Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

2. Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΤΡΕΛΑΣ

ΟΛΑ ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ
Η ευτυχίαΕδώ στης λήθης τα νερά, το 2006,
σε χάπιγι’ αγάπη δεν μιλάει κανείς και όλοι γίναν σέξι!
Και να μιλήσεις – τι να πεις; – η αγάπη δεν πουλιέται.
Μόνο το χρήμα κι η ηδονή κι η δύναμη αγαπιέται.
Δεν έχει ράφια η αγορά γι’ αυτό που λέμε αλήθεια5
και για ευτυχία φαίνεται μονάχα η συνήθεια.
Κανείς δε θέλει να το πει κι όλοι χαμογελάνε
με ψεύτικα χαμόγελα και δεν τ’ ομολογάνε,
πως πρέπει καθημερινά καθένας που ρωτιέται,
παίρνοντας τα χαπάκια του να λέει πως φχαριστιέται,10
ενώ κοντεύει να εκραγεί απ’ την υποκρισία,
απ’ την ψευτιά κι απ’ την τρελή ασυνεννοησία
και ψάχνει λίγη συντροφιά μες σε διασκεδαστήρια,
που στήνουν γλέντια πλαστικά μα είναι κοιμητήρια,
Ή ζεστασιά αναζητά τη μοναξιά να κρύψει15
σε σχέσεις που η εξάρτηση κοντεύει να τον πνίξει
και άλλα λέει σ’ αυτές μπροστά, ενώ άλλα μέσα του έχει,
μα τα κρατάει, γιατί αλλιώς μόνος του δεν αντέχει.
Δεν είν’ ότι καλύτερο, μα όμως τι να κάνει,
κοιτάει απ’ αυτές να κρατηθεί, ώστε να μην πεθάνει.20
Τι; Ψυχική ενότητα; Θα βάλουμε τα γέλια,
αν κάποιος που ‘ναι αφελής πει τέτοια «ευαγγέλια»,
μα για όσους ενδιαφέρονται, για να περνάν την ώρα
υπάρχει προσομοίωση ενότητας στη χώρα,
στο «πνεύμα» οργανώσεων κάθε μορφής και τύπου,25
για κάθε ένα που ζητά την αύξηση του χτύπου
της δόλιας της καρδούλας του για να πειστεί πως κάτι,
κάποτε τον ταρακουνά να βγει απ’ το κρεβάτι
της μαύρης του κατάθλιψης και της μονοτονίας
με αίσθημα συμμετοχής σ’ ομάδες «σωτηρίας».30
Βέβαια, δεν έχει πια καμιά μεγάλη σημασία,
οργάνωση πολιτική αν είναι ή θρησκεία,
σύλλογος ορειβατικός, γκρουπ ψυχοθεραπείας,
κοινωνικού ενδιαφέροντος ή και φιλοσοφίας,
ομάδα για ποδόσφαιρο, παρέα για γαρδούμπα,35
μπαρ, καφενείο για χαρτιά ή όποια άλλη αρλούμπα!
Απλά να τρέχει ο χρόνος σου ποτέ να μην σταθμεύσει,
γιατ’ είναι ανυπόφορη για σένανε η γεύση
της απουσίας που φέρνει το σταμάτημα του χρόνου
υπενθυμίζοντας πως ζεις την τραγωδία του «μόνου».40
Αρκεί να ρέει η ζωή και να ‘χεις λίγο απ’ όλα
σαν νόστιμα μπαχαρικά μέσα στην κατσαρόλα.
Αν δεν βολεύεσαι μ’ αυτά, βούλωσ’ το και κολύμπα!
Κατάπιε ένα lexotanil ή παίξε μια μπιρίμπα…
Μη σκέφτεσαι το θάνατο, μα ούτε τη ζωή σου,45
τη μόνη αξία έχει πια η επιβίωσή σου!
Γιατί ‘σαι μπρος στο μέτωπο, πολέμου εν εξελίξει
κι ο πιο μεγάλος σου εχθρός είναι στ’ αλήθεια η πλήξη
αυτής της ματαιότητας που σ’ έχει ήδη νικήσει,
όμως σου λέει ταυτόχρονα πως ο νεκρός θα ζήσει.50
Δεν το’ χει πρόβλημα αυτή, έτσι ακριβώς σε θέλει,
ζόμπι να είσαι φρόνιμο και να πληρώνεις τέλη.
Αφού ο καλός αιχμάλωτος πρέπει να αγοράζει
το όπλο που τον χτύπησε κι έτσι να ησυχάζει.
Γιατί αναισθητοποιήθηκε και δεν καταλαβαίνει55
ούτε θυμάται, βέβαια, ζωή πια τι σημαίνει.
Μετά απ’ τη λοβοτομή ωραία όλα τα βλέπεις…
Δεν βρίσκεις πρόβλημα ουδέν και όλα τα αντέχεις.
Μοιάζει εικόνα θλιβερή, ανθρώπου σε ερείπια
μετά από τον πόλεμο με παντελόνια τρύπια,60
που τίποτα δεν του ‘μεινε και για να επιζήσει,
αφού είν’ όλα πια νεκρά, κοιτάει να το γλεντήσει.
Με τ’ άντερα να κρέμονται, κατάχαμα στο δρόμο,
«δεν πάθαμε και τίποτα!» φωνάζει από τον τρόμο.
Και τρώει από τα πτώματα, πίνει από το αίμα,65
λέει για ζωή τον θάνατο, γι’ αλήθεια λέει το ψέμα,
κάνει τα σκάγια του φονιά το μόνο του παιχνίδι,
βίδες και παλιοσίδερα τα βλέπει για στολίδι
και δεν αντέχει όποιον του πει και τον πληροφορήσει,
πως ζει μια ψεύτικη ζωή κι ότι «δεν τρέχει η βρύση».70
Τρελαίνεται, ωρύεται, τον πιάνει μία κρίση,
δεν θέλει αυτό ποτέ κανείς πια να του το θυμίσει.
Δεν θέλει ούτε να το δει, του ‘ρχεται απελπισία
και προτιμάει την ψευτιά και την υποκρισία,
κι αν κάτι πάει να θυμηθεί στην παλαβή το ρίχνει75
ή ευθύς αμέσως το κουτί με τα χαπάκια δείχνει.
Ποιά ερείπια, ποιός θάνατος, όλα καλά του μοιάζουν,
είναι τρελοί όσοι πενθούν και για ζωή ουρλιάζουν!
– «Πώς κάνεις έτσι, φίλε μου, είν’ η ζωή ωραία!
Εδώ μες στα ερείπια, αν κάνουμε παρέα,80
αν δηλαδή ρουφήξουμε ο ένας του άλλου αίμα
μ’ άλλοθι το συναίσθημα και πούμε κάνα ψέμα,
πως τάχα αγαπιόμαστε κι είμαστε φιλαράκια
ή εραστές, αν προτιμάς απ’ τ’ άλλα βαμπιράκια,
ή συνεργάτες ή ό,τι θες ακόμη και συντρόφια,85
έχει περίσσευμα πολύ και πτώματα ατόφια
να κάνουμε μνημόσυνα κι ενέσεις παρελθόντος
και να νομίζουμε ξανά πως ζούμε αλήθεια όντως!
Δεν προλαβαίνουμε σου λέω ούτε να το σκεφτούμε,
μα και να το σκεφτόμασταν τι θα ‘χαμε να πούμε,90
απλά θα υποφέραμε κι ο πιο μεγάλος πόνος
είναι πως δεν αλλάζει πια αυτός εδώ ο δρόμος.
Μην κάνεις τη λαδιά λοιπόν κι αλήθεια φανερώσεις,
τι ζούμε και πού είμαστε, γιατί θα μετανιώσεις.
Εγώ το πήρα απόφαση, έτσι καλά να ζήσω,95
και αν μου δείξεις τα σκατά, θα σε πυροβολήσω!».
Γι’ αυτό και είναι ντεμοντέ ν’ αφήνεσαι στις θλίψεις,
πρέπει να είσαι πάντα «up», αλλιώς σου βάζουν τύψεις
σε τέτοια ωραία εποχή, με τέτοια ευδαιμονία,
όσοι δεν βρίσκουν γιατρειά, θέλουν ψυχιατρεία.100
Λίγη χωμάτινη χαρά και είμαστε εντάξει
κι όποιος ποθήσει ουρανό, πρέπει να μπει σε τάξη,
μα αν πολύ πια καίγεται έχει και πλανητάρια,
γκρουπάκια αυτοσυγκέντρωσης, θρησκευτικά σενάρια!
Είν’ όμως όλα φυλακές, της μηχανής γρανάζια,105
ίσα να μένεις ήσυχος και να μη δίνεις γκάζια.
Η ΑλήθειαΩς και τον ίδιο τον Χριστό που είπε: «Εγώ είμαι η Αλήθεια»
σε ράφι ιδεώνκι είπε στη Σαμαρείτισσα πως μόνο μες στα στήθια
ήρθε η ώρα ο Θεός εν Πνεύματι Αγίω
να προσκυνιέται κι όχι εδώ ή στ’ άλλο ιερατείο,110
Αυτόν που η Συναγωγή Τον δίκασε για τούτο,
γιατί φοβήθηκαν πολύ και το ‘δαν για ντεμπούτο
πολιτικής, θρησκευτικής ή άλλης θεωρίας
κι ούτε χαμπάρι πήρανε της κάθε προφητείας,
φτάσαμε να Τον κάνουμε θρησκευτικό ηγέτη!115
Θαρρείς κι Εκείνος ήθελε σαν κάθε πλάνο ψεύτη
να Τον λατρεύουν οι πιστοί, για να αισθανθεί σπουδαίος,
και να ‘ναι στην ατζέντα μας ακόμη ένας γενναίος.
Τι κρίμα! Λογαριάσαμε και το ‘παμε θρησκεία
και την Αλήθεια κλείσαμε μονάχα στα βιβλία120
κι αφού η θρησκεία είναι απλά του εγκεφάλου νόσος,
βολεύτηκε η αρρώστια μας, μα υπάρχει κι ένα κόστος:
Μπήκε σε ράφι ιδεών ο αληθινός ο Λόγος
και μέσα στον πλουραλισμό πια δεν υπάρχει ψόγος.
– «Πολλές αλήθειες έχουμε κι όποια γουστάρεις πάρε,125
για να περνάς την ώρα σου, μην πλήξεις, ρε κουμπάρε!
Και μην το παίρνεις σοβαρά, όλοι σωστά τα είπαν,
οι θεωρίες μοναχά για τα αυτιά γινήκαν
ή και για λίγη εξάσκηση για να ‘μαστε ωραίοι,
στιλάτοι κι ενδιαφέροντες και προπαντός μοιραίοι.130
Και κοίτα, μην κολλάς, γιατί είν’ όλοι στο παιχνίδι,
Μωάμεθ, Βούδας και Χριστός στο ίδιο το γρασίδι.
Όποιον βολέψει βάλ’ τονε, τη μπάλα να σουτάρει
λίγο από δω, λίγο από κει, κάτι θα βρει να πάρει
του καθενός η γκλάβα του, βάλ’ τα σε μιξεράκι,135
βάλε και λίγη ανάλυση από του Φρόυντ το “τζάκι”
και αν κολλήσεις πουθενά και σου ‘ρθει κάνα πάθος,
υπάρχουν και Μουτζαχεντίν, μα αυτό το βρίσκω λάθος!».
Τώρα, δεν ξέρεις ακριβώς τι είπε ο καθένας,
μα άκου, την αλήθεια την φέρει μόνο Ένας,140
που είναι αλήθεια οι πράξεις του κι όχι μόνο τα λόγια.
Και κάποιοι σήμερα μας λεν ως τάχα άφησε σόγια,
για να ‘χουνε τη φήμη Του σπάνια κληρονομιά τους
και να καυχιούντ’ οι εγγονοί πως τα ‘χε η γιαγιά τους
μ’ αυτόν τον ίδιο τον Χριστό κι ο «Κώδικας Ντα Βίντσι»145
να λέει πως γενεαλογικό δένδρο επιτέλους βρίσκει
κι ότι το πρόσωπο Αυτού που είναι ο Θεός μας,
είναι δικός τους συγγενής, θαρρείς και ο σκοπός μας
είναι ν’ ανακαλύψουμε η ενανθρώπησή που
μήπως τυχόν μας άφησε κανέναν συγγενή του,150
μια και το μόνο που έμεινε μαζί του να μας δένει
μες στο βλακώδες μας μυαλό είναι ό,τι πεθαίνει.
Λες και θα είχε νόημα άλλο, του Θεανθρώπου
ο λόγος κι η αλήθεια, αν βρίσκαμε επί τόπου
του DNA ανάλυση μέσω εργαστηρίου,155
για να ‘χουμε απόδειξη αντί του Μυστηρίου!
Σήμερα αποκλειστικά μας καίει αυτό το θέμα:
Ποια είναι της χημείας μας η σύσταση στο αίμα.
