει ρεύμα,
ας θυμηθεί το πείσμα του και την επιμονή του,
πως σαν του λέγαν για ουρανό είχε την άποψή του.
Και ουρανός δεν ειν’ αυτό που γλάροι ταξιδεύουν, 1630
είναι αυτό που είμαστε και που μας κοροϊδεύουν
να μείνουμ’ εδώ έγκλειστοι στου τετραγώνου το είδος
και να ξεχάσουμε εντελώς ότι υπάρχει κύβος!
Τώρα βεβαίως θα μου πεις, πού να βρω να κοιτάξω
ένα κομμάτι ουρανό, αφού όπου και αν ψάξω 1635
παντού είναι μια ψευδοροφή και σε τι να πιστέψω;
Σ' αυτό που λένε αυτοί Θεό και μ' έχουν πάντα απ' έξω;
Γιατί εκκλησιαστικά τα λεν τα οικοπεδάκια
κι έχουν την εκκλησία τους και κάνουνε κολπάκια,
για να 'ναι ιδιοκτησία τους αυτή του παραδείσου, 1640
αν είναι έτσι, άσε με, μην παίξω ζίου-ζίτσου!
Κι αρχίσω να τα λέω εδώ, το είδαμε το χάλι,
φοβάμαι την κατάκριση, μ' αφού το πορτοκάλι
το τρώνε πάντοτε αυτοί και μου πετάν τις φλούδες
κι αφού αυτά τα χάφτουνε μονάχα οι παππούδες, 1645
που είναι για «αναχώρηση» και επειδή φοβούνται,
γι’ αυτό κοιτάν ολημερίς πώς να σταυροκοπιούνται
και κάτι άλλοι επίτροποι κι αρχιερείς κι εβραίοι
που φιγουράρουν «δίκαιοι» κι αισθάνονται ωραίοι…
Στο τέλος δεν θα κρατηθώ κι ίσως και να υβρίσω, 1650
δεν θα τα πω προσωπικά μα ούτε και θα το κλείσω.
Άντε και να το χάψω αυτό και να το παραβλέψω,
δε λιγουρεύτηκα ποτέ τα πλούτη τους να κλέψω,
μα δε γουστάρω, φίλε μου, και δεν χτυπάει η καρδιά μου,
μακριά τους θ' αποτραβηχτώ κι ας βρω και τον μπελά μου. 1655
Πήγα κι εγώ κάποιες φορές και μπήκα σ' εκκλησία,
για να μου πουν για το Χριστό και για την Παναγία,
μα δυστυχώς ο άμοιρος δεν πάγωσα όλως διόλου
μέχρι που το φοβήθηκα πως μοιάζω του διαβόλου.
Και λέω δεν είν' απίθανο μπορεί εγώ να φταίω, 1660
που είμαι έτσι ακάθαρτος και δεν γνωρίζω, λέω,
ούτε τι είναι προσευχή, ούτε τι είν’ η Χάρη,
μα αυτοί όλα τα στεγνώσανε εκτός απ' το παγκάρι.
Τι μου προτείνουν για Θεό, αφού κι αυτοί κοιτάνε
να λήξει η Λειτουργία τους και ύστερα να πάνε, 1665
έτσι όπως είναι φουσκωτοί από κοιλιά και δόξα
να βγούνε στα παράθυρα με βέλη και με τόξα
του κάθε παλιοκάναλου και να μιλάν για δίκια
με αυτοδικαίωση πολύ και με τα δεκανίκια
που παίρνει η εξουσία τους απ' τ' άμφια και τις τιάρες. 1670
Αυτοί, βρε, όλα τα πούλησαν και παίζουν τις κουμπάρες!
Μα να στο εξομολογηθώ, άνθρωποι είναι λέω,
μπαίνουν κι αυτοί σε πειρασμό, μα να μη λεν «δε φταίω»!