Αν τελικά είσαι άνθρωπος τ’ ορίζει η χημεία
κι απόλυτα σε δημιουργεί απλώς η συνουσία.160

~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ •~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~

Ο ΡΟΜΠΟΤΑΝΘΡΩΠΟΣ
Η φροντίδαΌμως μην σκέφτεσαι πολύ, μην τύχει κι αρρωστήσεις
στονκαι πας στην επιχείρηση και όλα τα διαλύσεις.
εργαζόμενοΣε θέλουν να ‘σαι υγιής, για να μην είσαι τσόντα,
σου ‘χουν κι αυτοσυγκέντρωση και δάσκαλο της γιόγκα,
θα βάλουν και σολάριουμ, ίσως κι ένα τζακούζι,5
σάουνα, γυμναστήριο, πισίνα και καρπούζι…
Δίνουν καφέ, αναψυκτικό, delivery in lunchtime
και ψυχολόγο αν χρειαστεί, ας είναι και part time,
να μη σαλτάρεις, φίλε μου, και κάνεις κάνα crime,
κοίτα να είσαι λίγο κουλ με βότκα και με lime!10
Και να το λες, αν στο ζητούν: «ο γάιδαρος πετάει!».
Κάνε και λίγη δίαιτα, για να ‘σαι πάντα high!
Σ’ ωραία φόρμα, υγιής και πάντα ευτυχισμένος
και μ’ ένα αγχολυτικό, λιγάκι ναρκωμένος.
Μην τύχει κι υποψιαστείς, τι γίνεται εδώ πέρα,15
σκλάβο για να σε έχουνε, σου κάνουνε κι αέρα!
ΘεραπείεςΓιατί το αίμα σου ήπιανε κι απόκτησες και άγχος,
καιβγάζεις και τίποτα σπυριά κι αυξάνεται το πάχος,
διαγνώσειςμην το φοβάσαι, φρόντισε για σένα ο… Προκρούστης,
λίγη στοργή και μια προδέρμ, στο τέλος θα ‘σαι πούστης!20
Γιατί όλο ζορίζεσαι και δεν ευχαριστιέσαι,
μα αν πολύ πια τα ‘παιξες, μη μου στενοχωριέσαι…
Η ομοιοπαθητική αυτά τα έχει λύσει,
κι αν πας στον ψυχαναλυτή, μπορεί να σε βοηθήσει.
Ψάξε ολιστικό γιατρό, τρέχα σε ιριδολόγο,25
ρύθμισε την διατροφή, ρώτα τον διαιτολόγο.
Αν πάλι ούτε και σ’ αυτά βρήκες τη γιατρειά σου,
για δες κάνα ριάλιτι ή πάρε τη γιαγιά σου
τηλέφωνο και ζήτα της μέντιουμ ή αστρολόγο,
κι αν ούτε τότε γιατρευτείς, τρέχα στον σεξολόγο!30
Το σουξέΜπλόκαρε το μηχάνημα, μην ψάχνεις την ψυχή σου,
του σεξθες λίγη εκσπερμάτωση, αυτό είν’ η ζωή σου!
Και απ’ αυτό, μη νοιάζεσαι, έχει το μαγαζί μας
ό,τι μπορείς να φανταστείς, όλα στη δούλεψή μας!
Δεν το ‘δες; Στο φωνάζουμε με όλους μας τους τρόπους:35
Το σεξ είναι το νόημα που κάνει τους ανθρώπους
να είν’ ωραίες μηχανές, να ‘ναι καλά ζωάκια,
το λένε κι οι τραγουδιστές και βγάζουνε δισκάκια,
το λένε τα περιοδικά, το λεν οι διαφημίσεις,
δεν το ‘πιασες; Δεν σου ‘φτασαν τόσες ωραίες πλύσεις40
στον άρρωστό σου εγκέφαλο κι ακόμα αναρωτιέσαι;
Όλοι στο λένε, φίλε μου, αυτό είναι: «Δε γαμιέσαι;»
Τι; Θέλεις να ‘χει αίσθημα; Ε, πάρε το χαμπάρι,
πως όλα είναι του μυαλού χημεία και παζάρι!
Δεν είναι τόσο δύσκολο να φτιάξεις κι ιστορία,45
να, κιόλας σου την φτιάξανε σε σήριαλ και βιβλία!
Κάνε καμία προβολή, κούρδισε το μυαλό σου,
είν’ εύκολη η συνταγή να βρεις τον άνθρωπό σου.
Έχει ακριβώς στα μέτρα σου ρόλους να σου ταιριάζουν,
είναι γεμάτη η αγορά, χίλια καλά σου τάζουν.50
Αν ψάχνεις για πολύ σασπένς, προτίμησε καψούρα
να μη γνωρίζεις που πατάς απ’ την πολλή ζαλούρα,
με χίλιες δύο προσφορές απ’ τη βιομηχανία,
τραγούδια ποπ και λαϊκά γεμάτα φαντασία,
που φτάνουνε ως και σ’ αυτό, σου λεν ν’ αυτοκτονήσεις,55
αν έχεις τέτοιο βάσανο, τι; Θέλεις και να ζήσεις;
Ή σου κεντρίζουν το θυμό, αν μάγκας θέλεις να ‘σαι,
αφού αυτή ‘ναι μ’ άλλονε και μόνος σου κοιμάσαι,
δεν θα σ’ αφήσουνε γι’ αυτό να πας έτσι χαμένος,
πάρε καψουροτράγουδα και γίνε μεθυσμένος!60
Έχουν οινόπνευμα πολύ και πίστες και σόου μπίζνες,
πλήρωσε για την τρέλα σου ή βάλε τα στις πρίζες,
ραδιόφωνα μα και cd ή τηλεορασούλα
και ψήφισε διαγωνισμούς να βγαίνει πρώτη η Σούλα
ή εκείνος ο διασκεδαστής με τους χρυσούς τους δίσκους,65
στο κόλπο αυτοί σε βάλανε, μην τους αφήσεις τρίτους!
Βρε, που θα βρεις καλύτερα, ούτε στις διακοπές σου
ούτε στα tours and travelling, ούτε στον καναπέ σου!
ΚαναπέςΤώρα, γιατί τον ψώνισες τον καναπέ στη σάλα,
και άποψηαφού είσαι για τα μνήματα απ’ την πολλή τρεχάλα;70
Ε, θα ‘ρθει και η ώρα αυτή, όμως πάντα με μέτρο,
θα ‘ρθουν τα φιλαράκια σου, θα φάτε καμιά Pesto,
θα γίνει ωραίο happening με μπύρες ή με ούζα,
θα σπάσει η ρουτίνα σου κι η τύχη η γρουσούζα,
θα νιώσεις κι εσύ άνθρωπος σ’ εκείνο το weekend σου,75
θα βγάλεις το σερβίτσιο σου και τότε ο καναπές σου,
σίγουρα θ’ αξιοποιηθεί για μια φορά ακόμα,
μα αν όχι, αύριο στις 7.00 θα δείξουν ένα πτώμα!
Αυτό που ψάχνουν να το βρουν εδώ και δέκα χρόνια…
Τότε θα νιώσεις κι ανθρωπιά, γιατί μες στα σαλόνια80
οι ειδήσεις τους μας βάζουνε πάντα στην πρώτη θέση
να αποκτούμε άποψη με σπόνσορα την Pepsi.
Γιατί που ξέρεις, να, μπορεί να έρθει εκείνη η ώρα,
αφού όλα τα κατάλαβες στον καναπέ σου τώρα,
και να σε βγάλουν, μάγκα μου, παράθυρο στο Mega85
ή σ’ ένα πρωινάδικο να φτιάξεις μια μαρέγκα.
Η ήτταΚι αν πάλι είσαι ντιπ για ντιπ και άποψη δεν έχεις,
κι η Ανίταφαίνεσαι βλάκας, μπουνταλάς, μοιάζει να μην αντέχεις,
μην το φοβάσαι, φίλε μου, έχεις ζουμί ως βλαμμένος,
δεν θέλουν να ‘σαι οι εκπομπές και στενοχωρημένος.90
Δες, πλάκα και πολλά λεφτά έχουν οι «Αϋπνίες».
Σ’ αυτές τις after εκπομπές, γελάν και με κηδείες.
Όσος κι αν είναι ο πόνος σου, όσο βλαμμένος είσαι,
έχει η Ανίτα «όφωνο», την φήμη της για χτίσε!
Έτσι ένιωσε πανίσχυρη και κοίτα την σαρκάζει95
τον πόνο, την κατάντια σου, στην τσέπη της τα βάζει
και της τη δίνεις, φίλε μου, και δεν το κρύβει διόλου,
βγάζει και δόντια ενίοτε και κέρατα διαβόλου!
Όμως το διασκεδάζουνε, γιατί έχει πολύ πλάκα,
πουλάει την τραγωδία σου, σ’ αποκαλεί και βλάκα100
και όλα αυτά τα έχει στυλ και νιώθει πάντα ωραία.
Θα ‘θελα να ‘ξερα, καλά κοιμάται κι έχει θέα;
Ή μήπως τηνε κυνηγούν ζόμπι και τερατάκια,
ίδια μ’ αυτά στην εκπομπή που λέει πως έχουν πλάκα;
Θα ‘θελα μία εκπομπή μ’ εκείνη καλεσμένη105
να δείχνουνε το χάλι της κι αυτή να ‘ναι φτυσμένη
– άσε που πρόβλημα κι αυτό δεν φαίνεται να το ‘χει,
άμα της δώσουνε λεφτά, δεν λέω πως θα πει όχι –
λοιπόν και να γελάμε εμείς που τώρα κοροϊδεύει
κι ο Φρανκεστάιν θα το ‘θελε, ίσως και να ζηλεύει,110
αυτό το κατασκεύασμα που μπόρεσε να γίνει,
ζητώ συγγνώμη απ’ το Θεό, γιατί αυτός θα κρίνει.
Η ΜωρίαΆλλωστε, το ‘παν πως αυτό που φαίνεται μωρία,
κι η Σοφίααυτοί που ίσως κλείνουμε μες στα ψυχιατρεία
γιατί είναι κόπια η λογική κι η συμπεριφορά μας,115
(σε τούτο τον μεσαίωνα βρίσκουμε το μπελά μας,
αν τύχει και δεν μπαίνουμε εύκολα εμείς στην πρέσα
που έχει η κοινωνία μας, ευθύς μας κλείνουν μέσα)
ή αυτοί που κοροϊδεύουμε γιατί είναι σαν παιδάκια
ή κάτι βλάκες σαν και μας που γράφουνε στιχάκια120
και προσπαθούνε με αυτά να βγούνε τσίμα-τσίμα,
γιατί δεν το ζηλέψανε το εύκολό τους χρήμα,
το είπαν πως αυτοί χωράν αυτό που λεν Σοφία
και όσοι βαυκαλίζονται γιατί έχουνε πτυχία,
θα φτάσουν οι απόψεις τους να ‘ναι η φυλακή τους,125
γιατί δεν το κατάλαβαν πως δεν είναι δική τους
της πλάσης και του Δημιουργού η τέλεια Σοφία.
Αυτή τσακίζει εγωισμούς, κεφάλια και πρωτεία!
Μπες στο…Τώρα, πολύ αν επιθυμείς σ’ οθόνη να ποζάρεις,
κουτί!έχει και άλλα χίλια δυο για σένα, μη φρικάρεις,130
έχει και πρωινάδικα, έχει τηλεπαιχνίδια,
είπαμε και ριάλιτι έχει και μια απ’ τα ίδια,
τρέχα και μπες μες στο κουτί ή κάτσε να το βλέπεις,
έχει όλο γλέντια και χαρές, μη θλίβεσαι και πέφτεις.
Δες, τι ωραία που περνούν οι διάσημοι παρέα,135
πίνουνε, τρων και χαίρονται, χορεύουν και ωραία,
τους περισσεύει η χαρά, δείχνουν ευτυχισμένοι,
όλα πηγαίνουνε καλά, γιατί να ‘ναι θλιμμένοι;
Και καμαρώνουν και πουλάν μία ωραία μούρη
και τρέχουνε τα σάλια σου για μάτι, ρε λιγούρη,140
μα αυτοί διαφημίζονται κι έτσι θα πάρουν φράγκα
και τον τηλεπαρουσιαστή τον κάνουν μέγα μάγκα!
Τι κάθεσαι και σκέφτεσαι είτε έξω είτε μέσα
φτιάχνει η tv την πλεύση μας, γιαμόλα ε γιαλέσα!
Ο χρόνοςΜα εφόσον ζεις εικονικά, πρόσεξε και το άλλο:145
είναι χρήμαΜην τρως αέρα στα μυαλά και κάνεις τον μεγάλο,
είπαμε φαντασίωση να έχεις, να σ’ αρέσει,
όμως να μη παρασυρθείς και χάσεις και τη θέση!