Αν όντως είναι χάρισμα ο ίδιος τους ο ρόλος,
δεν θα μπορούσα και εγώ ο άθλιος, ο δόλιος, 1675
λιγάκι να το αισθανθώ να πάρω λίγη Χάρη
κι όχι μονάχα το σφιχτό εκείνο το ζωνάρι
που μου προτείνουν οι σεμνοί που μείνανε παπάδες…
Συγγνώμη μα θα σου το πω, δεν γίνεται ως ραγιάδες
πιστοί ν' ακολουθήσουμε τις εντολές μονάχα 1680
κι η Αγάπη που μας διαλαλούν πως την κατέχουν τάχα,
πού φαίνεται, πώς γίνεται να τηνε νιώσω ίσως
κι εγώ που είμαι αμαρτωλός και που μου βάζουν μίσος;
Το ξέρω και το δέχομαι ότι ο Χριστός Αγάπη
είναι ο Ίδιος, μα αυτοί Τον κλείσαν στο κιτάπι, 1685
μοιράσανε τα ρούχα Του, σχίσαν τα ιμάτιά Του,
γι’ αυτό είναι πάνω στο Σταυρό, μα άφησε τη μιλιά Του,
το Πνεύμα και το λόγο Του κι αυτοί δεν τα εκφράζουν
στις πράξεις και τα έργα τους και μοναχά κοιτάζουν
το λόγο να τον κάνουνε λόγια αδειανά ‘πό Χάρη 1690
κι αντί για Πνεύμα να μιλούν, κοιτάνε στο παγκάρι
και βγάζουν δίσκο στη στιγμή μετά τα Ευαγγέλια.
Πού να βρω εγώ κατάνυξη, με πιάνουνε τα γέλια,
για να μην πω τα κλάματα μέσα στην εκκλησία
που πια δεν είναι του Χριστού το Σώμα κι η θυσία 1695
κι απόμεινε το κτίριο μονάχα να εννοείται
και μόνο η αναστύλωση σ’ αυτό να ευλογείται
και να ευφραίνεται ο πιστός που ανοίγει πορτοφόλι,
πληρώνοντας με χρήματα την αμαρτία όλη.
Ετούτο θα το ζήλευε κι ο Πονηρός ακόμα, 1700
συγχωροχάρτι εύκολο να βρίσκει ως και το πτώμα,
άμα κηδεία ακριβή, μνημόσυνο χλιδάτο,
του κάνουνε οι συγγενείς και προπαντός χορτάτο
αφήσουν το επίτροπο και βέβαια τον παπά τους.
Ε, τότε οι πεθαμένοι μας θα βρούνε την υγειά τους! 1705
Αχ, να με κάνουν μια φορά λίγο ν' ανατριχιάσω,
γλυκά, γαλήνια, θεϊκά, την πείνα να χορτάσω!
Μα μου ζητάνε εντολές μόνο να εκτελέσω,
λες κι είμαι εγώ Μουτζαχεντίν κι εκρηκτικά να δέσω
γύρω από το σώμα μου για ποιόνε δεν γνωρίζω, 1710
αυτοί μου λεν να σφίγγομαι και μόνο να ζορίζω
την δόλια την καρδούλα μου με νόμους και νηστείες,
να βάλω και τσεμπέρι εγώ όπως και κάτι θείες
να μπαίνω μες στην εκκλησιά, να νιώθω πως αγιάζω
κι ύστερα όποιον βρω μπροστά, ευθύς να τονε σφάζω 1715
απ' την πολύ κατάκριση κι απ' την μεγάλη πείνα
να λέω «οφθαλμόν αντί οφθαλμού», ως και τα λόγια εκείνα
που λεν πως είπε ο Χριστός να στρέψεις και την άλλη,
όταν δεχτείς το ράπισμα, μα αυτοί έχουν τέτοιο χάλι,
που αν ο ίδιος ο Χριστός τους πει: «δεν είσαι εντάξει», 1720
αυτοί έχουνε το δίκιο τους, Τον βάζουνε σε τάξη.
Όπως και τότε που 'ρθε Αυτός κι άλλονε περιμέναν
με δόξα, να 'ναι βασιλιάς και δεν καταλαβαίναν,
πως ο Θεός ο πάνσοφος είναι και παιχνιδιάρης
και πως δεν θα γινότανε, γιατί είναι κι ερωτιάρης 1725
να 'ρχόταν όπως θέλανε κι όπως Τον περιμέναν,
γιατί ο Μέγας Εραστής ζητάει από σένα,
όπως ο Ερωτόκριτος τότε στην Αρετούσα,
όχι αυτά που ήξερε τα μάτια και τα μούσια
ν' αναγνωρίσει για να πει: «Νάτος ο έρωτάς μου!» 1730
Μα κλείνοντας τα μάτια της να πει: «Αχ, της καρδιάς μου
τα πέταλα αναρρίγησαν και φάνηκε το φως μου.
Δεν σε γνωρίζω στη μορφή μα είσαι ο καλός μου!»
Ποιός μίλησε για έρωτα μέσα στην εκκλησία;
Μας πήξαν στα κηρύγματα και ηθικολογία 1735
στρώσανε κι αδιαφόρησαν που ο άνθρωπος ζητάει
να πάψει η καρδούλα του ενοίκιο να χρωστάει
σε «ξένα σπίτια» κι «αγκαλιές», λίγο για να ζεστάνει
την παγωνιά κι αν τις πληγές του ξύνει, για να γειάνει
πότε από δω πότε από κει σαν πόρνη ξεχασμένη, 1740
που όλοι την κατακρίνουν και την έχουνε φτυσμένη!
Γι’ αυτήν ανέβηκε ο Χριστός επάνω στο σταυρό Του,
μα αυτοί μόνο μερίδιο απ’ το Βασίλειό Του ζητούν
και νιώθουν χριστιανοί, μα όμως δεν μας πείθουν.
Στα κούφια λόγια πέθανε πια η δύναμη του μύθου! 1745
Θέλω να νιώσω ελεύθερος, να βρω τον Έρωτά μου,
όχι γιατί φοβήθηκα κι έτρεξα στον παπά μου,
λόγια ξερά για να μου πει που δεν καταλαβαίνω.
Πεθαίνω πια απ' τη δίψα μου κι έτσι δεν προλαβαίνω
να κάνω ασκήσεις στα τυφλά δίχως να νιώθω μέσα, 1750
πως κάτι παίρνω ο άμοιρος, δεν φτάνει τέτοια πρέσα,
που τρώω μέσα στη ζωή, να βάλω τώρα κι άλλη;
Δεν κάνω εγώ για ασκητής στο μαύρο μου το χάλι,
ζητώ πνευματική τροφή να βρω για θεραπεία,
γίνεται ο ετοιμοθάνατος να κάνει και νηστεία; 1755
Δεν φτάνει ο πάγος στη καρδιά και στο μυαλό η ζάλη;
Δεν το αντέχω, αμάρτησα, μα σήκωσα κεφάλι.
Όχι για «να την πω» σε σας, δεν είμαι ο κριτής σας,
μα ψάχνω τ' οξυγόνο μου και μες στην άποψή σας
πνίγομαι κι όταν σας κοιτώ, σας βλέπω στεγνωμένους. 1760
Θα πάω να βρω έμπνευση σε κάποιους βαρεμένους,
που ξέρουνε και λειτουργούν με τους δικούς τους τρόπους.
Θα κοινωνήσω με κρασί σε αλλόκοτους πια τόπους,
τον πόνο τον αληθινό ίσως και την αγάπη
κι αφού εκκλησία είν' αυτό που λέει και το κιτάπι, 1765
πως είναι τ' Άγιο Σώμα Του μ' ενότητα και Χάρη,
θα πάω να βρω τ' αδέλφια μου μια νύχτα με φεγγάρι.