Το θέμα είναι να μείνουμε σ’ αυτό το μοντελάκι,
γιατί αλλιώς το «concept» τους δε λειτουργεί, ρε Λάκη!150
Να είσαι εργασιομανής, πάντα η δουλειά σου πρώτη,
γλέντα το, μα να μη σε πουν αργόσχολο και πότη.
Να αποδίδεις στη δουλειά, ήσυχο μυρμηγκάκι,
γιατί είναι αυτό το τέλειο, το πιο «trendy» στυλάκι.
Και να ‘σαι πάντα ευδιάθετος, για να καταναλώνεις,155
και βέβαια παραγωγικός ποτέ μη χαλαρώνεις.
Για να ‘ναι έτσι ο χρόνος σου χρήμα τους, δεν το πιάνεις;
Δούλεψε σαν να πρόκειται ποτέ να μην πεθάνεις!
Θ’ αρμέξουν το πενθήμερο σαν να ‘σαι αγελάδα
και θα σ’ αφήσουν το weekend να βόσκεις στη λιακάδα.160
Έτσι ακριβώς και πιο πολύ, σαν τα κτηνοτροφεία,
το λέει κι η υγιειονομική που ‘χουν υπηρεσία,
όπως και τα ζωάκια μας κι εσένα θα σφραγίσουν,
προς το παρόν με ΑΦΜ θα σε καταχωρήσουν,
μα έχει κι άλλη, φίλε μου, σφραγίδα η ιστορία,165
δεν δραπετεύουν έτσι απλά απ’ τα κτηνοτροφεία!

~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ •~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~

Η ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ…
ΔόσειςΜα εσύ όμως έχεις κι αμοιβή, δεν είσαι σαν τα ζώα.
Αν πει ο «Τειρεσίας» τους πως όλα είν’ αθώα
και δεν χρωστάς εδώ κι εκεί και όλα είν’ εντάξει,
άντε ρε τυχεράκια μου, σου δίνουνε κι αμάξι!
Και κοίτα, μην το αρνηθείς, γιατί είναι ευκαιρία,5
η πρώτη δόση άτοκη το 3003!
Γιατί έχουνε να παίρνουνε ως τότε τ’ άντερά τους,
θα εισπράττουν και θα κάθονται και τα τρισέγγονά τους,
μα τα δικά σου θα χρωστάν τα μαλλιοκέφαλά τους,
δεν θα ‘χουν ούτε κόλλυβα να κάνουν στη γιαγιά τους!10
ΔάνειαΈχει όμως κι άλλη αμοιβή για την σκληρή δουλειά σου,
παντός τύπουοι τράπεζες σε σκέφτονται, βγάζουν τα δάνειά σου,
κάθε λογής, στεγαστικά και για ό,τι είναι ανάγκη,
ίσως και σεξουαλικά να δώσουν, ώστε η Μάγκυ
να ‘ρθει τώρα στο σπίτι σου και να σε ικανοποιήσει15
και ξεστραβώσου, φίλε μου, αυτή ‘ναι η μόνη λύση!
Το είπε και ο Ασκητής, το σεξ είν’ πρώτο απ’ όλα!
Πλύσου εσύ κι ετοίμασε dinner με κόκα κόλα,
κι αν έχεις κάποιο πρόβλημα, αγόρασε viagra,
μα κοίτα «καβαλάρη» μου μη φτάσεις και στα άκρα20
κι ύστερα σε μαζεύουνε λιώμα με κουταλάκι,
είπαμε να ευχαριστηθείς, μα όχι να πάθεις κάτι!
Πρέπει ακριβώς ν’ ακολουθείς το «νι» μα και το «σίγμα»,
όπως το λέει ο Ασκητής μ’ όποιο σου δίνει στίγμα.
ΠροσφορέςΜα ας μην ξεχνιόμαστε, γιατί το πιο μεγάλο θέμα,25
τραπεζών.είναι το πώς οι τράπεζες σου πίνουνε το αίμα.
ΠλαστικόΓι’ αυτό «πολύ σε αγαπούν», συνέχεια σου το λένε,
χρήμασε παίρνουν στο τηλέφωνο, σχεδόν φτάνουν να κλαίνε
από την αγωνία τους, μην κάτι και σου λείψει
ή μήπως δεν σου είπανε την προσφορά πριν λήξει.30
Είναι εδώ ο «Βερόπουλος», για να ‘μαστε κεφάτοι,
τσίμπα εσύ στις προσφορές κι ύστερα κάτσε φάτη!
Όλα εδώ αγοράζονται και έχει πολύ χρήμα,
ας μην το βλέπεις σε ρευστό, αυτό δεν είναι κρίμα
και ας σε στίβουν στη δουλειά, λεφτά δεν θα ‘χεις πάλι,35
μα μην το στενοχωρηθείς, το μαύρο σου το χάλι,
γέμισ’ το πορτοφόλι σου μ’ αέρα και με κάρτες.
Έτσι το νιώθεις φουσκωτό, γιατί μπορείς με δαύτες
να πάρεις ό,τι επιθυμείς κι αν κάτι σου ξεφύγει,
παντού είν’ οι διαφημίσεις τους, γιατί η ζωή είναι λίγη!40
Μάρκετινγκ -Δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς όλες σου τις ανάγκες,
Διαφημίσειςμα κάτσε και χαλάρωσε, γιατί ξέρουν οι μάγκες,
τι θες και τι χρειάζεσαι και ν’ ακριβολογούμε,
δεν το γνωρίζουνε απλώς, μα το δημιουργούνε!
Γιατί το ξέρουνε καλά το δημιούργημά τους,45
το κάναν και σπουδή μες στα… πανεπιστήμιά τους!
Μάρκετινγκ τ’ ονομάσανε και όποιος το σπουδάζει,
κατέχει τον συνάνθρωπο πώς να εξαναγκάζει
να αγοράσει κατιτίς, αφού πρώτα τον πείσει
ότ’ είν’ καλό κι ότι χωρίς αυτό δεν θα επιζήσει.50
Δεν είναι πια και για ντροπή στον ψεύτικο καιρό μας,
τον άνθρωπο τον δημιουργεί το άρρωστο μυαλό μας?
κι έτσι γινόμαστε «θεοί» και φτιάχνουμε ανθρώπους,
όπως μας πει το μάρκετινγκ, που βρίσκει όλο τρόπους
να μας τραβάει απ’ αυτό που λέμε επιθυμία55
κι ύστερα να μας οδηγεί σε μαύρη απελπισία.
Να κυνηγάς ολημερίς τριγύρω την ουρά σου,
ν’ αυξάνονται οι ανάγκες σου, να φθίνουν τα λεφτά σου,
όλο και περισσότερο να κυνηγάς εκείνα
που υπόσχονται τη χορτασιά, μα αυξάνουνε την πείνα.60
Να ψάχνεις κάτι να χαρείς, κάτι για να αντέξεις
το ότι ζεις πια για ζωή την τρέλα αυτής της έλξης.
ΔιακοπέςΝα θες λιγάκι διακοπές μήπως και την διακόψεις
σε πακέτοαυτήν την άχαρη ζωή και ψάξεις νέες όψεις.
Όμως κι αυτό το ξέρουνε και το ‘χουνε προλάβει,65
είναι δικό τους το χωριό και όλοι οι εργολάβοι
κάνανε κάθε απόδραση να είναι ουτοπία
και φτιάξανε τουριστικά όλα τα ωραία τοπία!
Να πλησιάσεις δεν μπορείς απ’ την πολλή ακρίβεια,
μα δίνουν δάνειο και γι’ αυτό, φτιάξανε και καλύβια,70
για όσους θέλουν φυσική ζωή με οξυγόνο,
τους άλλους τους ξαπλώσανε με μια σεζλόνγκ στο δρόμο.
Οι πιο ακριβοί γινήκανε οι φυσικοί οι τρόποι,
κάποτε τους διαλέγανε οι πιο απλοί ανθρώποι
και τώρα είν’ ανάποδα είναι για τους πλουσίους,75
οι φυσικές επιλογές δεν είναι για αθλίους!
Όχι πως δεν θα πάρουνε και απ’ αυτούς τα φράγκα,
αυτούς τους βάλαν να μοχθούν να φτιάξουν μια παράγκα,
που να ‘χει κλιματιστικό, κοντά στην παραλία,
μ’ ομπρέλα κι αναψυκτικό που κάνει ευρώ τρία!80
Πάλι καλά τουλάχιστον αυτά τα φτωχαδάκια,
φυλάνε στην καρδούλα τους κάποια παραμυθάκια
κι όσο κι αν τους ρουφήξουνε αίμα με καλαμάκι,
αυτοί πάνε τη βόλτα τους και πιάνουν τραγουδάκι,
για κείνη την παλιά ζωή και παρελθοντολάγνα85
ζούνε σαν νεκροζώντανοι κι ακούν τον κάθε Τράγκα
να μυξοκλαίει για πάρτη τους κι έτσι δικαιωμένοι,
γέρνουνε στο κρεβάτι τους και είν’ ευτυχισμένοι,
γιατί κοιμούνται από ‘δω «τον ύπνο του δικαίου»,
μέχρι του ύπνου η στιγμή να ‘ρθει του τελευταίου!90
Μα ίσως και καλύτερα, ίσως και πιο ωραία
να ‘ναι αυτή η κατάσταση, απ’ την ωραία θέα,
το φυσικό τοπίο τους, το τέλεια φροντισμένο,
που είν’ παραδοσιακό, μοντέρνο ή φτιαγμένο
να μοιάζει ατημέλητο να ‘χει και κουτουκάκι,95
άσ’ τα και είναι, φίλε μου, το ίδιο μαγαζάκι.
Αυτή η ψευδαισθητική η φυσικότητά τους,
είναι η πιο αηδιαστική απ’ τα συμβόλαιά τους.
Και αν τυχόν τους ξέφυγε καμιά καλή καβάτζα,
προς το παρόν το χάσανε ή σκέφτηκαν μπροστάντζα100
να ‘χουν την εξασφάλιση πως οι ψαγμένοι τύποι
εκεί θα εκτονώνονται να μην τους μπουν στη μύτη
κι έτσι να τα ‘χουν όλ’ αυτά από χέρι ελεγμένα.
Έχουν αυτοί τον τρόπο τους να πάρουν κι από σένα,
που δεν υποψιάστηκες πως διακοπές γυρεύεις,105
για να χτυπήσει η καρδιά και έτσι τα μπερδεύεις
και σου περνάει απ’ το μυαλό ότι έχεις ξεφύγει
κι ότι απ’ του συστήματος γλύτωσες το κυνήγι,
γιατί είσαι free εσύ άτομο και ζεις σε κόσμο άλλο
και δεν μασάς τα κόλπα τους, γιατί έχεις πιο μεγάλο110
κόλπο στρωμένο με σκηνή κάτω απ’ το αρμυρίκι
σε παραλία εξωτική που δεν πληρώνεις νοίκι.
Αν είναι έτσι τότε πες γιατί δεν είναι πάντα;
Και γιατί τους χειμώνες σου μαζεύεσαι στην μπάντα;
Τι το χρειάζεται η ζωή να ‘χει το διάλειμμά σου;115
Αν ήτανε αληθινή, δε θα ‘ταν πρόβλημά σου
να θες να κάνεις διακοπές, τι να διακόψεις, σκέψου
εσύ ο ασυμβίβαστος,για ψάξου και γυρέψου!
Μήπως αυτό που λες ζωή, ακόμη κι αν διαφέρεις,
είναι λιγάκι άνοστο και δεν θα καταφέρεις120
κι ας έχει το κεφάλι σου ωραίες θεωρίες
να ζεις όπως στο κάμπινγκ σου κι όπως στις παραλίες;
Σε είδα, γιατί ήμουνα εκεί κι εγώ πριν χρόνια,
κάτω από τ' αρμυρίκια μας, τζιτζίκια και τριζόνια.
Κι ενώ κι απ' τα τζιτζίκια αυτά ήμασταν πιο ωραίοι,125
βράζαμε στο τσουκάλι μας φαγάκι και σαν νέοι
που ήμασταν, γουστάραμε γύρω από τη φωτιά μας,
το μαύρο, την κιθάρα μας και κάποιον έρωτά μας,
πάντοτε έφτανε η στιγμή, ερχότανε η ώρα,
που ‘φτανε το φθινόπωρο, έπιανε καμιά μπόρα,130
το πανηγύρι τέλειωνε και τα κεφάλια μέσα.
Μαζί με τα τζιτζίκια μας την τρώγαμε την πρέσα,
γιατί ο χειμώνας ζύγωνε κι άντε να μαζευτούμε,
ν’ ακούμε καμιά μουσική και να ονειρευτούμε:
Τι ωραία τα καλοκαίρια μας! Γιατί μικρά να είναι;135
Ως κι οι φωτογραφίες μας, φωνάζουν: «Έτσι μείνε!».