Ίσως να «έρθει» κι ο Χριστός που Αγάπη είναι και θέλει
να το τρυγάμε καρδιακά το Άγιο Του το μέλι.
Και αν το βρείτε εσείς αλλού, στείλτε μου τα χαμπέρια, 1770
δεν ντρέπομαι το χάλι μου, με λερωμένα χέρια
θα 'ρθω και στην αγάπη Του που την πιστεύω τόσο,
θα πω, τις αμαρτίες μου, Κύριε, να πληρώσω,
μα Εκείνος που μας αγαπά, ίσως με συγχωρήσει,
έτσι κι αλλιώς ξέρει καλά, πώς μ' έχουν καταντήσει, 1775
θα πάρει πόδια άπλυτα και θα τα καθαρίσει,
δεν θα ζητήσει τίποτα, θα δώσει και μπαχτσίσι.
Γιατί έτσι είν' ο Άρχοντας κι έχει καρδιά μεγάλη,
όλο το σύμπαν το χωρά, εμένα έξω θα βγάλει;
Που έχω για μετάνοια την ίδια την κατάντια, 1780
να ζω μέσα στο βόθρο αυτό χωρίς στολή και γάντια…
Μα κι αν με βγάλει, ξέρει Αυτός, που έχει Δικαιοσύνη.
Θα πω ok, Κύριε, μα δείξε ελεημοσύνη
σ' αυτούς που Σε λιβάνιζαν και ένιωθαν δικοί Σου,
γιατί διδάσκανε ξερά με λόγια τη Ζωή Σου. 1785
Δε λέω σαφώς τους Άγιους και φωτεινούς αστέρες,
που ευτυχώς αφήσανε Φως και για αυτές τις μέρες,
μα αυτούς τους άλλους που τους λεν καθηγητές, δασκάλους,
με τίτλους κι αξιώματα κι αρχιερείς μεγάλους,
ενώ θαρρώ πως το είχες πει, κανέναν να μην πούμε, 1790
δάσκαλο και καθηγητή και να αποκαλούμε
μόνο τον ίδιο τον Θεό με τ’ όνομα «Πατέρα»
και δεν κατέχω «Πάτερ» πώς φωνάζουμε εδώ πέρα,
όποιον κι αν γίνει κληρικός και έτσι τον τιμούμε,
αφού τώρα που τα ‘παμε για ν’ ακριβολογούμε, 1795
διάβασα που το είχες πει στους δώδεκα Αποστόλους
να είναι υπηρέτης μας ο πιο σπουδαίος απ’ όλους.
Κι όπως Εσύ το έκανες στον Δείπνο τον Μυστήριο
να διακονεί τους αδελφούς κι αυτό να ‘ναι πειστήριο
του μεγαλείου της πρωτιάς πνευματικά που έχει 1800
κι όχι με τίτλους και χρυσά να δείχνει πως κατέχει
την πρώτη θέση, αφού κι αυτούς τους δύο Αποστόλους,
του Ζεβεδαίου τα παιδιά, που ήθελαν πρώτοι απ’ όλους,
αυτοί να είναι δεξιά κι αριστερά Σου, όταν
στην άγια Βασιλεία Σου μας οδηγήσει η ρότα, 1805
τους είπες πως δεν ξέρουνε στ’ αλήθεια τι ζητάνε,
δεν είναι θρόνος μα Σταυρός αυτό που λαχταράνε.
Γιατί πρώτος δεν είναι αυτός που τον υπηρετούνε,
μα αυτός που θυσιάζεται για όλους όσους ζούνε.
Μου μοιάζει οι παπάδες μας ότι το παρακάναν 1810
κι ενώ θαρρούν πως τέλεια όλα αυτοί τα κάναν,
στα λόγια και τις πράξεις τους γίναν σαν Φαρισαίοι,
μακραίνουνε τα ράσα τους κι αισθάνονται ωραίοι.
Συγγνώμη, μα διαβάζοντας τον άγιό Σου λόγο
μέσα στα Ευαγγέλια, είδα αυτόν τον ψόγο 1815
που, ενώ Τον είπες για αυτούς πριν είκοσι αιώνες,
είδα πως γάντι έρχεται στους σύγχρονους χιτώνες.
Συγγνώμη, που στο στόμα μου έβαλα τα Ευαγγέλια,
μα λείπει η ταπείνωση κι αυτό μεγάλη αμέλεια
φαίνεται να ‘ναι στους γνωστούς σημερινούς ποιμένες. 1820
Ναυτία έχει το ποίμνιο και ψάχνει αλλού λιμένες!
Μα όμως δόξα τω Θεώ μείναν και λίγοι ίσιοι,
που δίνουν γάργαρο νερό από καθάρια βρύση,
αλλά είναι ολοφάνερο, πως τους φιμώνουν πάντα,
αυτοί που λιγουρεύονται της εξουσίας την μπάντα. 1825
Στην πιο καλή περίπτωση τους κάνουν να σωπάσουν
και ή να στεγνώσουν εντελώς ή να δεχτούν να χάσουν
και την ιεροσύνη τους ακόμα, αν επιμένουν
να λεν αλήθεια αμάσητη και δεν καταλαβαίνουν,
πως πρέπει να συμμορφωθούν με το κυρίαρχο ρεύμα. 1830
Στο τέλος θα ‘ναι υπόλογο ως και το Άγιο Πνεύμα!
Που μας το λέει ο Χριστός, πως χλιαρούς δεν κάνει
εκείνους που επισκέπτεται και στη φωτιά τους βάνει.
Εδώ η εκκλησία μας διάγει σε ειρήνη
κι έξω ο κόσμος καίγεται και φρίττει στην οδύνη. 1835
Μα κι αν οργώνει ο Διάβολος, το είπε κι ο Παΐσιος,
πως δεν πειράζει και μ’ αυτό ο αγρός θα γίνει ίσιος,
και πως θα τα βρει έτοιμα να σπείρει ο Χριστός μας.
Τον πόνο, το μαρτύριο θα μετατρέψει εντός μας
σε κοπριά και λίπασμα για το καλό Του αμπέλι 1840
και θα ‘ναι το σταφύλι Του γλυκύτερο απ’ το μέλι!
Όμως φοβάμαι για αυτούς κι αληθινά πονάω,
που τόση ώρα μ’ έκαναν με ασέβεια να μιλάω,
γιατί λυπάμαι, Κύριε, αν δεν Σ’ αναγνωρίσουν
και άλλη μια φορά Σταυρό στο Γολγοθά Σου στήσουν. 1845
Γιατί είν' αλήθεια, Κύριε, αυτό πίκρα μεγάλη,
εκείνοι να Σε αρνηθούν, ενώ έχουν στο κεφάλι
ολόχρυσο το στέμμα Σου, στον θρόνο Σου ανεβαίνουν
και Σ' αγαπάνε σίγουρα, μα δεν καταλαβαίνουν
κι ακόμα δεν κατάλαβαν στα δυο χιλιάδες χρόνια, 1850
πως τούτο το χρυσάφι τους, έφερε υποχθόνια
το μπέρδεμα της σιγουριάς, ζάλη και ραθυμία
και πάει η επαγρύπνηση μέσα στην εκκλησία.
Ύπνος και εφησυχασμός έγινε ως κι η απλότης,
που λίγοι διαφυλάξανε και το ‘δε η ανθρωπότης, 1855
πως όλοι αυτοί αισθάνονται έτσι δικαιωμένοι
και περιμένουμε να ‘ρθεις, μα αυτοί νιώθουν σωσμένοι
κι εμείς εδώ που τα ‘παμε, γιατί είμαστε σκασμένοι,
ήδη από τώρα νιώθουμε οι πιο τιμωρημένοι,
γιατί το περιμένουμε να μας διαφωτίσουν 1860
μ' αυτοί δεν χαμπαριάζουνε, κοιτάζουνε να στήσουν
την ίδια την παράσταση σαν χρέος χωρίς Χάρη.