Όμως δε γίνεται αυτό, γιατί μες στο χειμώνα
θέλεις λεφτά για θέρμανση και γίνεσαι σαν πτώμα,
πήζοντας στο οκτάωρο κι ασπρίζει το κορμί σου…
Αλήθεια, που ‘ναι η αγάπη σου η καλοκαιρινή σου;140
Σαν να ‘ναι λίγο πνιγηρή τώρα που ‘γινε σχέση,
πάλι καλά που ‘ναι κι αυτή, όμως κι ας σ’ έχει δέσει.
Ή μήπως και χωρίσατε, γιατί το καλοκαίρι
είναι τα πράγματα αλλιώς για σένα και το ταίρι;
Αν σ’ αυτήν την περίπτωση εσύ ‘σαι φιλαράκι,145
αυτό που ζεις δεν είν’ ζωή, μα χειμερία νάρκη!
Άντε να φτάσει γρήγορα και τ’ άλλο καλοκαίρι,
οι διακοπές είν’ η ζωή και τ’ άλλο είναι καρτέρι.

~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ •~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΙΔΩΛΩΝ
Η δίψαΘα φτάσω και σε σένανε, φίλε μου, που ‘σαι ωραίος,
για λατρείαπου ‘σαι και δημιουργικός και διάσημος και νέος.
Για σένα είναι αληθινά όλα καλά και άγια,
σε δείχνει κι η τηλεόραση και δεν κολλάς στα πάγια.
Αχ, να ‘μουν έτσι τυχερός, να ήμουν σαν και σένα!5
Όλοι να με θαυμάζανε και να ‘χα κι εγώ ένα
τέτοιο ωραίο εξοχικό με θέα στο Αιγαίο
να το ‘φτιαχνε αρχιτέκτονας με όνομα σπουδαίο!
Το βλέπω και σαν όνειρο μοιάζει σαν παραμύθι.
Εκεί ξεχνιέσαι αληθινά και φτιάχνεις νέα ήθη,10
μπορείς και ονειρεύεσαι, δημιουργείς για μένα.
Γι’ αυτό ανοίγω την tv και στα ‘χω πληρωμένα
το σκάφος, το τζιπάκι σου, τα σπίτια και το στυλ σου.
Μη μου στερήσεις, άρχοντα, μόνο την έμπνευσή σου!
Θα χάσω το κουράγιο μου, αν κάποιος δε μ’ εκφράζει,15
αν δεν πουλάει την τέχνη του κι εγώ αν δεν κάνω χάζι
κι όχι να την πουλάει φθηνά, μονάχα για να ζήσει,
αυτόν τον μάγκα, μάλιστα, τον θέλω να πλουτίσει!
Γιατί τα λέει μια χαρά στο σύστημα με φόρα.
Τι, να μην το εισέπραττε αυτό σε χρήμα τώρα;20
Ριχ’ τα εσύ, αστέρα μου, κι εγώ θα στα πληρώνω,
γιατί εγώ για πάρτη σου να ξέρεις καμαρώνω.
Σαν είδωλο και σαν Θεό εγώ σε προσκυνάω,
αφού δε μ’ άφησαν καμιά αλήθεια ν’ αγαπάω.
Ψάχνω παντού για είδωλα βρίσκω τη γιατρειά μου,25
σαν τα λατρεύω νιώθω πως χτυπάει η καρδιά μου.
Δεν το αντέχω είν’ αυτό μεγάλη αδικία,
γιατί η ανθρωπότητα σε κάθε κοινωνία
έβρισκε και εκτόνωνε τη δίψα για λατρεία.
Στην απομυθοποίηση μένει η καρδιά μας κρύα.30
Κι αφού Θεό δεν έχω εγώ, έτσι για να λατρέψω,
σας λέω θα φτιάξω είδωλα και πίσω τους θα τρέξω.
Με γλώσσα ως το πάτωμα απ’ την πολλή τρεχάλα,
θα μπω σ’ εκείνο το fan club, γιατί μου τρέχουν σάλια
να μάθω οι λατρείες μου πως ζούνε, τι φοράνε;35
Που τρώνε; Που κοιμήθηκαν; Θα φάνε ή δεν θα φάνε;
Ποιόνε ερωτευτήκανε, τα ‘χουν ή τα χαλάσαν;
Φοράνε προφυλακτικό κι αν ναι μήπως το σπάσαν;
Και θα ταυτίζομαι μ’ αυτούς ρουφώντας ένα-ένα,
όλα τα πλάνα της ζωής που δείχνει ο Antenna,40
το Star, το Mega κι όλα αυτά τα πλούσια κανάλια,
εκεί είναι η αληθινή ζωή και η δική μου χάλια.
Η προβολήΜα μ’ αγαπούν κι εμένανε, με βγάζουν στις Eιδήσεις,
της…η ακροαματικότητα και οι σφυγμομετρήσεις
προβολής!το δείχνουν πως με έχουνε τον πρώτο τους πελάτη!45
Προβάλουν εκατό φορές κι εμένα τον σακάτη
και μάλιστα ανάμεσα σ’ ωραίες διαφημίσεις,
πες μου, να μην τους τις χρωστώ τέτοιες σπουδαίες διακρίσεις;
Αφήνω την τηλεόραση να παίζει ως και στον ύπνο,
μη νιώσουν πως με χάσανε, να με νομίζουν ξύπνιο50
και για να είμαι ειλικρινής, να, θέλω και παρέα,
να ροχαλίζω μόνος μου δεν είναι και ωραία.
Μ’ αφήσανε οι φίλοι μου, μ’ άφησε κι ο δεσμός μου,
το είδαν πως είν’ η tv ο άλλος εαυτός μου.
Μα δεν σκοτίζομαι κι εγώ, τόσα κανάλια έχω,55
βουτάω το τηλεκοντρόλ και όλα τα αντέχω.
Μάλιστα σκέφτομαι να μπω στη δημοσιογραφία,
γιατί έτσι παίρνεις και λεφτά και είσαι αφασία!
Και όλοι σε θαυμάζουνε, γυρνάει κι ο δεσμός σου,
κι έτσι τον δένεις δια παντός καλά τον γάιδαρό σου.60
Και ας μην ξέρεις τίποτα, αμόρφωτος ας είσαι,
δεν είναι πρόβλημα αυτό, μες στο «γυαλί» αν είσαι,
και κάποιοι να σε φτύσουνε, δεν είσαι συ φτυσμένος.
Κι αν τύχει κάποιος να σε δει θα κάνει σαν χεσμένος!
Γιατί πλάκα θα πάθαιναν, αν στην tv σε βλέπαν65
κι ύστερα live, ζωντανό, τα αυτάκια τους θα πέφταν…
Ενώ στην περιφρόνηση τώρα σε έχουν μόνο
κι η αποδοκιμασία τους σε γέμισε με πόνο!
Fame StoryΉ μήπως είν’ καλύτερο, αφού είμαι ωραίος τύπος,
να πάω στο «fame story» τους που είν’ ο δούρειος ίππος,70
στην Τροία τους μέσα να μπω και να την κατακτήσω,
γιατί να βλέπω απ’ την tv; Δεν πάω να κερδίσω
και χρήματα και δόξα εγώ, να ‘μαι σαν τους θεούς μου;
Και που το ξέρεις ίσως βγω πρώτος, ώστε ο παππούς μου
θα φύγει απ’ το κάδρο του, ως και η Τζόντι Φόστερ75
δεν θα ‘χει τέτοιο φοβερό, τόσο μεγάλο πόστερ!
Δεν είναι τόσο δύσκολο και ας μην τραγουδάω,
είμαι λιγάκι όμορφος κι έτσι το ξεπερνάω,
μα και να ήμουν άχαρος και άσχημος ακόμα,
με μύτη σαν τυρόπιτα και με τ’ αυτιά στο στόμα,80
όλα τα φτιάχνουν σε αυτή την τέλεια Ακαδημία,
το λέει κι η λέξη: Η αφάνεια είναι επιδημία!
Γι’ αυτό θα τρέξω και ευθύς θα πω ένα τραγούδι,
«του Κίτσου η μάνα κάθονταν» με λούπα και με ούτι!
Γιατί είν’ ωραίος αχταρμάς, πάρα πολύ θ’ αρέσει,85
θα βάλω μπότες κάου-μπόι και στο κεφάλι φέσι,
θα μάθω να ‘χω σκηνική τέλεια παρουσία,
θα με βραβεύσει η επιτροπή που είναι αφασία,
κάτι καημένοι, άσχετοι, ατάλαντοι και βάλε,
που γίναν έτσι ειδικοί και διάσημοι, μεγάλε,90
με πόζα ακαδημαϊκή που ούτε κι ο πρύτανής μας
δεν έχει ούτε και ο υπουργός της άθλιας Βουλής μας.
Ψηφίστε μας!Καλά, μια και το είπαμε, δεν έχει πολύ πλάκα,
που μπέρδεψαν τους ρόλους τους κι ο ένας του άλλου ατάκα
δανείζεται και μας τη λέει και δες στους στις αφίσες!95
Ποιός είναι ο πολιτικός και ποιός είναι στις πίστες;
Ποτέ μου δεν κατάλαβα, γιατί το ίδιο λένε:
«Ψηφίστε μας στην εκλογή, γιατί αλλιώς θα κλαίμε!».
Άλλωστε οι πολιτικοί λόγοι και τα τραγούδια
είν’ προϊόν «μαϊμού», ψευτιές και πλαστικά λουλούδια.100
Τι «βλάπτειΔεν λέν’ όμως επίσημα πως βλάπτουν την υγεία.
σοβαράΑυτό το λένε μόνο για την τέλεια κοροϊδία,
την υγεία»;για να νομίζεις πως εσύ, αν κόψεις το τσιγάρο,
θα ζεις σαν τα ψηλά βουνά, δεν θ’ ανταμώσεις Χάρο.
Δε φτάνει η εξάρτηση που ‘ναι το βάσανό σου,105
δε φτάνει η αηδία σου που είναι και έξοδό σου,
δε φτάνει που σε έφτασαν να ψάχνεις στον καπνό σου
αυτό το οξυγόνο σου που κλέβουν κάθε τόσο…
Λέν’ επιπλέον πως νοιάζονται για την καλή σου υγεία,
το ‘δαμε αυτό και στα σχολειά και στα νοσοκομεία,110
στο ΙΚΑ τους, στο ΤΕΒΕ τους και σ’ όλα τα Ταμεία
και στην υγειονομική που ‘χουν υπηρεσία,
που αφήνει τους εμπόρους τους στην τέλεια αυθαιρεσία.
Δολοφονούνε συνεχώς και δεν μας δίνουν μία
εξήγηση, ούτε δραχμή γιατί είναι συμμορία115
με κυριότερη αρετή την πλήρη αναισθησία.
Πότε άρρωστα κοτόπουλα, πότε τρελά μοσχάρια,
πότε ληγμένα γάλατα και πότε ψόφια ψάρια,
μεταλλαγμένα λάχανα και χημικές ουσίες,
που είναι δηλητήρια για μας, μα περιουσίες120
χαρίζουν σ’ ασυνείδητους κλέφτες κι εγκληματίες
που βρίσκουνε σαν ύαινες σε πτώματα τις λείες.
Αυτό είν’ ελεύθερη αγορά και μόνο αυτή το έχει
ετούτο το προνόμιο κι εσένανε σε τρέχει,
όχι να είσαι αραχτός, εκτός κι αν τους πληρώνεις,125
μα σίγουρα όχι καπνιστής γιατί τους τη λερώνεις
την καθαρή ατμόσφαιρα και την καλή σου υγεία.
Θες να πεθάνεις μόνος σου; Αυτό είναι προδοσία!
Γιατί και με το θάνατο έχουνε εταιρεία…
Ούτε σ’ αυτό ελεύθερος δεν είσαι, γιατί αξία130
έχει μεγάλη ο τρόπος τους και η δολοφονία
είναι ειδικότητα αυτωνών και φυσικά η κηδεία!
Κι εκεί το αίμα θέλουνε ως και του πεθαμένου
και φόρο για του συγγενή τον πόνο του καημένου.
Γιατί είναι εδώ Καρπάθια, εδώ είναι τα thrillers135
κι είναι αυτοί οι δράκουλες, κομψά βαμπίρ και killers.
ΑειθαλείςΠού να βρεις ο έρμος γιατρειά, κοίτα το «fame story»
γιαγιάδεςκαι μην ξεχάσεις στη γιαγιά και πεις κανένα «sorry»
και κείνη ακούσει ανήσυχη πως χάλασε το στόρι,
εκείνο εκεί του σαλονιού που το ‘χε από κόρη,140
γιατί είν’ κουφή η έρημη και έφαγε ένα χάπι,
που έγραφε «ελιξήριο» και το ‘χε στο ντουλάπι.
Ξέρεις, της το ‘δωσαν αυτοί που πήγε τις προάλλες,
τα κέντρα αδυνατίσματος, της ομορφιάς οι σάλες,
για να ‘ναι πάντα γκόμενα και άρχισε να μοιάζει145
σαν να ‘ναι ζόμπι νεαρό και έχει πολύ χάζι.
Μα είν’ και θλιβερό πολύ να βλέπεις να ποζάρει
σαν κοριτσόπουλο, επειδή ψώνισε απ’ το παζάρι
βαφές μαλλιών, καλλυντικά κι έγινε καρναβάλι,
ενώ στ’ αλήθεια είναι σαν ένα αδειανό τσουβάλι.150
Λυπάμαι, γιατί σεβασμό έχω για τα γερόντια,
μα αυτά είναι άλλη περίπτωση, φοράν καινούρια δόντια.
Το look!Μα αυτό δεν είναι τίποτα, είναι ξεπερασμένο.
Πάει μακριά η βαλίτσα μας σ’ αυτό το σάπιο τρένο!
Εδώ, βρε, καταντήσαμε να θέλουν να μας φτιάξουν155
κι αυτό το φυσικό μας look να λεν πως θα τ’ αλλάξουν.
Και κοίτα, να, μας έπεισαν να γίνουμε σαν κούκλες,
αφού πρώτα μας είπανε πως μοιάζουμε πανούκλες.
Ρίξαν μοντέλα-πρότυπα κι είπαν να γίνουμε ίδιοι
όλοι πανομοιότυπες φιγούρες σε παιχνίδι.160
Κάνανε ωραίο μάρκετινγκ και πλύση εγκεφάλου
κι η πλαστική χειρουργική κατάφερε εξάλλου,
τι θέλεις μύτη ή αυτιά, στήθος ή την κοιλιά σου,
θαρρείς κι είναι κοτόπουλου μερίδα η αφεντιά σου,
όλα στα κόβουνε αυτοί και φτιάχνουν ότι θέλεις,165
αφού είσαι κρέας σε πείσανε να μοιάζεις της αγέλης.
Μέχρι και μάτια αλλάζουνε, διάλεξε εσύ το χρώμα.
Το μόνο που δε βρήκαμε και ψάχνουμε ακόμα,
είναι πώς να τα κάνουμε να βλέπουν τα καημένα
κι όχι να βλέπουν τα σκατά σαν όστρακα ανοιγμένα170
και να ζητούν εκεί να βρουν ένα μαργαριτάρι…
Αυτοί φτιάχνουνε τ’ άλογο να μοιάζει με μουλάρι!
Το φύλο έγινεΔεν ξέρουμε τι θέλουμε πια μα και τι μας πάει?
τζόκερμέχρι και φύλο αλλάζουμε κι αυτό δε μας χαλάει.
Αυτό είναι επανάσταση, αυτό είναι ελευθερία,175
το τρίτο φύλο κυβερνά όλη την κοινωνία.
Αυτό που είν’ επιλογή κι όχι επιβεβλημένο.
Στη χώρα των «ελεύθερων» είναι ξεπερασμένο
να είσαι ό,τι αποφάσισε η φύση, αυτό φτάνει!
Θα είσαι ό,τι σου ‘πανε να γίνεις, τι φουστάνι,180
τι παντελόνι, άλλαξ’ το! Αρκεί να γράφει πάνω
τη φίρμα τους, το σχεδιαστή και κάτι παραπάνω
κοστίζει να τη ξεπερνάς τη φύση που – άκου λέει! –
τόλμησε κι αποφάσισε για σένα πως να ρέει,
η τάδε η ορμόνη σου και αν θα έχεις κάτι185
ανάμεσα στα πόδια σου, πώς θα ‘σαι στο κρεβάτι!
Ε, όχι! Καταπίεση σου είπανε πως είναι.
Άλλαξε εσύ το φύλο σου και ό,τι θέλεις γίνε:
άντρας, γυναίκα, ό,τι θες, ή τραβεστί ή γκέι,
γκέισα μέχρι και «διπλός», αυτοί είναι οι πιο ωραίοι!190
Γιατί έχουν για επιλογή ολόκληρο πλανήτη,
κι αν θέλουνε πολλούς μαζί, πρέπει ν’ αλλάξουν κοίτη.
Να πάρουν μεγαλύτερη μ’ ένα τεράστιο στρώμα,
μα πρέπει να πληρώσουνε κι οι εραστές ακόμα
που μια φορά θα ξαπλωθούν σε τούτο το κρεβάτι,195
ακόμα κι αυτοί οι δύστυχοι που θα τους πάρουν μάτι.
Γιατί πια το «κρεβάτι» μας πολλά λεφτά αξίζει,
ξοδεύεται κανείς γι’ αυτό, μα κι απ’ αυτό πλουτίζει!
Άφυλη ψυχή,Τώρα η δυνατότητα που ‘χεις είναι μεγάλη,
σε πέταξαναυτό είν’ αλήθεια, άκουσε, όμως και μία άλλη:200
στης σάλαςΕίν’ η ψυχή μας άφυλη όπως και των αγγέλων,
την άκρημα αυτή δεν θέλει εγχείρηση, ούτε φοράει καπέλο.
Κι άμα εσύ της έδινες λιγάκι σημασία,
δεν θα σου ήταν πρόβλημα που Μήτσο αντί Τασία
σε είπαν και σου δώσανε να παίζεις με τη μπάλα205
κι όχι με κούκλες, της ψυχής της πρέπουνε τα άλλα.
Αυτά που λέει ο ποιητής πως είναι τα μεγάλα
κι όχι να εγκλωβίζεται στα Σούσα μες στη σάλα,
μες στη χλιδή και την ψευτιά του μέγα Αρταξέρξη
να πνίγεται και να ζητά μια πόρτα για να τρέξει,210
ν’ αφήσει πια τις αγορές και τα ωραία παζάρια
και ν’ ανοιχτεί στις καλαμιές, να τρέξει στα λιβάδια,
να ψάξει να βρει γιατρειά, λιγάκι οξυγόνο…
Τι φταίει η ψυχούλα σου, που εσύ γυρεύεις μόνο
στου σώματος την ηδονή τον έρωτα να νιώσεις,215
και τα φτερά της έκοψες, μα αντί να μετανιώσεις,
τα ‘βαλες με τα γένια σου, τα ρούχα, τις κινήσεις
και νόμισες έτσι απλά, πως θά βρεις να ανοίξεις
εκείνα εκεί τα όρια που σου ‘βαλε η φύσις.
Εκείνη σ’ έχει ελεύθερο, κι αν σου ‘δωσε επίσης220
το σώμα αυτό, το φύλο σου και ό,τι σου τη δίνει,
είναι για να στραφείς εκεί που αλήθεια θέλει εκείνη:
Στο ότι είσαι ελεύθερος στο πνεύμα κι αυτό φτάνει!
Μα εσύ απ’ αυτό προτίμησες ένα ωραίο φουστάνι,
γιατί βλέπεις τον έρωτα μονάχα στο κρεβάτι225
και τόσο άγρια που πεινάς μας έβαλες στο μάτι.
Και σε καθόρισε αυτό, γι’ αυτό φοράς συνέχεια
περιβολή σεξουαλική κι απ’ την πολλή ανέχεια,
δηλώνεις πάντα και παντού και στη δουλειά σου ακόμα,
τι ψάχνεις και τι λαχταράς στο ερωτικό σου στρώμα.230
Μοιάζεις με ζώο άγριο που όπου βρει χιμάει,
και το ένστικτό του τ’ οδηγεί να τρώει και να πηδάει.
Η ενότηταΕντάξει είν’ δικαίωμα καθένας να επιλέγει,
της αγέληςμα αν θέλει να ‘ναι ά-λογο, τότε ας τον ιππεύει
όποιος γουστάρει και μπορεί κι αυτός να μη μιλάει,235
γιατί τον θηριοδαμαστή πρέπει να προσκυνάει!
Αυτός του δίνει την τροφή, αυτός του βρίσκει ταίρι
κι άμα δεν κάτσει φρόνιμα, μαστίγιο έχει στο χέρι.
Κι αν αυτό τώρα, φίλε μου, σου μοιάζει ελευθερία,
τότε να ξέρεις στη σωστή πως ζεις την κοινωνία!240
Αν όμως έρθει η στιγμή να θλίβεται η ψυχή σου,
πες μου, πού την θυμήθηκες ήταν κι αυτή μαζί σου;
Σ’ αυτό που είναι μια ξερή αγοραπωλησία,
που δίνεις-παίρνεις ηδονή μέχρι να ‘ρθει αηδία;
Είναι στ’ αλήθεια θλιβερό, γιατί η ευαισθησία245
που έχεις, συνειδητοποιεί ότι η ψυχή είναι μία
κι είναι στ’ αλήθεια άφυλη κι ελεύθερη, άμα θέλει,
να βρει και να ‘χει ενότητα, όχι όμως στην αγέλη.
Μπορεί, αν θέλει, ν’ αγαπά ολόκληρο τον κόσμο,
μα όχι και να τον πηδά, γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο250
διαχωρίζεσαι απλώς και φτιάχνεις άλλη ομάδα
κι εντάσσεσαι με την ορμή που έχει η αγελάδα,
άμα σαλτάρει μια φορά και φανταστεί πως είναι
ταύρος, και τότε αλίμονο! Εκεί που είσαι μείνε!
Γιατί θα τρέξει πάνω σου για «να σου την φορέσει»…255
Ποιά; Άσ’ το μην το συζητάς, καλά που έχουν δέσει
τις αγελάδες τις τρελές κι όλες τις οδηγήσαν
μες στο σφαγείο και εκεί ευθύς τις καθαρίσαν.
Μα εκείνη δεν το ήξερε η δόλια, η φουκαριάρα,
πως μόνο straight ο άνθρωπος την ήθελε στη σχάρα260
κι έχασε έτσι την σωστή στον άνθρωπο θυσία.
Το σώμα,Ξέρεις για αυτές δε φτιάξανε ακόμα ψυχιατρεία,
από σπίτι,που απορώ για ποιές ψυχές τα φτιάξαν και τα έχουν,
φυλακήγι’ αυτές που δεν αντέχουνε μες στο μαντρί και τρέχουν;
Αφού το σώμα φυλακή το κάναμε να είναι.265
Κι άμα στη δώσει μέσα εκεί και πνίγεσαι… «Για πίνε!»,
σου λένε, «τα χαπάκια σου και κάτσε στο κλουβί σου!»
Απ’ το ψυχιατρείο τους θα βγεις, μα η φυλακή σου,
όσα και να της δώσουνε ν’ αλλάξει εκείνη ρούχα,
πάλι θα είναι φυλακή απαίσια και μουντρούχα.270
Όχι γιατί η φύση μας το έκανε το σώμα,
για να ‘ναι τέτοια φυλακή, μα γιατί είπε ακόμα
να ‘ναι το σπίτι της ψυχής ή αν θέλεις κι ο ναός της,
να ‘χει παράθυρα ανοιχτά, να δέχεται το φως της!
Μα εμείς κι η απληστία μας το κάναμε να μοιάζει275
ντουβάρι αδιαπέραστο και έτσι μας τρομάζει.
Ούτε να βγει ούτε να μπει του Έρωτα το δώρο
να ψάχνεις λίγη χορτασιά στης λαιμαργίας τον κόρο.
Κι αυτό να κάνει πιο πηχτή την ύλη απ’ το ντουβάρι
κι εσύ να νιώθεις όμορφος, να το ‘χεις και καμάρι!…280
Που είναιΚι εγώ κάποτε το ‘νιωσα, μα μ’ έπνιξε λιγάκι
η ελευθερία;και κάθισα και έγραψα ετούτο το στιχάκι:
«Ελευθερία ή θάνατο, καρδιά μου, τι γυρεύεις;
“Ελευθερία” να χάνεσαι ή θάνατο να φεύγεις;»
Κι εκείνη μου απάντησε πως άλλη ελευθερία285
ζητάει να βρει η καρδιά και άλλη η κοινωνία.
Αυτή που ψάχνει η καρδιά θέλει «αρετή και τόλμη!».
Την άλλη την κοινωνική την ψάχνει στην Στοκχόλμη,
στο Άμστερνταμ, στην Αφρική, σε Άσραμ στην Ινδία…
Μα άλλο είναι λευτεριά κι άλλο γεωγραφία!290
Ακόμα και στους ένδοξους κοινωνικούς αγώνες,
η ελευθερία δεν κρατά για πάντα στους αιώνες.
Και τι είναι αυτή η λευτεριά, αν πρόκειται να λήξει
και σαν παγάκι στη φωτιά να χρεωθεί την τήξη;
Θέλει η ψυχή τη λευτεριά, μα εμείς είμαστε σκλάβοι,295
γιατί μας πήρε λάφυρα πειρατικό καράβι,
που θέλει την καρδούλα μας να έχει μες στ’ αμπάρι
και τα κορμιά μας να πουλά σε όποιο βρει παζάρι.
Τηλε-μοναξιάΚι αφού οι σχέσεις γίνανε μια σκέτη κοροϊδία,
τη μοναξιά την έλυσε η τηλεπικοινωνία.300
Ποτέ δεν θα ‘σαι μοναχός και θα ‘χεις συντροφιά σου
όλον τον κόσμο δίπλα σου στα τρία κινητά σου.