Σου λέω και ο Ίδιος Σου να ‘ρθεις, το ίδιο το παζάρι
θα δεις να είναι στον ναό και να πουλούν στο χέρι,
σ' ωραία απομίμηση τ' Άγιο Σου Περιστέρι. 1865
Δεν κάνω εδώ τον έξυπνο, μα έτσι τα 'πα χύμα,
γιατί με πνίγει της καρδιάς το πιο ψηλό το κύμα.
Και έχω κι άλλα να σας πω, ίσως να σας κουράσω,
πού ξέρεις, απ' τα βάσανα μπορεί και να αγιάσω.
Μα, να, φοβάμαι ο Χριστός μην έρθει και Τον χάσω, 1870
γιατί Χριστό τον καρτερούν, μα ίσως τον λένε Τάσο.
Για ύβρις σου φαντάζει αυτό; Σκέψου και κάποιοι άλλοι,
ο περιούσιος λαός, που ένιωθε μεγάλη
έπαρση και περίμενε Μεσσία βασιλέα,
είδε το γιο του ξυλουργού από την Γαλιλαία 1875
και άντε τώρα να πειστεί πως ήτανε εκείνος,
Αυτός που περιμένανε και πως ήταν ο κρίνος,
η Άγιά Του η σπορά, που είπε ο αρχάγγελός μας,
πως, να, θα γεννηθεί στη γη ο Ίδιος ο Θεός μας,
στην Παναγία μας που αυτή Τον γέννησε τον Λόγο, 1880
όμως ποτέ δεν μίλησε κι ας δέχτηκε τον ψόγο,
ακόμα κι απ’ τον Ιωσήφ μέχρι να μάθει εκείνος,
πως ήταν θέλημα Θεού να Της δοθεί ο κρίνος.
Έτσι, αρχικά Την μάλωσε για την εγκυμοσύνη
κι η άγια παρθενία Της, φάνηκε για αισχύνη 1885
σ' αυτούς που δεν κατάλαβαν του Μυστηρίου το θαύμα
και Κείνη το αποδέχτηκε της υποψίας το τραύμα
και δέχτηκε κατάκριση και σώπασε με πόνο.
Ό,τι αποκαλύφθηκε δεν είπε, παρά μόνο,
όπου τη φώτισε ο Θεός, για ετούτα τα μυστήρια 1890
κι έτσι οι παπάδες του καιρού δεν βρίσκανε πειστήρια,
πως ο Μεσσίας είναι αυτός που τόσο περιμέναν,
αυτοί ζητούσαν βασιλιά και δεν καταλαβαίναν,
παρά μονάχα με τιμές, με βούλες κι αποδείξεις
να έρθει ο Ερχόμενος και άντε να τους πείσεις 1895
ότι παιχνίδι ο Θεός κάνει, ώστε να δούνε
το αληθινό Του πρόσωπο μόνο όσοι αγαπούνε.
Και έτσι με παραβολές συστήθηκε η Αλήθεια,
για να φανερωθεί σ’ αυτούς που έξω απ’ τη συνήθεια
είχαν αυτιά ν’ ακούσουνε και μάτια για να δούνε 1900
κι όχι σ’ αυτούς που θέλανε στους νόμους να κρατούνε
την πίστη, την ευλάβεια, γεμάτοι υποκρισία
και να μην μπαίνουνε ποτέ σ’ αυτολογοκρισία.
Και από τότε είν' έτσι αυτό, δοσμένο στους αιώνες,
μετά την θεία Ανάσταση με χίλιους δυο αγώνες, 1905
οι άνθρωποι που αληθινά Τον συναντούσαν μπρος τους,
που στην καρδιά είχαν Χριστό και έλαμπε το Φως τους,
μαρτύρια περάσανε, γιατί ήταν κατ' εικόνα
Εκείνου που σταυρώθηκε πριν δυο χιλιάδες χρόνια.