Ένα για τα προσωπικά, ένα για τις δουλειές σου
κι ένα για τα μηνύματα, ψήνει και τον καφέ σου,
γιατί οι δυνατότητες που έχει είναι σπουδαίες,305
σε λίγο θα το βγάλουνε να έχει δυο κεραίες.
Μια θα ‘ναι εσωτερική και θα σου την φυτέψουν
βαθιά μες στον εγκέφαλο, για να μπορούν να κλέψουν
ιδέες, συναισθήματα, τα σχέδια, τα όνειρά σου,
θα ‘χουν κι ένα τηλεκοντρόλ, για να μην είν’ δικά σου310
και θα σου τα ρυθμίζουνε όπως αυτούς συμφέρει.
Τηλεκατευθυνόμενος θα είσαι και στο χέρι
θα σ’ έχουνε, πουλάκι μου, και θα ‘ναι δωρεά τους!
Όχι πως δεν θα πληρωθούν, αυτό είναι σύστημά τους…
Έχουν αυτοί τον τρόπο τους, όλα στα δίνουν δώρα315
και στα γυρεύουνε διπλά, όταν θα έρθει η ώρα.
Κι αν απορείς η άλλη του κεραία πού θα μπαίνει,
φόρεσε τσίγκινο βρακί, γιατί άμα μπει δε βγαίνει.
Κοίτα εσύ να το κρατάς πάντα το κινητό σου,
την ακτινοβολία του μη χάσεις ούτε τόσο!320
Εκεί στο στήθος σου κοντά, στη δεξιά σου τσέπη
να έχει κι η καρδούλα σου της φίρμας του τη σκέπη.
Και θα ‘σαι ωραίος «Γερμανός», ωραίο ρομποτάκι,
δεμένος με καλώδια, hands free και γουοκμανάκι.
Όλη την ώρα θα ακούς, μη χάσεις ούτε λέξη325
και θα μιλάς μονάχος σου κι ας λένε: «τα ‘χει παίξει».
Εσύ μη σκας, με sms βρες επαφή μαζί τους,
και στείλ’ τους την απάντηση στη χαζοκριτική τους.
Γράψε: «Κοιτάξτε με καλά, κρατάω πολυβόλο!
Έχω το χέρι στο κουμπί κι έτσι τον κόσμο όλο,330
αν θέλω τον πυροβολώ, τον έχω όμως γραμμένο.
Εγώ έχω ωραίο κινητό και πρόβλημα λυμένο!
Δεν προλαβαίνω να σκεφτώ, μη με προβληματίζεις,
έχω sms μες στο μυαλό, γι’ αυτό μη με ζαλίζεις,
γιατί θα χάσω κάτι από την επικοινωνία.335
Μένα με νοιάζει το «επί» κι όχι η κοινωνία…
Ποιά κοινωνία άλλωστε, ποιός κόσμος, ποιά εικόνα;
Αυτή που λέει η οθόνη μου; Ή ξέρεις κι άλλη ακόμα;».
Τι να σου πω, με κινητό κι εγώ εξυπηρετούμαι,
όμως δεν λέω πως τ’ αγαπώ και για να εξηγούμαι:340
Τι είναι χρήση κινητού και τι εξάρτησή μας;
Χρήση είν’ η εξυπηρέτηση κι εξάρτηση η εμμονή μας
αν δεν μπορεί να ελεγχθεί και σε αρρώστια ρέπει,
κι αν λογαριάζει για ζωή το κινητό στην τσέπη.

~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ •~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~

Η ΝΟΜΙΜΗ ΜΑΣΤΟΥΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ
ΝόμιμηΚαι δυστυχώς τα θύματα που η εξάρτηση σκοτώνει
ασθένεια ήείν’ τα παιδιά που νιώθουνε πάθος για την οθόνη.
μαύρη αγορά;Κλαίει η ψυχή μου, βρε παιδιά, που είστε φυλακισμένα,
μα ίσως να ‘ναι η γιατρειά, γιατί φρικαρισμένα
είστε απ’ αυτό που βλέπετε, γι’ αυτό στην αφασία5
το ρίχνετε να μη τυχόν δείτε ψυχιατρεία…
Μα ανάποδα οι ταμπέλες τους θα έπρεπε να είναι,
γιατί όσοι μέσα κλείσαμε γλυτώσαν από κείνες
τις νόμιμες ασθένειες της τρελοεποχής μας.
Γι’ αυτό δεν ξέρω, αν τρελοί είναι οι ασθενείς μας10
που υγιώς σαλτάρουνε, γιατί αντιδρά η ψυχή τους
στην τρέλα αυτής της λογικής, που οι ψυχίατροί τους
της έχουν βάλει σελοφάν και την πουλάν σε χάπι.
Έχει κι η μαύρη αγορά για σένα αυτό το κάτι,
που φτάνεις να χρειάζεσαι ή έτσι αυτοί σε πείθουν.15
Η επανένταξηΣε ρίχνουν στα ναρκωτικά κι ύστερα νέου ήθους
και οκεντράκια απεξάρτησης σου φτιάχνουν να συνέλθεις,
Προκρούστηςπου αυτό σημαίνει να ενταχτείς, στον κόσμο μας να έρθεις
με νόμιμα ναρκωτικά, με νόμιμη την τρέλα,
αν δεν σ’ αρέσει, διάλεξε: ή πέθανε ή γέλα!20
Θα γίνεις όπως θέλουνε, λειτουργικός, ωραίος,
εργατικός, υποκριτής και προπαντός με χρέος
σ’ αυτούς που σε σμιλεύουνε, στους τέλειους προκρούστες,
τεντώνουν ή μικραίνουνε σου βάζουνε και σούστες
κι όταν μ’ ωραίο κέλυφος έτσι σε καταντήσουν25
κι αν γίνεις ίδιος με αυτούς θα σε χειροκροτήσουν!
Μπορεί και να σου δώσουνε πτυχίο και βραβεία,
τώρα που τα κατάφερες να μπεις στην κοινωνία.
Ή πρέζαΚι εγώ πολύ το χαίρομαι, όμως δε φτάνει μόνο
ή πρέσανα κόψεις τα ναρκωτικά και να ξεχνάς τον πόνο,30
που σ’ έκανε να πας εκεί, γιατί έχει μιαν αλήθεια:
Υπέρβαση επιθύμησες και σου ‘δωσαν συνήθεια.
Μάθε πως πρέπει να ποθείς, να θέλεις να πετάξεις
και για αυτούς που το ποθούν το πέταγμα να ψάξεις.
Πού είναι βαλμένα τα φτερά που τα ζητάει η ψυχή τους;35
Κι όχι όταν γίνεις ειδικός να ‘σαι απέναντί τους
και να τους λες: «Πουλάκια μου, πετάξτε εσείς την πρέζα,
το σύμφωνο θ’ αλλάξω εγώ και θα σας δώσω πρέσα!
Ωραίο υποκατάστατο, λειτουργικοί να είστε,
ξεχάστε τι ποθεί η καρδιά, τα όνειρά σας σβήστε!40
Είν’ η ζωή ναρκωτικό! Πάρτε την! Μαστουρώστε!
Δεχτείτε ό,τι σας δίνουνε κι ό,τι ζητούνε δώστε!»
Είναι πικρή και άχαρη και μοιάζει με φαρμάκι,
μα σαν την πάρεις με σωστή δόση στο κουταλάκι
και πάρεις στο καπάκι της και λίγη θεωρία,45
καμία τζούρα από ψευτιά κι από υποκρισία,
σφηνάκι ιδεολογικό, λίγη φιλοσοφία,
μην το φοβάσαι, φέρνει αυτό την τέλεια αναισθησία!
Δεν θα ζητάς σαν ήρωα να σ’ έχει η ηρωίνη
κι όλα αυτά τα φονικά που σ’ έβαλαν στη δίνη,50
γιατί θα νιώθεις ήρωας και θα ‘σαι και στ’ αλήθεια,
αφού κατάπιες τη μπουκιά πως η ζωή είν’ συνήθεια.
Κι αν τότε διακινδύνευες να σβήσεις, να πεθάνεις,
άκου με εδώ προσεκτικά, σου λένε τι να κάνεις:
«Να την πεθάνεις την ζωή που κρύβεται εντός σου.55
Να ζήσεις για ζωή αυτό, που είν’ ο θάνατός σου!
Άσε την τρέλα που έλεγε εσύ Θεός να γίνεις,
κάτσε στ’ αυγά σου, μην ποθείς και κοίτα να παχύνεις!
Και ξέχασέ τα όλα αυτά, μην τα ποθήσεις άλλο.
Μπες μέσα στο χρυσό κλουβί, κάνε τον παπαγάλο,60
γιατί η ζωή είναι όμορφη, αρκεί να την ξεχάσεις
και όλα αυτά που ήθελες στα βάθη να τα θάψεις».
ΚατάθλιψηΣε βλέπω στην κατάθλιψη και είν’ αυτό πληγή μου
ήγιατί συνάντησα κι εγώ μέσα στην διαδρομή μου
μετάλλαξη;αυτή τη μαύρη σήραγγα που φέρνει απελπισία.65
Είναι στ’ αλήθεια οδυνηρή αυτή η δοκιμασία!
Χάνεται και το γέλιο σου, μα ως κι αυτό το κλάμα,
γίνονται όλα δύσκολα κι ανούσια συνάμα,
ανάπαυση δεν το μπορείς ούτε στον ύπνο να βρεις
κι εκεί χορεύουν τέρατα και πτώματα ξεθάβεις.70
Κι όταν ξυπνάς χειρότερος είναι ο εφιάλτης,
ένα κουρέλι αισθάνεσαι και δεν υπάρχει ράφτης.
Γύρω σου μόνο υψώνονται θεόρατα ντουβάρια,
σκάφτηκε όλο το είναι σου και μοιάζει με νταμάρια.
Είν’ ένας τζόγος η ζωή κι εσύ απλώς χαμένος75
κι ως την κορφή του κεφαλιού για πάντα χρεωμένος.
Και μόνο μπαίνοντας σ’ αυτή τη δύσκολή σου θέση
στο λέω, δεν το κάνω απλώς, γιατί έτσι μου αρέσει,
αλλά γιατί σε νοιάζομαι και ξέρω το καμίνι,
με δυσκολία το μπορώ να τη θυμάμαι εκείνη80
την τραγική την αίσθηση που νιώθει όποιος περνάει
αυτή την μαύρη έρημο κι απέραντα πονάει.
Όμως μου φαίνεται αυτό όσο σκληρό φαντάζει
πως είναι το πιο υγιές κι ας τόσο μας τρομάζει.
Τουλάχιστον αν δίπλα του βάλω για να συγκρίνω85
εκείνη την μετάλλαξη, που όταν την διακρίνω
σ’ όσους χορταίνουν εύκολα με πλαστικά σκουπίδια,
μου ανοίγουνε την όρεξη ν’ αρχίσω τα βρισίδια.
Γιατί είναι προτιμότερη αυτή η δυσανεξία
που εμφανίζει ο άνθρωπος που βλέπει υποκρισία,90
ασχήμια κι αδιέξοδο τριγύρω του απλωμένα,
από αυτήν την ανοχή που όλα συνηθισμένα
μας κάνει να τα βλέπουμε και πια δεν μας πονάει,
που είναι όλ’ ανάποδα, γι’ αυτό και μας τη σπάει
όποιος δεν αναπαύεται και του ‘ρχεται ναυτία95
μέσα σ’ αυτήν την άρρωστη, ψεύτικη κοινωνία.
Βέβαια, στην κατάθλιψη δεν λέω να ριχτούμε,
μα ούτε έτσι αναίσθητα κι αδιάφορα να ζούμε.
Να μας περνάει απ’ το μυαλό πως μες στην οικουμένη
ίσως αυτοί οι δύστυχοι, ίσως αυτοί οι καημένοι,100
που αντικαταθλιπτικά παίρνουνε, για να ζήσουν,
έχουνε μάτια ανοιχτά και ας μας συγχωρήσουν,
που σαν τα ζώα γίναμε εντέλει, ώστε τον πόνο
τον έχουμε εξόριστο γιατί μας φέρνει τρόμο.
Απλά έτσι την αρρώστια μας την είπαμε υγεία105
και όποιος δυσφορεί μ’ αυτό, ας κάνει θεραπεία.
Και που είσ’ ακόμα, σκέφτομαι, στο μέλλον τι θα δούμε,
έτσι όπως γίναμε ρομπότ και δεν ανησυχούμε.
Ίσως να έρθουν εποχές που όποιος μαρτυράει,
έστω κι από τη φάτσα του ότι δεν το γλεντάει110
με τούτη την κατάντια μας και δεν περνάει ωραία
να είν’ επίσημα τρελός με βούλα εισαγγελέα!
Αλίμονο και μακριά δε μοιάζει αυτή η μέρα
γι’ αυτό αν μέσα σου πονάς, τραβήξου παραπέρα,
γιατί για φυσιολογικός με τούτα δεν περνιέσαι,115
αφού είσαι καταθλιπτικός πρέπει ν’ αναρωτιέσαι:
«Γιατί οι άλλοι χαίρονται και τόσο το γλεντάνε;
Δεν βλέπουνε τι γίνεται; Τι κάνουν και δε σκάνε;
Αυτοί δεν το χρειάζονται τ’ αληθινό οξυγόνο;
Πού βρίσκουν κι αναπνέουνε; Εγώ δε βρίσκω μόνο;»120
Μην τους ρωτάς δεν ξέρουνε γιατί ‘ναι ναρκωμένοι
κι έχουνε άποψη ισχυρή και ξεκαθαρισμένη:
Η πτήση«Αυτά είναι για τους παλαβούς, για τους ξεκουνημένους,
καιεμείς πια λέμε υγιείς μόνο τους ταυτισμένους
η πτώσημε την κοινή μας λογική, που είναι καλή μπουλντόζα,125
μια και έξω για όλους μαζικά προτείνει μία πόζα
σαν μάσκα αποσυμπίεσης μέσα στ’ αεροπλάνο,
για κάθε έναν που έσκασε και λέει: “ν’ ανασάνω!”».
Μα αντί για οξυγόνο αυτοί του δίνουν διοξείδιο,
για να ‘χει θάνατο αργό, γλυκό και όχι αιφνίδιο.130
Του λένε: «κάτσε πέθανε, αργά όμως και σε τάξη.
Το αεροπλάνο χάλασε, μα η εταιρεία θα εισπράξει.
Ως τότε σου προσφέρουμε τη σούπερ ευκαιρία
να αγοράσεις ό,τι θες από τα “φαρμακεία”,
όμως με συνταγή γιατρού, επίσημα, με βούλα,135
θα παίρνεις τη μαστούρα σου και την καλή ζαλούρα.
Αν θέλεις κάτσε φρόνιμα, αν θες, ορίστε, πήδα!».
Δεν σου αφήσανε καμιά άλλη απ’ αυτήν ελπίδα.
Δεν το πιστεύω πια εσύ να ‘χεις αμφιβολία,
πως είναι «μια χαρά», «υγιής», αυτή η κοινωνία.140
Κι αν σε χαλάει, ηρέμησε, άντεξε τη ναυτία,
απλά είναι η παρενέργεια που ‘χει η υποκρισία.
Τα βάζεις με τους διπλανούς, με τους συνεπιβάτες,
«κοιτάξτε ρε παιδιά», τους λες, «μας πνίγουν σαν τις γάτες!».
Όμως κανείς δεν σε ακούει, γιατί μαστουρωμένοι145
γουστάρουν το «ταξίδι» τους κι είναι ευχαριστημένοι!
ΘεωρίεςΈχει και κάτι επώνυμους που ‘ναι στην πρώτη θέση.
διάσωσηςΤ’ αεροπλάνο μελετούν και λένε πώς θα πέσει,
σπουδαίοι διανοούμενοι με στυλ και ψυχραιμία,
τους στέλνουνε στο πλήρωμα να δώσουν ηρεμία.150
Κάνουν συχνά επίδειξη των σωστικών τους μέσων,
σου δείχνουν το σωσίβιο, ενώ είναι εν τω μέσω
νεφών κουλτούρας που θα πει εξαίσιας μαστούρας,
τέλειου παραληρήματος κι αντίστοιχης λιγούρας
για θεωρία, ανάλυση, διανόηση και τέτοια,155
μιλάν αργά και σταθερά, αυτοί δεν έχουν ντέρτια.
Σου δείχνουν το σωσίβιο με λόγια κούφια κι άδεια,
ενώ είναι από κάτω τους βουνά μα και λαγκάδια!
– «Κοίτα αυτήν την τέλεια που έχω βιβλιοθήκη,
διάλεξε στυλ και όραμα και βάλ’ τα μες στην θήκη.160
Μ’ αυτά τα όπλα και εγώ νιώθω πως πολεμάω,
αυτά με κάναν διάσημο και δέρνω, δε μασάω.
Δεν έχω κάνα πρόβλημα, γιατί έφτιαξα “κεφάλι”,
που μ’ έκανε σημαντικό και δεν κοιτώ το χάλι.
Έχω εξτρά ψευδαίσθηση, γιατί είμαι μορφωμένος.165
Κατάλαβα την πτώση μας, μα νιώθω εγώ σωσμένος!
Έχω τις θεωρίες μου, έχω μυαλό σπουδαίο
και τα ‘χω για αλεξίπτωτο σαν γίνει το μοιραίο.
Είμαι σπουδαίος άνθρωπος, μα έχω και καλοσύνη.
Πάρε κι εσύ “σωσίβιο” και άμα θες κι εκείνη170
την όποια θεωρία μου, δεν την κρατώ για μένα,
πάρε την για αλεξίπτωτο είν’ ελαφρύ το ψέμα!
Γιατί είναι μάλλον χρήσιμο την ώρα αυτή της πτήσης,
στην πτώση ίσως ξέρουμε πως δεν θα λειτουργήσει.
Ή μάλλον σίγουρο είναι πως το αλεξίπτωτό σου,175
δεν θα σε σώσει τη στιγμή που θα ‘σαι στο κενό σου…
Μα μέχρι να ‘ρθει αυτή η στιγμή, θα αισθάνεσαι σωσμένος,
θα σ’ εκτιμούνε άπαντες, γιατί καταρτισμένος
θα ‘σαι, με αλήθεια, με ψευτιά δεν έχει σημασία,
σαν πέφτει το αεροπλάνο μας, η ουσία είναι μία:180
Είμαστε όλοι θρύψαλα, συντρίμμια από τώρα,
με λίγη όμως διανόηση περνάει ωραία η ώρα.
Βάλε μες στο συρτάρι σου καμιά φιλοσοφία,
μ’ αυτήν ξεχνάς την πτώση μας, η πτήση έχει αξία!»
Κι ενώ θα είσ’ αναίσθητος, θα σε θωρούν για μάγκα185
και μάλιστα για ευαίσθητο και θα σου δίνουν φράγκα
και θα τσουλήσει η ζωή και μέχρι να τελειώσει,
θα σου ‘χουν φτιάξει άγαλμα αυτοί που έχεις «σώσει».
Πού να πηγαίνει η άθλια ετούτη κοινωνία;
Της τρέλας, των ναρκωτικών τέλεια βιομηχανία190
είν’ αλλά, εσύ μη νοιάζεσαι, αυτά είναι για αρρώστους
ή τέλος πάντων, άμα θες, μια θεωρία δώσ’ τους
να βρουν ακόμη μια αφορμή να κάνουνε παιχνίδι
με της απελπισίας μας το μαύρο αυτό το φίδι.
Μια…Δεν σου τα λέω όλα αυτά, για να σε απελπίσω,195
τελευταίαμα κάνω μια προσπάθεια μήπως και σου θυμίσω
τζούρανα βάλεις στο κεφάλι σου καλά και μια για πάντα,
πως ό,τι ονειρεύτηκες στο βάλανε στη μπάντα!
Στο είπαν ψέμα, ακρότητα, στο είπαν ουτοπία,
πες τους κι εσύ όμως, φίλε μου, πως τέτοια ελευθερία200
ζητάει στ’ αλήθεια η καρδιά και δεν κάνει εκπτώσεις.
Ενώ για τούτο φτιάχτηκε, την ρίξαμε στις πτώσεις.
Μα αν σου ‘κρυψαν τον ήλιο σου κι έψαξες τη μαστούρα,
θέλω να σε κεράσω εγώ μια τελευταία τζούρα
αλήθειας, κι όχι ψέματος, που διαρκεί για πάντα205
δεν την αφήνουν ν’ ακουστεί την βάλανε στην μπάντα
κι ίσως να δεις πώς βγαίνουνε πια έξω απ’ την κατάντια,
όπου σου πνίγουν την ψυχή τα μαύρα τους τα γάντια.
Την έχω μέσα στην καρδιά, την φύλαξα για σένα,
γιατί διψάω, αδερφέ, ζητάω σαν κι εσένα210
να ζωντανέψω μέσα μου, να «ανεβώ» λιγάκι
και δεν το πίνω εύκολα το σάπιο τους φαρμάκι.
Είμαι καλά κι έχω όνομα, μα έξω από τον κύκλο,
δεν ήθελα περίφραξη, αναζητούσα κήπο.
Κόντεψα να λυγίσω εδώ, μέχρι και να πεθάνω.215
Τσακώθηκα με το Θεό, ρώτησα τι να κάνω,
για να μη ζήσω ψεύτικα όπως αυτοί γυρεύουν.
Δε φταιν, η απελπισία τους τους κάνει να πιστεύουν,
πως δεν υπάρχουν στη ζωή άλλα πια περιθώρια,
γι’ αυτό κι εσύ απελπίζεσαι και φεύγεις απ’ τα όρια220
και με πληγώνεις στην καρδιά, τόσο που δεν αντέχω
σαν χρήστης ή αυτόχειρας που ελπίδα λες δεν έχω.
Δεν είναι μόνο ο θάνατος που έτσι επιλέγεις,
μα είναι αλήθεια η Ζωή κι εσύ την αποφεύγεις.
Γιατί δεν σε αφήσανε ούτε να την πιστεύεις225
κι αυτό που λεν αυτοί ζωή, εσύ το κοροϊδεύεις.
Και προτιμάς στο θάνατο φυγή να βρεις και τέλος,
μην τους πιστεύεις, η ζωή σου ετοιμάζει βέλος
να ‘χεις στα χέρια να κρατάς, για να τους πολεμήσεις
με της Αγάπης τ’ άρματα τα τείχη να γκρεμίσεις!230
Μην τους το κάνεις, φίλε μου, ετούτο το χατίρι,
μείνε, καρδιά μου, ζωντανός κι έλα στο πανηγύρι
που άρχισε κι ακούγονται οι καρδιακοί του χτύποι
και απειλείται σοβαρά της λογικής η γρίπη!
Αυτό το παλιοσίδερο που όλους μας σιδερώνει235
έπαθε βραχυκύκλωμα και άρχισε να λιώνει!
Ό,τι γουστάρει η ψυχή, αλήθεια το θυμάται,
φαντάζει να ‘ναι απίθανο, όμως απλώς κοιμάται.
Και το κοιμίζουν συνεχώς μην τύχει και θεριέψει
και καμακώσει το θεριό που εκείνοι έχουν θρέψει!240
Είναι βαθιά στα στήθια σου, το νιώθεις, δεν το βλέπεις,
κι εμείς σε καταντήσαμε άλλο να μην αντέχεις,
γιατί σου επιβάλλουμε σαν και εμάς να γίνεις,
να ψάχνεις ηρεμιστικά και να ‘σαι επί κλίνης
με παγωμένη την καρδιά και με αναισθησία,245
να ονομάζεις την ποινή, ζωή και ευτυχία.
Δεν έχω άλλο να σου πω και τίποτα να δώσω,
λουλούδι της καρδιάς κρατώ κι είναι μικρούλι τόσο,
που μόνο εσύ πια το μπορείς, αν θες, να το ποτίσεις,
κι όπως θα μεγαλώσει αυτό, κι εσύ μαζί ν’ ανθίσεις.250
Κράτα, ψυχούλα μου, αυτό τ’ αμάραντο λουλούδι,
η Αγάπη έχει πρόσωπο και σου ‘φτιαξε τραγούδι:
Το κάλεσμα«Ξύπνησε αρχοντόπουλο, ξύπνησε πρίγκιπά μου,
της Αγάπηςφόρεσε τ’ άσπρα ρούχα σου κι έλα στ’ απέραντά μου
λιβάδια που επιθύμησες ελεύθερος να τρέχεις255
μες στην Αλήθεια και το Φως, παντοτινά θα έχεις
αυτό που επιθύμησες και το ‘ψαχνες στις λάσπες
και σου το δίναν πλαστικό μέσα σε σάπιες γλάστρες.
Μην τον πουλάς τον πόθο σου, είναι το μόνο που έχεις…
Νιώσε τον κι ας σε κάνανε στα σκοτεινά να τρέχεις,260
γιατί είσαι ο πιο ευαίσθητος, είσαι ο πιο ωραίος
και από κει σε πιάσανε, μα είσαι ακόμα νέος.
Νέος θα πει να μη μασάς άλλο το παραμύθι,
που θέλουν να σου δώσουνε για να βρεθείς στη λήθη.
Α-λήθεια μόνο να ζητάς, να ‘ναι ο δικός σου τόπος,265
που έχει πρόσωπο όμορφο κι είναι ο μόνος τρόπος!
Δεν σε αφήνω μοναχό, σε παίρνω στην καρδιά μου,
έλα, άμα θέλεις, ζήτησε και θα βρεις στον οντά μου
ζεστό ψωμί και ζεστασιά, γιατρειά κι ελευθερία,
μην πιάνεσαι κορόιδο πια, έχω τη σωτηρία!».270
ΈναΝα ξέρεις, πόνεσα κι εγώ κι είχα μεγάλη ανάγκη
τσιγαράκικαι έσπασα και λύγισα κι έχω γεμίσει πάθη,
ακόμαπου νιώθω να ‘ναι φυλακές και πολύ με ζορίζουν,
φουμάρω τα τσιγάρα μου και σκάω που με μαυρίζουν.