Το κατ' εικόνα για αυτούς ήταν γεμάτο Χάρη, 1910
γι’ αυτό είχαν πανηγύρι τους, στο στήθος το κοντάρι
και δεν πονούσανε γι’ αυτό, για το μαρτύριό τους,
– αυτό, άλλωστε, ήτανε το φωτοστέφανό τους –
μα για του συνανθρώπου τους την τύφλα, το σκοτάδι,
γι’ αυτό που μας κατέβασε τόσο βαθιά στον Άδη, 1915
να ανεβαίνει ο Θεός πάνω σε γαϊδουράκι
και μεις να μην Τον θέλουμε, γιατί δεν είχε άτι,
ως όφειλε ο Μεσσίας μας κι είμαστε κολλημένοι
και σίγουροι και βέβαιοι, γι’ αυτό όποιον κατεβαίνει
κι είν’ Άγιος κατά Χριστόν, μα έχει ταπεινοσύνη, 1920
τον στέλνουμε στα γρήγορα μπρος στη Δικαιοσύνη,
αφού πρώτα τον φτύνουμε, χλευάζουμε, γελάμε,
αφού τον κοροϊδεύουμε και κόκκαλα του σπάμε,
ύστερα στον Καϊάφα μας και σε αυτόν τον Άννα
τον στέλνουμε, γιατί αυτοί έχουν σχέδια και πλάνα. 1925
Κι αφού τονε δικάσουνε, τον δίνουν στον Πιλάτο,
για να 'ναι αυτό το έγκλημα πολιτικά στυλάτο.
Και νίπτουμε τας χείρας μας κι εμείς, όπως κι εκείνος,
είμαστε εμείς οι δίκαιοι, μα αυτός φαινόταν κτήνος.
Αυτή 'ναι φίλοι μου η γνωστή κι ωραία ιστορία, 1930
που λένε τα Ευαγγέλια, βγήκε και σε ταινία
κι όλο επαναλαμβάνεται συνέχεια στους αιώνες,
γι’ αυτό τρέχει το αίμα Του κι αγιάζει τις κολώνες,
για να ‘χει η Εκκλησία Του, όσους θυσιαστήκαν
στολίδια στ’ άγιο Σώμα Του, μα αυτοί στο Φως βρεθήκαν 1935
κι εμείς που να τα δούμε αυτά, όπως και οι Εβραίοι,
ακόμα περιμένουμε να 'ρθει και να το λέει
πως, να 'μαι, ήρθα βασιλιάς και να το δείχνει κιόλας,
αυτά είναι παρενέργειες πίτσας και κόκα-κόλας!
Γιατί έρχεται ο Ερχόμενος συνέχεια στους αιώνες, 1940
μα γίνανε οι καρδούλες μας σκέτες παγοκολώνες,
κοιτάμε τον συνάνθρωπο που ‘χει Χριστό εντός του
και δεν αναγνωρίζουμε το άγιο το φως Του,
ίσως σαν έρθει τελικά, την τελευταία την ώρα,
να πει: «δεν μ’ αναγνώρισες, τι έβλεπες ως τώρα; 1945
Τουλάχιστον την τύφλα σου την ήξερες, στραβάδι,
ή μήπως το καυχιόσουνα πως δεν είχες σκοτάδι
και πως το φως το κάτεχες στα στέρεα δεδομένα
της λογικής και του μυαλού, κι ήθελες από Μένα
να έρθω, όπως θες εσύ κι όπως το θέλει ο νους σου, 1950
που τυφλωμένος λάτρευε τα είδωλα του καιρού σου;
Δεν σε γνωρίζω ούτε κι Εγώ και στους μικρούς εκείνους
θα δώσω τους πιο λαμπερούς κι αληθινούς μου κρίνους.
Σ’ αυτούς που με πιστέψανε κι εσύ περιγελούσες
κι όλο με περιφρόνηση τους κοίταζες σαν ζούσες. 1955
Εδώ είναι μόνο για αυτούς που σαν παιδάκια ζήσαν,
που ‘χαν αγάπη στη καρδιά και το εγώ τους σβήσαν».
Ούτε ένα από όλα αυτά μόνη μου δεν κατέχω.
Διαβάζω το Ευαγγέλιο, γιατί μόλις το αντέχω
να μην τυχόν κι απελπιστώ στους δύσκολους καιρούς μας 1960
κι είναι μεγάλη έκπληξη ο λόγος του Χριστού μας,
πως είναι σαν να ειπώθηκε για τις δικές μας μέρες.
Μα αν σας ζόρισα μ’ αυτά, μη ρίχνετε τις σφαίρες
σε μένα που τα έγραψα, δεν ήτανε δικά μου
και έτσι το πολύ-πολύ να φταίνε τα μυαλά μου, 1965
αν κάτι δεν κατάλαβα, δεν το ‘πιασα στα ίσια,
ζητώ συγνώμη, αν σ’ αυτά είπα παραπανίσια
ή αν κάτι εγώ παρέλειψα, δεν ήταν από δόλο,
ίσως δεν κάτεχα καλά, το Ευαγγέλιο όλο!
Τα λίγα που ήξερα, εδώ είπα, γιατί μου μοιάσαν 1970
να 'ναι τα μόνα αληθινά και κλάματα με πιάσαν,
ευθύς μόλις τα διάβασα κι ευφράνθηκε η ψυχή μου,
που βρήκε γλώσσα να μιλά στη σάπια εποχή μου,
απόλυτα διαχρονική, μα απόρησα ωστόσο
και πόνεσα και έκλαψα, γιατί αγνοούσα τόσο 1975
την καθαρή Αλήθεια τους κι έτσι απελπιζόμουν
κι όλο σε λάθος διαδρομές πήγαινα και μπλεκόμουν.
Μα το παράξενο εδώ, ήτανε που η ζάλη,
που κατοικούσε εξαρχής στο σκάρτο μου κεφάλι,
εξαφανίστηκε μεμιάς, θαρρείς ως δια μαγείας 1980
χωρίς ν' αντικατασταθεί με πλέγμα ιδεολογίας.
Έτσι απλά και φωτεινά το αβάσταχτο κενό μου,
ευθύς μεταμορφώθηκε σε αγάπη εκτός νόμου.
Βέβαια, είναι δύσκολο αυτό να το κρατήσω
κι έχω μεγάλη διαδρομή μέχρι να καθαρίσω. 1985
Μα εγώ δεν κάνω τίποτα, Άλλος μας καθαρίζει,
μόνο που όταν πέσει Φως ο βούρκος μας μυρίζει
κι αμέσως η μετάνοια αρχίζει τη δουλειά μας,
ανοίγει πόρτες στα βαθιά και φαίνονται μπροστά μας
όλες οι ακαθαρσίες μας κι αρχίζει η αυτομεμψία, 1990
φάρμακο να 'ναι γιατρικό που κάνει αντισηψία.
Ο πρώτος ο καρκίνος μας είναι η περηφάνια,
που 'χε ο λαμπρός ο άγγελος που 'πεσε απ' τα ουράνια,
γιατί περηφανεύτηκε το Φως πως είν' δικό του
και έφυγε απ' την Πηγή και διάλεξε του σκότους 1995
να έχει το βασίλειο και να μας θέλει μέσα
με κάθε τρόπο πονηρό, χωρίς καθόλου μπέσα.
Το πρώτο του το δόλωμα είναι να 'χουμε λήθη,
για να φαντάζει αληθινό αυτό το παραμύθι, 1999
που έστησε η πτώση μας μες στον εγκέφαλό μας 2000