Κι αναρωτιέμαι, γιατί αυτό να το ‘χω δεκανίκι275
και μαύρα τα πνευμόνια μου να έχω, μα και νοίκι
να τους πληρώνω βερεσέ και αφού το αρπάζουν
να λεν πως η υγεία μου κι η προκοπή τους νοιάζουν.
Γιατί είναι αλήθεια πως κι αυτό είναι αυτοκτονία,
μα μέχρι να ‘ρθει η ζεστασιά μες στην καρδιά την κρύα280
και να χορτάσει ολότελα, ανάβω τσιγαράκι
να μου θυμίζει να πονώ που ακόμα λείπει κάτι
και να ποθώ όλο πιο πολύ μέσα μου να χορτάσω,
μα και να μην τυχόν ποτέ ξεφύγω και ξεχάσω
ότι άλλο μας χορταίνει απλά, άλλο μας καθαρίζει285
κι ότι αν ανοίξω την καρδιά κι όλη την κατοικήσει,
τότε δεν θα ‘ναι ανάγκη πια τα στήθια να γεμίζω
με άσχημο πικρό καπνό κι έτσι να τα βρωμίζω.
ΔιαφημιστικόΈνα διαφημιστικό διάλειμμα κάνω τώρα,
διάλειμμα:μια και σε ζάλισα πολύ όλη αυτήν την ώρα.290
«Το ζητιανάκι»Προσπάθησα μία φορά κάποτε να το κόψω,
μα μ’ έπιασε χαρμάνιασμα κι ήθελα να το διώξω
κι έγραψα μες στο ζόρι μου ακόμα ένα «στιχάκι»…
Στο αφιερώνω κι άμα θες, κάνε το τραγουδάκι.
Σαν καλαμπούρι θα στο πω και σαν ανεκδοτάκι.295
Λιγούρα τόση ένιωθα, που το ‘πα Ζητιανάκι:
«Μικρό παιδί αμούστακο, δώδεκα-δεκατρία:
– Ένα τσιγάρο δώσε μου να πιω, καλέ κυρία.
– Πάρε ψωμάκι που κρατώ την πείνα να χορτάσεις
κι έλα στο σπίτι μου, γωνιά σου ‘χω να ξαποστάσεις.300
Είσαι παιδί πολύ μικρό, τσιγάρο δεν σου δίνω,
κράτησε στο χεράκι σου αυτό εδώ το κρίνο.
– Κι αν είμαι βρώμικο πολύ, πεινάω και κρυώνω,
ένα τσιγάρο δώσε μου μ’ αυτό βαστώ τον πόνο,
το άδικο κι η ερημιά χαρμάνι στον καπνό μου,305
τ’ ανάβω για να καίγονται να σβήνω τον καημό μου.
Ετούτο το κρινάκι σου, βάλε το στα μαλλιά μου,
δώρο αγάπης να βαστώ, να το ‘χω φορεσιά μου
και στη ζεστή γωνίτσα σου ζέστανε την καρδιά μου,
μέχρι να λιώσουν οι καημοί να βρω τη γιατρειά μου.310
– Δώσ’ του Θεέ μου που πεινά, σκέπασ’ το που κρυώνει
κι άναψε το τσιγάρο του σαν περπατά στο χιόνι!
Κι οδήγησε τη στράτα του στου ήλιου τα λημέρια,
έτσι το τσιγαράκι του θα πέσει από τα χέρια.
Μικρό αμούστακο παιδί, δώδεκα-δεκατρία,315
στους ώμους βάρος η ζωή, στα μάτια ελευθερία».
ΜαστούραΜα ας το ελαφρύνουμε, για να ‘χει λίγο χάζι,
κι απ’ τ’ αυτιάπάμε ξανά στο θέμα μας, που είναι πώς αράζει
καθένας μας και το γλεντά με ό,τι βρει εμπρός του
κι έτσι περνάει άνοστα κι ανούσια ο καιρός του.320
Τώρα τα λέω εκεινού που αδιάφορα σφυρίζει
και που, όπως λέει η αγορά, την ζήση του ορίζει:
Τράβα και πάρε κινητό, άλλαξε και το φύλο,
στο fame story πήγαινε και κάνε, αν θες, το σκύλο,
γίνε ρομπότ και διακοπές οργάνωσε από τώρα325
κι ενημερώσου σχετικά με προσφορές και δώρα
και τέλος πάντων ό,τι θες κάνε, μα μην ξεχάσεις
να βάζεις πάντα μουσική όποιας κι αν είσαι κλάσης.
Παλιά, το είχε ο βασιλιάς προνόμιο ν’ ακούει
όλη τη μέρα μουσική, άμα το είχε χούι,330
γιατί έπληττε απ’ την πολλή χλιδή και αφθονία,
μα τώρα αυτό το έπαθε όλη η κοινωνία.
Όταν σου λέμε όμως παντού και πάντα το εννοούμε!
Μην κάνεις ένα διάλειμμα, θα στενοχωρηθούμε…
Είναι ωραία η μουσική γι’ αυτό με λαιμαργία335
να φτάσεις ως και στα αυτιά να ‘χεις παχυσαρκία,
για να γλυκαίνονται αυτά σ’ όποιον ρυθμό και να ‘ναι.
Λιμοκτονούν τα αισθήματα και ό,τι βρουν θα φάνε.
Είναι τροφή η μουσική, ζεσταίνεται η καρδιά μας,
μα η υπερκατανάλωση είναι ασθένειά μας340
βουλιμική για μουσική ή τέλος πάντων ό,τι
θυμίζει, μοιάζει, φαίνεται και τζαζ και Παβαρότι
και τρανς και ροκ και έντεχνα κι ενίοτε μπουζούκι
και έθνικ μα και ambient – ας είν’ και τουρλουμπούκι! –
και ποπ μα και δημοτικά, hip hop, low bap και Yannis,345
ρεμπέτικα και σάουντρακ, ντισκ τζόκεϊ να κάνεις
το έρμο το κεφάλι σου να μοιάζει δισκοθήκη,
μη βάλεις όμως πια ποτέ τ’ ακουστικά στη θήκη!
Εκτός κι αν έχει μουσική ο χώρος που τραβιέσαι,
παντού σου βάζουνε ν’ ακούς, δεν θέλουν να βαριέσαι.350
Στα σούπερ μάρκετ, στο γιατρό, ταβέρνες, καφενεία,
σπίτια και γυμναστήρια, τηλέφωνα και πλοία,
αεροπλάνα, πούλμαν και του Δήμου υπηρεσίες,
σε κομμωτήρια, ταξί μέχρι και στις πλατείες,
μες σε μπουτίκ ντυσίματος, μα ίσως και κρεάτων,355
σκεπάσαν το νιαούρισμα ακόμα και των γάτων!
Αν αυτό ηχορρύπανση δεν είναι, πες μου τότε,
πού είν’ οι ωτοασπίδες μου, αφού εσείς τα τρώτε
όλα και τα χωνεύετε, ακόμα κι αν το στυλ σας
έχει ένα μόνο κόλλημα, δεν λέω η άποψή σας360
μπορεί να είναι σταθερή και απ’ αυτούς να είστε
που έχουν κάποια επιλογή, εντάξει, αλλά κλείστε
αυτό το κασετόφωνο που παίζει νύχτα μέρα,
ακόμα και τον ύπνο σας τον θέλετε βεγγέρα;
Μα τέλος πάντων εμετό δεν κάνετε απ’ τις νότες;365
Κι ο Μπαχ θα σιχαινότανε και θα ‘κλεινε τις πόρτες,
αν όλη μέρα παίζανε το αριστούργημά του,
και θα τα έπνιγε ευθύς τα ίδια τα παιδιά του!
Θορυβολάγνοι γίναμε και χάθηκε η αξία
της μουσικής όσο καλή κι αν είναι κι έχει ουσία.370
Η δίψα!Μα η μουσική είναι συντροφιά και δεν αντέχεις μόνος,
ξέρω, έχεις δίκιο, φίλε μου, είναι μεγάλος πόνος
και τι να κάνεις ο έρημος, πώς να τη βγάλεις τώρα,
που όλες τις πόρτες σου ‘κλεισαν και σου ‘πανε: «Προχώρα!».
Διψάς για λίγη ζεστασιά και το ‘παμε δεν έχει,375
εδώ είναι κατάψυξη και το νερό δεν τρέχει!
Μα δες την έλαφο αυτήν που πίνει και χορταίνει
«απ’ των υδάτων τας πηγάς»9 ποτέ της δεν ξεμένει,
γιατί ελάφι είν’ αυτό που, όταν ρουφούσε φίδια,
είχε ανάγκη απ’ την πηγή που είν’ η ζωή η ίδια.380
Όταν το φίδι, το κακό, το φας και το σκοτώσεις,
πρέπει το δηλητήριο να εξουδετερώσεις,
γι’ αυτό να πιείς απ’ την πηγή είναι και ευτυχία,
μα πρώτα απ’ όλα είν’ αυτό που φέρνει αθανασία.
Το αθάνατοΚάτω απ’ το μπαλκόνι σου, σου φαίνεται ουτοπία,385
νερόγι’ αυτό κι ο μέγας Γκάτσος10 μας μες στην απελπισία,
ένιωθε πως δεν του ‘δινε καμία σημασία
η καθαρή αυτή πηγή που είναι η Αθανασία.
Ούτε τη βρίσκεις στους ποιητές, στους Κροίσους ή στον δυόσμο,
μα μόνο μάτια αλλιώτικα σαν βρεις να δεις τον κόσμο,390
αυτά που βλέπουν την πηγή και ξέρουν και ζητάνε,
γιατί απ’ τα λασπόνερα δεν θέλουν να ρουφάνε,
κι όση κι αν είναι η δίψα τους, τρέχουν δε σταματάνε.
«Είναι ζωή ή θάνατος» λένε και προχωράνε!
Τώρα, αν δεν κατάλαβες τουλάχιστον ακόμα,395
πως δηλητήριο τραβάς σ’ αυτό εδώ το χώμα
και ξεγελάς τη δίψα σου απ’ τα λασπόνερά του,
θα συμφωνήσεις με αυτό το ποίημα του Γκάτσου,
πως η Αθανασία πια καμία σημασία
δεν δίνει στον εξώστη σου ούτε στα θεωρεία.400
Τι θα πάρετε;Και θα θυμώσεις με αυτήν που δεν την ανταμώνεις,
Νερό ήΑυτή σταυρώθηκε για μας κι εσύ δεν τη ζυγώνεις,
κόκα-κόλα;σου φαίνεται η Ανάσταση πως είναι μια γιορτούλα
για σένα, την λαμπάδα σου και την ωραία σούβλα.
Ε, βέβαια, όλα μια γιορτή τα ‘κανε η απελπισία,405
για πανηγύρια νοιάζεται ακόμα κι η εκκλησία.
Γιατί δεν μας το είπανε πως ο Θεός ο Ίδιος
είναι η ζωντανή πηγή, πρέπει όμως πρωτίστως
εσύ να θες να τη γευτείς, ελεύθερος αφού είσαι,
μα εσύ δεν είσαι ελεύθερος, γιατί σου λένε σβήσε410
τη δίψα στις γιορτούλες μας, πιες καμιά κόκα-κόλα
να μην τυχόν αφυπνιστείς κι ύστερα για μπριζόλα
σε ποιόνε θα πουλήσουνε το δηλητήριό τους;
Οι σκλάβοι αν ξυπνήσουνε, θα χάσουν το προσόν τους
να είναι αυτοί αφεντικά και να τα ελέγχουν όλα.415
Τους φαίνεται παντοτινά πως θα ‘χουν τέτοια σόλα,
για να πατάν το ελάφι μας στο ωραίο του κεφάλι,
για να μην υποψιαστεί πως η αλήθεια είναι άλλη.
Και πως υπάρχει και η Πηγή, υπάρχει αθανασία
και θα τελειώσει κάποτε αυτή η κοροϊδία,420
που χίλια επιχειρήματα δίνει στη λογική σου,
για να πειστεί πως θάνατος θα ‘ναι η κατάληξή σου.
Είναι ψευτιά ο θάνατος, τροφή για τα κοράκια
και φιγουράρει ψεύτικα μες στα δικά μας μάτια
μαζί με την ανάγκη μας, που τρέχει να χορτάσει425
σε βρώμικα λασπόνερα και τη ζωή να πιάσει,
για να την ζήσουμε οι φτωχοί μες στην απελπισία
σα να ‘ν’ θανατική ποινή με λίγη διορία.
Ε, δεν αντέχω άλλο πια, τα ισοπεδώσαν όλα!
Γι’ αυτό σου λέω, φίλε μου, μην πιείς την «κόκα-κόλα»…430

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου