Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

4. Η ΣΤΑΝΗ, ΤΟ ΑΠΟΛΩΛΟΣ ΚΙ Ο ΠΟΙΜΗΝ

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΗΜΕΡΑ
ΟικοπεδάκιαΤώρα βεβαίως θα μου πεις, πού να βρω να κοιτάξω
ένα κομμάτι ουρανό, αφού όπου κι αν ψάξω
παντού είναι μια ψευδοροφή και σε τι να πιστέψω;
Σ’ αυτό που λένε αυτοί Θεό και μ’ έχουν πάντα απ’ έξω;
Γιατί εκκλησιαστικά τα λέν’ τα οικοπεδάκια,5
που έχουν για την πάρτη τους και κάνουνε κολπάκια,
για να ‘ναι ιδιοκτησία τους αυτή του παραδείσου,
αν είναι έτσι, άσε με, μην παίξω ζίου-ζίτσου!
Κι αρχίσω να τα λέω εδώ, το είδαμε το χάλι,
φοβάμαι την κατάκριση, μα αφού το πορτοκάλι10
το τρώνε πάντοτε αυτοί και μου πετάν τις φλούδες
κι αφού αυτά τα χάφτουνε μονάχα οι παππούδες,
που είναι για «αναχώρηση» και επειδή φοβούνται,
γι’ αυτό κοιτάν ολημερίς πώς να σταυροκοπιούνται
και κάτι άλλοι επίτροποι κι αρχιερείς κι εβραίοι15
που φιγουράρουν «δίκαιοι» κι αισθάνονται ωραίοι …
Στο τέλος δεν θα κρατηθώ κι ίσως και να υβρίσω,
δεν θα τα πω προσωπικά, μα ούτε και θα το κλείσω.
Το παγκάρι Άντε και να το χάψω αυτό και να το παραβλέψω,
& το ζωνάρι.δε λιγουρεύτηκα ποτέ τα πλούτη τους να κλέψω,20
Η Χάρη;μα δε γουστάρω, φίλε μου, και δεν χτυπάει η καρδιά μου,
μακριά τους θ’ αποτραβηχτώ κι ας βρω και τον μπελά μου.
Πήγα κι εγώ κάποιες φορές και μπήκα σ’ εκκλησία,
για να μου πουν για το Χριστό και για την Παναγία,
μα δυστυχώς δεν ένιωσα κατάνυξη όλως διόλου,25
μέχρι που το φοβήθηκα πως μοιάζω του διαβόλου!
Και λέω δεν είν’ απίθανο μπορεί εγώ να φταίω,
που είμαι έτσι ακάθαρτος και δεν γνωρίζω, λέω,
ούτε τι είναι προσευχή, ούτε τι είν’ η Χάρη,
μα αυτοί όλα τα στεγνώσανε εκτός απ' το παγκάρι.30
Τι μου προτείνουν για Θεό, αφού κι αυτοί κοιτάνε
να λήξει η Λειτουργία τους και ύστερα να πάνε,
έτσι όπως είναι φουσκωτοί από κοιλιά και δόξα
να βγούνε στα παράθυρα με βέλη και με τόξα
του κάθε παλιοκάναλου και να μιλάν για δίκια35
με αυτοδικαίωση πολύ και με τα δεκανίκια
που παίρνει η εξουσία τους απ’ τ’ άμφια και τις τιάρες.
Αυτοί, βρε, όλα τα πούλησαν και παίζουν τις κουμπάρες!
Μα να στο εξομολογηθώ, άνθρωποι είναι λέω,
μπαίνουν κι αυτοί σε πειρασμό, μα να μη λεν «δε φταίω»!40
Αν όντως είναι χάρισμα ο ίδιος τους ο ρόλος,
δεν θα μπορούσα και εγώ ο άθλιος, ο δόλιος,
λιγάκι να το αισθανθώ να πάρω λίγη Χάρη
κι όχι μονάχα το σφιχτό εκείνο το ζωνάρι
που μου προτείνουν γι’ άσκηση κι εγκράτεια οι παπάδες…45
Συγγνώμη, μα θα σου το πω, δεν γίνεται ως ραγιάδες
πιστοί ν’ ακολουθήσουμε τις εντολές μονάχα
κι η Αγάπη που μας διαλαλούν πως την κατέχουν τάχα,
πού φαίνεται, πώς γίνεται να τηνε νιώσω ίσως
κι εγώ που είμαι αμαρτωλός και που μου βάζουν μίσος;50
Το ξέρω και το δέχομαι ότι ο Χριστός Αγάπη
είναι ο Ίδιος, μα αυτοί Τον κλείσαν στο κιτάπι,
μοιράσανε τα ρούχα Του, σχίσαν τα ιμάτιά Του,
γι’ αυτό είναι πάνω στο Σταυρό, μα άφησε τη μιλιά Του,
το Πνεύμα και το λόγο Του κι αυτοί δεν τα εκφράζουν55
στις πράξεις και τα έργα τους και μοναχά κοιτάζουν
το λόγο Του να κάνουνε λόγια αδειανά από Χάρη
κι αντί για Πνεύμα να μιλούν, κοιτάνε στο παγκάρι
και βγάζουν δίσκο στη στιγμή μετά τα Ευαγγέλια.
Πού να βρω εγώ κατάνυξη, με πιάνουνε τα γέλια,60
για να μην πω τα κλάματα μέσα στην εκκλησία
που πια δεν είναι του Χριστού το Σώμα κι η θυσία
κι απόμεινε το κτίριο μονάχα να εννοείται
και μόνο η αναστύλωση σ’ αυτό να ευλογείται
και να ευφραίνεται ο πιστός που ανοίγει πορτοφόλι,65
πληρώνοντας με χρήματα την αμαρτία όλη.
Ετούτο θα το ζήλευε κι ο Πονηρός ακόμα,
συγχωροχάρτι εύκολο να βρίσκει ως και το πτώμα,
άμα κηδεία ακριβή, μνημόσυνο χλιδάτο,
του κάνουνε οι συγγενείς και προπαντός χορτάτο70
αφήσουν τον επίτροπο και βέβαια τον παπά τους.
Ε, τότε οι πεθαμένοι μας θα βρούνε την υγειά τους!
Αχ, να με κάνουν μια φορά λίγο ν’ ανατριχιάσω,
γλυκά, γαλήνια, θεϊκά, την πείνα να χορτάσω!
Μα μου ζητάνε εντολές μόνο να εκτελέσω,75
λες κι είμαι εγώ Μουτζαχεντίν κι εκρηκτικά να δέσω
γύρω από το σώμα μου, για ποιόνε δεν γνωρίζω,
αυτοί μου λεν να σφίγγομαι και μόνο να ζορίζω
την δόλια την καρδούλα μου με νόμους και νηστείες,
να βάλω και τσεμπέρι εγώ όπως και κάτι θείες,80
να μπαίνω μες στην εκκλησιά, να νιώθω πως αγιάζω
κι ύστερα όποιον βρω μπροστά, ευθύς να τονε σφάζω
απ’ την πολύ κατάκριση κι απ’ την μεγάλη πείνα
να λέω «οφθαλμόν αντί οφθαλμού», ως και τα λόγια εκείνα
που λέν’ πως είπε ο Χριστός να στρέψεις και την άλλη,85
όταν δεχτείς το ράπισμα, μα αυτοί έχουν τέτοιο χάλι,
που κι αν ο ίδιος ο Χριστός τους πει: «δεν είσαι εντάξει»,
αυτοί έχουνε το δίκιο τους, Τον βάζουνε σε τάξη!
ΚηρύγματαΌπως και τότε που ‘ρθε Αυτός κι άλλονε περιμέναν
& ηθικολογία.με δόξα, να ‘ναι βασιλιάς και δεν καταλαβαίναν,90
Η Αγάπη;πως ο Θεός ο πάνσοφος είναι και παιχνιδιάρης
και πως δεν θα γινότανε, γιατί είναι κι ερωτιάρης
να ‘ρχόταν όπως θέλανε κι όπως Τον περιμέναν,
γιατί ο Μέγας Εραστής ζητάει από σένα,
όπως ο Ερωτόκριτος τότε στην Αρετούσα,95
όχι αυτά που ήξερε τα μάτια και τα μούσια
ν’ αναγνωρίσει για να πει: «Νάτος ο έρωτάς μου!»,
μα κλείνοντας τα μάτια της να πει: «Αχ, της καρδιάς μου
τα πέταλα αναρρίγησαν και φάνηκε το φως μου.
Δεν σε γνωρίζω στη μορφή, μα συ ‘σαι ο καλός μου!».100
Ποιός μίλησε για έρωτα μέσα στην εκκλησία;
Μας πήξαν στα κηρύγματα και ηθικολογία
στρώσανε κι αδιαφόρησαν που ο άνθρωπος ζητάει
να πάψει η καρδούλα του ενοίκιο να χρωστάει
σε «ξένα σπίτια» κι «αγκαλιές», λίγο για να ζεστάνει105
την παγωνιά κι αν τις πληγές του ξύνει, για να γειάνει
πότε από δω πότε από κει σαν πόρνη ξεχασμένη,
που όλοι την κατακρίνουν και την έχουνε φτυσμένη!
Γι’ αυτήν ανέβηκε ο Χριστός επάνω στο σταυρό Του,
μα αυτοί μόνο μερίδιο απ’ το Βασίλειό Του110
ζητούν και νιώθουν χριστιανοί, μα όμως δεν μας πείθουν.
Στα κούφια λόγια πέθανε πια η δύναμη του μύθου!
Θέλω να νιώσω ελεύθερος, να βρω τον Έρωτά μου,
όχι γιατί φοβήθηκα κι έτρεξα στον παπά μου,
λόγια ξερά για να μου πει που δεν καταλαβαίνω.115
Πεθαίνω πια απ’ τη δίψα μου κι έτσι δεν προλαβαίνω
να κάνω ασκήσεις στα τυφλά δίχως να νιώθω μέσα
λίγη αγάπη στην καρδιά, δεν φτάνει τέτοια πρέσα
που τρώω μέσα στη ζωή, να βάλω τώρα κι άλλη;
Δεν κάνω εγώ για ασκητής στο μαύρο μου το χάλι,120
ζητώ πρώτα παυσίπονο κι ύστερα θεραπεία,
γίνεται ο ετοιμοθάνατος να κάνει και νηστεία;
Κύριε ελέησον!Δε φτάνει ο πάγος στην καρδιά και στο μυαλό η ζάλη;
Όπου φύγει,Δεν το αντέχω, αμάρτησα, μα σήκωσα κεφάλι.
φύγει!Όχι για «να την πω» σε σας, δεν είμαι ο κριτής σας,125
μα ψάχνω τ’ οξυγόνο μου και μες στην άποψή σας
πνίγομαι κι όταν σας κοιτώ, σας βλέπω στεγνωμένους.
Θα πάω να βρω έμπνευση μες στους αδικημένους,
που ξέρουνε και λειτουργούν με τους δικούς τους τρόπους.
Θα κοινωνήσω με κρασί σε αλλόκοτους πια τόπους,130
τον πόνο τον αληθινό ίσως και την αγάπη
κι αφού εκκλησία είν’ αυτό που λέει και το κιτάπι,
πως είναι τ’ Άγιο Σώμα Του μ’ ενότητα και Χάρη,
θα πάω να βρω τ’ αδέλφια μου μια νύχτα με φεγγάρι.
Ίσως να «έρθει» κι ο Χριστός που Αγάπη είναι και θέλει135
να το τρυγάμε καρδιακά το Άγιο Του το μέλι.
Και αν το βρείτε εσείς αλλού, στείλτε μου τα χαμπέρια,
δεν ντρέπομαι το χάλι μου, με λερωμένα χέρια
θα ‘ρθω και στην αγάπη Του που την πιστεύω τόσο,
θα πω: «τις αμαρτίες μου, Κύριε, ας πληρώσω»,140
μα Εκείνος που μας αγαπά, ίσως με συγχωρήσει,
έτσι κι αλλιώς ξέρει καλά, πώς μ’ έχουν καταντήσει,
θα πάρει πόδια άπλυτα και θα τα καθαρίσει,
δεν θα ζητήσει τίποτα, θα δώσει και μπαχτσίσι.
Γιατί έτσι είν’ ο Άρχοντας κι έχει καρδιά μεγάλη,145
όλο το σύμπαν το χωρά, εμένα έξω θα βγάλει;
Που έχω για μετάνοια την ίδια την κατάντια
να ζω μέσα στο βόθρο αυτό χωρίς στολή και γάντια…
Μα κι αν με βγάλει, ξέρει Αυτός, που έχει Δικαιοσύνη.
Θα πω ok, Κύριε, μα δείξε ελεημοσύνη150
σ’ αυτούς που Σε λιβάνιζαν και ένιωθαν δικοί Σου,
γιατί διδάσκανε ξερά, με λόγια, τη Ζωή Σου.
Ιερείς ήΔε λέω σαφώς τους Άγιους και φωτεινούς αστέρες,
Φαρισαίοι;που ευτυχώς αφήσανε Φως και για αυτές τις μέρες,
μα αυτούς τους άλλους που τους λέν’ «καθηγητές», «δασκάλους»155
με τίτλους κι αξιώματα κι «αρχιερείς» μεγάλους,
ενώ θαρρώ πως το είχες πει κανέναν να μην πούμε
δάσκαλο και καθηγητή και να αποκαλούμε
μόνο τον ίδιο τον Θεό με τ’ όνομα «Πατέρα»
και δεν κατέχω «Πάτερ» πώς φωνάζουμε εδώ πέρα, 160
όποιον κι αν γίνει κληρικός και έτσι τον τιμούμε,
αφού τώρα που τα ‘παμε για ν’ ακριβολογούμε,
διάβασα που το είχες πει στους δώδεκα Αποστόλους
να είναι υπηρέτης μας ο πιο σπουδαίος απ’ όλους.
Κι όπως Εσύ το έκανες στον Δείπνο τον Μυστήριο165
να διακονεί τους αδελφούς κι αυτό να ‘ναι πειστήριο
του μεγαλείου, της πρωτιάς πνευματικά που έχει
κι όχι με τίτλους και χρυσά να δείχνει πως κατέχει
την πρώτη θέση, αφού κι αυτούς τους δύο Αποστόλους,
του Ζεβεδαίου τα παιδιά, που ήθελαν πρώτοι απ’ όλους,170
αυτοί να είναι δεξιά κι αριστερά Σου, όταν
στην άγια Βασιλεία Σου μας οδηγήσει η ρότα,
τους είπες πως δεν ξέρουνε στ’ αλήθεια τι ζητάνε,
δεν είναι θρόνος, μα Σταυρός, αυτό που λαχταράνε.
Γιατί πρώτος δεν είναι αυτός που τον υπηρετούνε,175
μα αυτός που θυσιάζεται για όλους όσους ζούνε.
Μου μοιάζει οι παπάδες μας ότι το παρακάναν
κι ενώ θαρρούν πως τέλεια όλα αυτοί τα κάναν,
στα λόγια και τις πράξεις τους γίναν σαν Φαρισαίοι,
μακραίνουνε τα ράσα τους κι αισθάνονται ωραίοι.180
Συγγνώμη, μα διαβάζοντας τον άγιό Σου λόγο
μέσα στα Ευαγγέλια, είδα αυτόν τον ψόγο
που, ενώ Τον είπες για αυτούς πριν είκοσι αιώνες,
είδα πως γάντι έρχεται στους σύγχρονους χιτώνες.
Συγγνώμη, που στο στόμα μου έβαλα τα Ευαγγέλια,185
μα λείπει η ταπείνωση κι αυτό μεγάλη αμέλεια
φαίνεται να ‘ναι στους γνωστούς σημερινούς ποιμένες.
Ναυτία έχει το ποίμνιο και ψάχνει αλλού λιμένες!
Αντί για «τύποι» αυτοί Χριστού μπήκανε σ’ άλλο ρεύμα
και κάνανε εξόριστο να είναι τ’ Άγιο Πνεύμα,190
που είν’ η ίδια η Ζωή αυτής της εκκλησίας
και που χωρίς την χάρη Του είν’ άνευ σημασίας
ό,τι κι αν γίνεται σ’ αυτό που λέμε Ορθοδοξία,
ώστε καμιά ουσία πια να μην έχει κι αξία
που λέμε πως διαφέρουμε σε κάτι από το πρίσμα195
που έχουνε οι Παπικοί και όρισε το Σχίσμα.
Είναι πια ολοφάνερο οι ορθόδοξοι παπάδες
θυμίζουνε Καθολικών ή Φαρισαίων ομάδες.
Κι όσα, Χριστέ μου, έλεγες σ’ εκείνους, όταν ήρθες,
κι αυτοί δεν καταλάβαιναν είν’ και γι’ αυτές τις μήτρες.200
Σιγουριά, Μα όμως δόξα τω Θεώ μείναν και λίγοι ίσιοι,
ζάλη και που δίνουν γάργαρο νερό από καθάρια βρύση,
ραθυμία.αλλά είναι ολοφάνερο πως τους φιμώνουν πάντα
Το Πνεύμα;αυτοί που λιγουρεύονται της εξουσίας την μπάντα.
Στην πιο καλή περίπτωση τους κάνουν να σωπάσουν205
και ή να στεγνώσουν εντελώς ή να δεχτούν να χάσουν
και την ιεροσύνη τους ακόμα, αν επιμένουν
να λεν αλήθεια αμάσητη και δεν καταλαβαίνουν,
πως πρέπει να συμμορφωθούν με το κυρίαρχο ρεύμα.
Στο τέλος ως και υπόλογο θα ‘ναι το Άγιο Πνεύμα!210
Που μας το λέει ο Χριστός, πως χλιαρούς δεν κάνει
εκείνους που επισκέπτεται και στη φωτιά τους βάνει.
Εδώ η εκκλησία μας διάγει σε ειρήνη
κι έξω ο κόσμος καίγεται και φρίττει στην οδύνη.
Μα κι αν οργώνει ο Διάβολος, το είπε κι ο Παΐσιος,215
πως δεν πειράζει και μ’ αυτό ο αγρός θα γίνει ίσιος,
και πως θα τά βρει έτοιμα να σπείρει ο Χριστός μας.
Τον πόνο, το μαρτύριο θα μετατρέψει εντός μας
σε κοπριά και λίπασμα για το καλό Του αμπέλι
και θα ‘ναι το σταφύλι Του γλυκύτερο απ’ το μέλι!220
Όμως φοβάμαι για αυτούς κι αληθινά πονάω,
που τόση ώρα μ’ έκαναν με ασέβεια να μιλάω,
γιατί λυπάμαι, Κύριε, αν δεν Σ’ αναγνωρίσουν
και άλλη μια φορά Σταυρό στο Γολγοθά Σου στήσουν.
Γιατί είν’ αλήθεια, Κύριε, αυτό πίκρα μεγάλη,225
εκείνοι να Σε αρνηθούν, ενώ έχουν στο κεφάλι
ολόχρυσο το στέμμα Σου, στον θρόνο Σου ανεβαίνουν
και Σ’ αγαπάνε σίγουρα, μα δεν καταλαβαίνουν,
κι ακόμα δεν κατάλαβαν στα δυο χιλιάδες χρόνια,
πως τούτο το χρυσάφι τους έφερε υποχθόνια230
το μπέρδεμα της σιγουριάς, ζάλη και ραθυμία
και πάει η επαγρύπνηση μέσα στην εκκλησία.
Ύπνος και εφησυχασμός έγινε ως κι η απλότης,
που λίγοι διαφυλάξανε και το ‘δε η ανθρωπότης,
πως όλοι αυτοί αισθάνονται έτσι δικαιωμένοι 235
και περιμένουμε να ‘ρθεις, μα αυτοί νιώθουν σωσμένοι
κι εμείς εδώ που τα ‘παμε, γιατί είμαστε σκασμένοι,
ήδη από τώρα νιώθουμε οι πιο τιμωρημένοι,
γιατί το περιμένουμε να μας διαφωτίσουν
μ’ αυτοί δεν χαμπαριάζουνε, κοιτάζουνε να στήσουν240
την ίδια την παράσταση σαν χρέος χωρίς Χάρη.
Σου λέω και ο Ίδιος Σου να ‘ρθεις, το ίδιο το παζάρι
θα δεις να είναι στον ναό και να πουλούν στο χέρι,
σ’ ωραία απομίμηση τ’ Άγιο Σου Περιστέρι.
Δεν κάνω εδώ τον έξυπνο, μα έτσι τα ‘πα χύμα,245
γιατί με πνίγει της καρδιάς το πιο ψηλό το κύμα.
Κι έχω και άλλα να σας πω, ίσως να σας κουράσω,
πού ξέρεις, απ’ τα βάσανα μπορεί και να αγιάσω.
Μα, να, φοβάμαι ο Χριστός μην έρθει και Τον χάσω,
γιατί Χριστό τον καρτερούν, μα ίσως τον λένε Τάσο…250
Η ΑλήθειαΓια ύβρις σου φαντάζει αυτό; Σκέψου και κάποιοι άλλοι,
συστήθηκεο περιούσιος λαός, που ένιωθε μεγάλη
έξω απ’ τηέπαρση και περίμενε Μεσσία βασιλέα,
συνήθειαείδε το γιο του ξυλουργού από την Γαλιλαία
και άντε τώρα να πειστεί πως ήτανε εκείνος,255
Αυτός που περιμένανε και πως ήταν ο κρίνος,
η Άγιά Του η σπορά που είπε ο αρχάγγελός μας,
πως, να, θα γεννηθεί στη γη ο Ίδιος ο Θεός μας,
στην Παναγία μας που αυτή Τον γέννησε τον Λόγο,
όμως ποτέ δεν μίλησε κι ας δέχτηκε τον ψόγο,260
ακόμα κι απ’ τον Ιωσήφ μέχρι να μάθει εκείνος,
πως ήταν θέλημα Θεού να Της δοθεί ο κρίνος.
Έτσι, αρχικά Την μάλωσε για την εγκυμοσύνη
κι η άγια παρθενία Της φάνηκε για αισχύνη
σ’ αυτούς που δεν το ένιωσαν του Μυστηρίου το θαύμα265
και Κείνη το αποδέχτηκε της υποψίας το τραύμα
και δέχτηκε κατάκριση και σώπασε με πόνο.
Ό,τι αποκαλύφθηκε δεν είπε παρά μόνο,
όπου τη φώτισε ο Θεός, για ετούτα τα μυστήρια
κι έτσι οι παπάδες του καιρού δεν βρίσκανε πειστήρια,270
πως ο Μεσσίας είναι αυτός που τόσο περιμέναν,
αυτοί ζητούσαν βασιλιά και δεν καταλαβαίναν
ότι ο γιος του ξυλουργού από τη Γαλιλαία
ήταν Αυτός που πρόσμενε όλη η Ιουδαία
και προφητεύαν οι Γραφές κι έκραζε ο Ιωάννης275
πως ήρθε και πλημμύριζε πιστούς ο Ιορδάνης.
Οι Φαρισαίοι περίμεναν με βούλες κι αποδείξεις
να έρθει ο Ερχόμενος και άντε να τους πείσεις
ότι παιχνίδι ο Θεός κάνει, ώστε να δούνε
το αληθινό Του πρόσωπο μόνο όσοι αγαπούνε.280
Και έτσι με παραβολές συστήθηκε η Αλήθεια,
για να φανερωθεί σ’ αυτούς που έξω απ’ τη συνήθεια
είχαν αυτιά ν’ ακούσουνε και μάτια για να δούνε
κι όχι σ’ αυτούς που θέλανε στους νόμους να κρατούνε
την πίστη, την ευλάβεια, γεμάτοι υποκρισία285
και να μην μπαίνουνε ποτέ σ’ αυτολογοκρισία.
Η ιστορίαΚαι από τότε είν’ έτσι αυτό, δοσμένο στους αιώνες,
επαναλαμ-μετά την θεία Ανάσταση με χίλιους δυο αγώνες,
βάνεταιοι άνθρωποι που αληθινά Τον συναντούσαν μπρος τους,
που στην καρδιά είχαν Χριστό και έλαμπε το Φως τους,290
μαρτύρια περάσανε, γιατί ήταν κατ’ εικόνα
Εκείνου που σταυρώθηκε πριν δυο χιλιάδες χρόνια.
Το κατ’ εικόνα για αυτούς ήταν γεμάτο Χάρη,
γι’ αυτό είχαν πανηγύρι τους στο στήθος το κοντάρι
και δεν πονούσανε γι’ αυτό, για το μαρτύριό τους,295
– γιατί βιώναν μέσα τους τον Άγιο δοξασμό τους –
μα για του συνανθρώπου τους πονούσαν το σκοτάδι,
γι’ αυτό που μας κατέβασε τόσο βαθιά στον Άδη,
να ανεβαίνει ο Θεός πάνω σε γαϊδουράκι
και μεις να μην Τον θέλουμε, γιατί δεν είχε άτι,300
ως όφειλε ο Μεσσίας μας κι είμαστε κολλημένοι
και σίγουροι και βέβαιοι, γι’ αυτό όποιον κατεβαίνει
κι είν’ Άγιος κατά Χριστόν, μα έχει ταπεινοσύνη,
τον στέλνουμε στα γρήγορα μπρος στη Δικαιοσύνη,
αφού πρώτα τον φτύνουμε, χλευάζουμε, γελάμε,305
αφού τον κοροϊδεύουμε και κόκκαλα του σπάμε,
ύστερα στον Καϊάφα μας και σε αυτόν τον Άννα
τον στέλνουμε, γιατί αυτοί με σχέδια και πλάνα,
αφού τονε δικάσουνε, τον δίνουν στον Πιλάτο,
για να ‘ναι αυτό το έγκλημα πολιτικά στυλάτο.310
Και νίπτουμε τας χείρας μας χωρίς φόβο και πάθος,
είμαστε εμείς οι δίκαιοι, μα αυτός φαινόταν λάθος.
Αυτή ‘ναι, φίλοι μου, η γνωστή κι ωραία ιστορία,
που λένε τα Ευαγγέλια, βγήκε και σε ταινία
κι όλο επαναλαμβάνεται συνέχεια στους αιώνες,315
γι’ αυτό τρέχει το αίμα Του κι αγιάζει τις κολώνες,
για να ‘χει η Εκκλησία Του, όσους θυσιαστήκαν,
στολίδια στ’ άγιο Σώμα Του, μα αυτοί στο Φως βρεθήκαν
κι εμείς που να τα δούμε αυτά, όπως και οι Εβραίοι,
ακόμα περιμένουμε να ‘ρθει και να το λέει320
πως: «να ‘μαι, ήρθα βασιλιάς!» και να το δείχνει κιόλας,
μα αυτά είναι παρενέργειες πίτσας και κόκα-κόλας!
«Γιατί δε μεΓιατί έρχεται ο Ερχόμενος συνέχεια στους αιώνες,
αναγνώρισες;»μα γίνανε οι καρδούλες μας σκέτες παγοκολώνες,
κοιτάμε τον συνάνθρωπο που ‘χει Χριστό εντός του325
και δεν αναγνωρίζουμε το άγιο το φως Του.
Κι ίσως σαν έρθει τελικά την τελευταία την ώρα,
να πει: «Δεν μ’ αναγνώρισες; Τι έβλεπες ως τώρα;
Την ήξερες την τύφλα σου που ‘χεις μες στο κοπάδι
ή μήπως το καυχιόσουνα πως δεν είχες σκοτάδι330
και πως το φως το κάτεχες στα στέρεα δεδομένα
της λογικής και του μυαλού, κι ήθελες από Μένα
να έρθω, όπως θες εσύ κι όπως το θέλει ο νους σου,
που τυφλωμένος λάτρευε είδωλα του καιρού σου;
Δεν σε γνωρίζω ούτε κι Εγώ και στους μικρούς εκείνους335
θα δώσω τους πιο λαμπερούς κι αληθινούς μου κρίνους.
Σ’ αυτούς που με πιστέψανε κι εσύ περιγελούσες
κι όλο με περιφρόνηση τους κοίταζες σαν ζούσες.
Σ’ αυτούς που μου ‘δωσαν νερό σαν ήμουν διψασμένος,
σ’ όσους με περιθάλψανε σαν ήμουν λαβωμένος340
χωρίς να περιμένουνε αντάλλαγμα και δώρα,
μα απλώς γιατί με βλέπανε και τότε όπως και τώρα
με μάτια που ‘χαν στην καρδιά, στον κάθε διπλανό τους
και δεν περιφρονούσανε ούτε και τον εχθρό τους.
Εδώ είναι μόνο γι’ αυτούς που σαν παιδάκια ζήσαν,345
που ‘χαν αγάπη στη καρδιά και το εγώ τους σβήσαν».

~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ •~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~

Η ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΜΙΚΑΖΙ
ΕπίκαιραΟύτ’ ένα από όλα αυτά μόνη μου δεν κατέχω.
τα ΕυαγγέλιαΔιαβάζω το Ευαγγέλιο, γιατί μόλις που αντέχω
να μην τυχόν κι απελπιστώ στους δύσκολους καιρούς μας
κι είναι μεγάλη έκπληξη που ο λόγος του Χριστού μας,
είναι σαν να ειπώθηκε για τις δικές μας μέρες.5
Μα αν σας ζόρισα μ’ αυτά, μη ρίχνετε τις σφαίρες
σε μένα που τα έγραψα, δεν ήτανε δικά μου
και έτσι το πολύ-πολύ να φταίνε τα μυαλά μου,
αν κάτι δεν κατάλαβα, δεν το ‘πιασα στα ίσια,
ζητώ συγγνώμη, αν σ’ αυτά είπα παραπανίσια10
ή αν κάτι εγώ παρέλειψα, δεν ήταν από δόλο,
ίσως δεν κάτεχα καλά το Ευαγγέλιο όλο!
Τα λίγα που ήξερα, εδώ είπα, γιατί μου μοιάσαν
να ‘ναι τα μόνα αληθινά και κλάματα με πιάσαν,
ευθύς μόλις τα διάβασα κι ευφράνθηκε η ψυχή μου,15
που βρήκε γλώσσα να μιλά στη σάπια εποχή μου
απόλυτα διαχρονική, μα απόρησα ωστόσο
και πόνεσα και έκλαψα, γιατί αγνοούσα τόσο
την καθαρή Αλήθεια τους κι έτσι απελπιζόμουν
κι όλο σε λάθος διαδρομές πήγαινα και μπλεκόμουν.20
Ένα κλικΜα το παράξενο εδώ ήτανε που η ζάλη,
και μεταβολήπου κατοικούσε εξαρχής στο σκάρτο μου κεφάλι,
εξαφανίστηκε μεμιάς, θαρρείς ως δια μαγείας,
χωρίς ν’ αντικατασταθεί με πλέγμα ιδεολογίας.
Έτσι απλά και φωτεινά το αβάσταχτο κενό μου,25
ευθύς μεταμορφώθηκε σε αγάπη εκτός νόμου.
Βέβαια, είναι δύσκολο αυτό να το κρατήσω
κι έχω μεγάλη διαδρομή μέχρι να καθαρίσω.
Μα εγώ δεν κάνω τίποτα, Άλλος μας καθαρίζει,
μόνο που όταν πέσει Φως ο βούρκος μας μυρίζει30
κι αμέσως η μετάνοια αρχίζει τη δουλειά μας,
ανοίγει πόρτες στα βαθιά και φαίνονται μπροστά μας
όλες οι ακαθαρσίες μας κι αρχίζει η αυτομεμψία,
φάρμακο να ‘ναι γιατρικό που κάνει αντισηψία.
Και καθαρίζει εκεί βαθιά τη σκοτεινιά του νου μας,35
σαν δούμε πως οι αλήθειες μας είναι του κεφαλιού μας,
που μοιάζει το ταλαίπωρο σαν μηχανή βλαμμένη
και ο καθένας μας μ’ αυτό λέει πως καταλαβαίνει
και νιώθει και περήφανος και σίγουρος πως βλέπει,
ενώ εστιάζει στα στραβά κι ως ίσια τα επιτρέπει.40
Υπερηφάνια:Ο πρώτος ο καρκίνος μας είναι η περηφάνια,
Το συμβόλαιοπου ‘χε ο λαμπρός ο άγγελος που ‘πεσε απ’ τα ουράνια,
του σκότουςγιατί περηφανεύτηκε το Φως πως είν’ δικό του
με τη λήθηκαι έφυγε απ’ την Πηγή και διάλεξε του σκότους
να έχει το βασίλειο και να μας θέλει μέσα45
με κάθε τρόπο πονηρό, χωρίς καθόλου μπέσα.
Το πρώτο του το δόλωμα είναι να φέρει λήθη,
για να φαντάζει αληθινό αυτό το παραμύθι,
που έστησε η πτώση μας μες στον εγκέφαλό μας
και να λατρεύουμε αυτόν για αληθινό Θεό μας.50
Γιατί μες στο σκοτάδι μας νομίζουμε για φως μας
αυτό που είναι η φυλακή κι ο μαύρος θάνατός μας:
Τη ζήση την προσωρινή, την βεβαιότητά μας
ότι είναι αυτή που βλέπουμε η αληθινή φτιαξιά μας.
Αφού φαντάζει αληθινό ετούτο εδώ το ψέμα,55
βρίσκει εκείνος και ρουφά απ’ την καρδιά το αίμα
και δίνει στον εγκέφαλο, που είναι σύμμαχός του
κι ο πιο καλός στρατιώτης του, για να ‘ναι πια δικός του,
ο δύστυχος ο άνθρωπος που διάδρομος φαντάζει
και προσγειώνει λογισμούς ο μαύρος καμικάζι60
μέσα στο μυαλουδάκι του και του φορά στεφάνια,
για να γεμίζει ο άμοιρος από υπερηφάνια,
πως όλα τα κατάλαβε και σαν Θεός να νιώσει,
όπως συμφώνησε εξαρχής κι αφέθηκε στην πτώση.
Έτσι έσβησε από μέσα του το Φως του παραδείσου,65
που είχε όπως κι οι άγγελοι κι όποιος του πει: «θυμήσου»,
τίποτα δεν θυμάται αυτός κι όπως οι συγγενείς του,
τα ωραία τα ζωάκια μας, ξύνει την κεφαλή του,
κοιτάει να φάει και να πιεί, μα μέσα του αγριεύει,
όταν το συνειδητοποιεί πως θάνατος κοντεύει,70
γιατί θα ‘θελε αιώνιος να είναι όπως ήταν,
μα τώρα συμβιβάστηκε και πίστεψε στην ήττα.
Ποιός να του πει πως φταίει αυτός, ευθύς θα τον δαγκώσει,
το θέμα είναι απ’ τη ζωή ό,τι μπορεί να σώσει,
ό,τι προλάβει κι ό,τι βρει ωσότου να πεθάνει,75
γι’ αυτό αγαπά τη λήθη του, την ώρα να μη χάνει.
Τα ξυπνητήριαΥπάρχουν όμως στη ζωή και κάποια ξυπνητήρια,
που σαν αρχίζουν να χτυπούν του λήθαργου τα κτίρια
γκρεμίζονται από σεισμό και η καρδιά χορεύει,
ζητάει τ’ οξυγόνο της κι αληθινά θεριεύει.80
Δεν την χωράει ο τόπος της και ψάχνει ελευθερία
και νιώθει να την πνίγει πια αυτή η συνομωσία.
Τίποτα δεν την πείθει εδώ πως είναι η πατρίδα
και δεν διαπραγματεύεται να μείνει στην παγίδα.
Το ασανσέρ μουΑυτό συνέβη το λοιπόν, κάποτε και σε μένα85
και γίνανε κατάθλιψη όσα είχα μαζεμένα
κουβάρι μέσα στο μυαλό και στην καρδιά πνιγμένα.
Μα ευτυχώς που βγήκανε και τα ‘δα ένα – ένα,
εκείνα με ταπείνωσαν και πάει η μαγκιά μου,
μα αυτό ήταν που μ’ έκανε να βρω τη γιατρειά μου.90
Άλλοτε μ’ έριχναν βαθιά μες στην απελπισία
κι άλλοτε πυροτέχνημα κάναν την φαντασία!
Κι έμπαινα εφιαλτικά θαρρείς σ’ ανελκυστήρα
που όμως δεν σταμάταγε, δεν άνοιγε η θύρα
και όλο με κατέβαζε σ’ ορόφους της αβύσσου95
ή ανέβαινε ασταμάτητα σ’ άγνωστους «παραδείσους».
Τρόμαζα άλλοτε το φως άλλοτε το σκοτάδι?
δεν έβρισκα για να πιαστώ κάποιο γνωστό σημάδι,
αφού όσα είχα μέσα μου, βάσανα μα και πόθους,
ψάχναν να βρούνε πέρασμα σε δρόμους πάντα νόθους,100
ψεύτικους και απατηλούς, της λήθης λαβυρίνθους,
σε πλάνες, κόλπα και γητειές, σε μπερδεμένους μύθους.
Ο άνθρωπος -Έχει πολλούς η εποχή, προσφέρει με τσουβάλι,
αράχνηγια να μπουν οι ταλαίπωροι σ’ αυτό το καρναβάλι
με δήθεν τέχνες άμυνας, επίθεσης και βάλε,105
που μέσα κρύβουνε ψευτιές, για να μας πουν, μεγάλε,
πώς να ‘μαστε πιο δυνατοί, θαρρείς κι αυτό είν’ ο στόχος
να γίνουμε πολεμιστών του παρελθόντος λόχος.
Τάι-τσι και καποέιρα, με ρέικι θεραπεία,
όλα δίνουν ενέργεια, αφού είμαστε ψυγεία,110
γι’ αυτό και χρειαζόμαστε ρεύμα από την πρίζα,
που δίνουν κάτι «δάσκαλοι», το βρίσκουν στην κορνίζα,
που ‘χουνε άλλον δάσκαλο, τον μέγα τον γκουρού τους
ή έναν ινδιάνο που ‘μαθε την τέχνη στον παππού στους.
Ή κατευθείαν παίρνουνε ενέργεια απ’ το σύμπαν,115
χορεύουν τα δαιμόνια, χρυσές δουλίτσες βρήκαν
κι αυτά και οι υπάλληλοι που βάλαν για δασκάλους,
γεμίσαμε ενισχυτές ενέργειας μεγάλους!
Κι έβλεπα τους καλύτερους και δυστυχώς ακόμα
τους βλέπω να ορέγονται αυτό το νέο κόμμα,120
που λίγη δόση θρησκειών Ανατολής ή Νότου,
ανάμειξε με εμπόριο, για να τους δέσει, αφότου
είδε πως απελπίστηκε ο άνθρωπος και ψάχνει
δικό του δίχτυ να πιαστεί σαν να ‘γινε αράχνη
και όλο αθωότητα στους υποψιασμένους125
λένε πως είν’ γυμναστική γι’ ανθρώπους κουρασμένους.
Τύποι ωραίοι, ανήσυχοι, αληθινά «ψαγμένοι»
το ρίχνουν στ’ ακροβατικά και νιώθουνε σωσμένοι.

~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ •~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~

Ο ΘΗΣΕΑΣ ΚΙ Ο ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΣ ΕΝΤΟΣ ΜΟΥ
Η είσοδοςΜα προτιμώ το χάλι μου εκείνο που σας λέω
στονκι ας ήτανε αβάσταχτο κι ας μ’ έκανε να κλαίω,
λαβύρινθοαφού στην τρίχα γλύτωσα ετούτες τις παγίδες,
κι αν βρέθηκα μονάχη μου μέσα στις καταιγίδες
με γυμνωμένη την καρδιά να ουρλιάζει για βοήθεια,5
αυτό ήταν που με έσωσε κι έχω πνοή στα στήθια.
Η ίδια η αδυναμία μου, η ίδια η ντροπή μου,
που δεν μπορούσα να χωρώ μέσα στην εποχή μου.
Γι’ αυτό έκατσα στο τίποτα και έσβησα τα φώτα,
άκου, λοιπόν, τι έγινε σαν βγήκαν τα τσιρότα!10
Ο βρηχυθμόςΑιμορραγούσαν οι πληγές κι ήμουνα σαν αγρίμι,
του τέρατοςόμως χρωστώ την γιατρειά σ’ εκείνη την οδύνη.
Έμοιαζε δυο παράθυρα να έχω ανοιγμένα,
απ’ το ένα Αλήθεια έμπαινε κι από το άλλο Ψέμα.
Κι έγινα ένα ανοιχτό, σωστό πεδίο μάχης,15
στους γύρω μου φαινόμουνα ένας τρελός αντάρτης,
που ήταν σε παραλήρημα, τα ‘χε εντελώς χαμένα,
πυροβολούσε όπου έβρισκε κι αυτά που είχε πνιγμένα
δεν βρίσκαν λόγια να ειπωθούν κι όσο τα είχε εντός του,
σκοτείνιαζαν οι μέρες του ή θάμπωνε απ’ το φως του20
κι οι νύχτες του ήταν άγρυπνες, όλο ανησυχία,
κι ό,τι κοιτούσε γύρω του μέσα στην κοινωνία,
του φαίνονταν σαν κάλπικο, ψεύτικο, πεθαμένο.
Έψαχνε αληθινή ζωή με βλέμμα αγριεμένο,
μία με θλίψη, μία με οργή, μία μ’ απελπισία,25
στον έρωτα, στις συντροφιές, στην ιδεολογία,
καβάλαγε ένα ξέφρενο, αφιονισμένο άτι
κι έτρεχε ευθεία στο γκρεμό μήπως και βρει εκεί κάτι.
Μα τίποτα δεν έβρισκε και ήταν στο καρτέρι,
ζητούσε δέκα πάντοτε αντί πέντε στο χέρι.30
Ήθελε ελεύθερη ζωή έστω και για μια ώρα
και όχι χρόνια δανεικά στου θάνατου τη χώρα.
Δεν μπορεί!Καλά τα παραμύθια μας, μα πάντα τελειώναν,
Θα υπάρχειμου δίναν ψεύτικα φτερά κι ύστερα τα ξηλώναν.
ένας τρόπος!Γινόταν τότε η πτώση μου θάνατος κάθε μέρα35
κι όταν κοιτούσα τα πουλιά στον καθαρό αέρα,
δάκρυα πεταγόντουσαν από τα δυο μου μάτια,
η πρόσκρουση στο έδαφος με έκανε κομμάτια.
Πού είναι η ελευθερία μου; Πώς ν’ ανασάνω λίγο;
Είν’ η ζωή μου μια ποινή, πού να βρω να ξεφύγω;40
Οι γύρω μου ανησύχησαν, γιατί δεν βολευόμουν.
Με στέλναν στον ψυχίατρο να πω τι ονειρευόμουν.
Γιατί φαινόταν τρέλα αυτό που ήθελα να ζήσω
και μάλιστα που έλεγα πως θα το κατακτήσω
και πως θα βρούμε, δεν μπορεί, θα υπάρχει ένας τρόπος45
να βγούμε απ’ την κόλαση, δεν είν’ αυτός ο τόπος,
που είναι πατρίδα της καρδιάς κι η αληθινή ευτυχία.
Εκείνο που ποθεί η ψυχή δεν είναι ουτοπία!
Ε, ήταν τρέλα όλα αυτά, αλλά οι ψυχίατροί μου
δεν το μπορούσαν εύκολα να βρουν τη διάγνωσή μου.50
Όχι πως είχε διαφορά και σημασία μεγάλη,
αφού για την ψυχιατρική ένα είναι το τσουκάλι.
Ό,τι κι αν έχεις γρήγορα ανοίγει ένα ντουλάπι
και για κάθε περίπτωση έχει το ίδιο χάπι…
Αυτό που τους απασχολεί είναι μία ταμπέλα55
να σου κοτσάρουν για αυτό που ‘χεις το «πήγαινε-έλα».
Έτσι για να ‘χουν σταθερή, σίγουρη πελατεία
κι αφού ήταν ολοφάνερο, δεν ήμουν στην ευθεία,
εν τέλει απεφάνθησαν για την περίπτωσή μου
κι αποφασίσαν τη σωστή δόση στην αγωγή μου.60
Ο μίτος κι ηΚαι μένα με συνέφερε να ζαλιστώ λιγάκι,
κρυψώνα τουαφού πια είχα κουραστεί πάνω στο άγριο άτι,
κι έκανα λίγο διάλειμμα σαν αποβλακωμένη,
όμως ποτέ δεν έπαψα να νιώθω ερωτευμένη
μ’ εκείνο εκεί το πέταγμα που ‘χουν τα περιστέρια65
ούτε βεβαίως με το φως σαν έβλεπα τ’ αστέρια.
Κι ας μου φορέσανε γυαλιά να μην μπορώ να βλέπω,
είχα καλά κρύψει εγώ κάτω από το πέτο,
εκεί στο μέρος της καρδιάς μία φωτογραφία:
Χίλια πουλιά που πέταγαν στο Φως μ’ ελευθερία!70
Εκείνη την κρυψώνα εκεί κανείς δεν την σκεπτόταν,
ο «ξύπνιος» τους εγκέφαλος για το μυαλό νοιαζόταν.
Σ’ εκείνο παρεμβαίνουνε, όμως στο άδυτό μας
να μπει κανένας δεν μπορεί κι εκεί το μυστικό μας
μπορεί ελεύθερα να ζει κι όλα να τα ομορφαίνει75
και το υγιές τους το μυαλό να μην καταλαβαίνει
πώς τάχα μπόρεσε ο τρελός κι είναι θεραπευμένος.
Απίστευτο, μα πρόκοψε και ζει κι ευτυχισμένος!
Θρίαμβος! Η ιατρική το έκανε το θαύμα!
Άιντε, καημένε, βρες κι εσύ τη γιατρειά στο τραύμα,80
γιατί εκεί μέσα στου μυαλού που έχεις την κονσέρβα,
είδα που δεν βολεύεσαι, αν το μπορέσεις έβγα!
Αφού έκανε η ιατρική το θαύμα με χαπάκια,
δεν κατεβάζεις και εσύ λίγα απ’ αυτά κουτάκια;
Ή μήπως είν’ καλύτερο να πάρει ο καθένας;85
Γιατί το βλέπω, υγιής δεν έμεινε κανένας.
ΥδραυλικόςΜα να μην είμ’ αχάριστη, βοήθησαν κι εκείνοι
και μπόγιαςοι δύσμοιροι ψυχίατροι σαν ήμουνα στη δίνη,
γιατί είχα υπερτροφική – να πω την πάσα αλήθεια –
χημεία συναισθήματος, μα το ‘χα και συνήθεια…90
Εφόσον πείναγε η καρδιά για αληθινή Αγάπη,
κι αφού γύρω της έβλεπε μόνο ψευτιά κι απάτη,
το ‘ριχνε στο συναίσθημα κι έτρωγε ό,τι να ‘ναι:
Κλάψες, σιρόπια και ζουμιά, μαχαίρια που πονάνε,
ψευδαίσθηση, παραίσθηση, ερωτικά σενάρια,95
όνειρα, φόβους, ξωτικά, θλίψη, χαρά, στα ζάρια,
φαντάσματα υπερβολής κι εξάρτηση από φίλους,
όλα τα συναισθήματα εκτρέφανε τους «σκύλους»,
που ύστερα με δαγκώνανε και έχανα τη μπάλα
και στον ψυχίατρο ευθύς με πήγαιναν τρεχάλα,100
αυτοί που μ’ αγαπούσανε να ναρκωθώ λιγάκι
κι ύστερα μου ταΐζανε το ίδιο το σκυλάκι!
Μήπως τυχόν το χάσουνε το ευαίσθητο ζωάκι
και μείνει άνοστη η ζωή χωρίς το δραματάκι.
Αναρωτιέμαι τελικά εμένα αγαπούσαν105
ή μόνο το συναίσθημα που βρήκαν και ρουφούσαν;
Κι έτσι με στέλναν στο γιατρό, για να μου το ρυθμίσει,
γιατί καλό ήταν το νερό, μα χαλασμένη η βρύση!
Ο κάθε ένας ψυχίατρος μου ‘λεγε πως θα ζήσω,
αν παίρνω αυτήν την αγωγή και δεν την σταματήσω.110
Μαστούρα όλη τη ζωή, με τοξική χημεία,
αυτό η επιστήμη μας, το λέει θεραπεία!
Έτσι πολλοί χρειάζεται να μπουν σε εργαστήριο,
άμα δε συμφωνούν μ’ αυτό το αληθινό μαρτύριο,
που είν’ η ψεύτικη ζωή και επαναστατήσουν,115
αυτά που θέλουνε, καλά θα κάνουν να τα σβήσουν.
«Ζωή δεν είν’ αυτό που θες, είναι αυτό που βλέπεις,
αν δεν συμμορφωθείς σ’ αυτό, συνέχεια θα μπλέκεις».
Το κόλπο!Ώσπου μια μέρα ένας γιατρός, που η περίπτωσή μου
στ’ αλήθεια τον συγκίνησε και ήτανε μαζί μου120
λιγάκι πιο ευαίσθητος, ίσως γοητευμένος,
με κοίταξε κατάματα και μου ‘πε: «Θέλει σθένος,
για να ‘σαι ακροβάτισσα και άσκηση μεγάλη!
Μάθε να στέκεις στο σχοινί και ίσως τότε οι άλλοι
να πάψουν να ανησυχούν, ήσυχη να σ’ αφήνουν,125
αν μάθεις να ισορροπείς, δεν θα σε κατακρίνουν».
Μα πού να μάθω η φτωχή τι είναι ισορροπία,
άρχισα κι έψαχνα παντού, σε όλα τα βιβλία,
μα τίποτα, συνέχεια τα ίδια και τα ίδια,
μέχρι που έσβησα ξανά το φως κι είπα: «ΒΟΗΘΕΙΑ!».130
Αυτός ο ΘησέαςΉταν η πρώτη όμως φορά που κάποιονε ζητούσα
γράφεταιόχι απ’ αυτούς που έβλεπα, μα Αυτόν που λαχταρούσα,
με ύψιλον…παρότι δεν τον γνώριζα, παρότι τον αρνιόμουν,
μα ένιωθα πως μόνο Αυτόν στ’ αλήθεια χρειαζόμουν.
Ευθύς αμέσως ένιωσα ότι δεν είμαι μόνη135
και μια αχτίδα από Φως πήρε να μεγαλώνει
μέσα στη μαύρη μου καρδιά κι αμέσως πήγε ο νους μου
σε μια εικόνα του Χριστού, που είχε ο παππούς μου
πάνω στο εικονοστάσι του και κράταγε βιβλίο,
που ‘γραφε «Εγώ ειμί το Φως» και το ‘βλεπα γι’ αστείο,140
όταν μικρό ήμουνα παιδί, μα κι έπειτα μεγάλη
ποτέ δεν καταλάβαινα στη λογική μου αιθάλη,
πώς γίνεται ένας άνθρωπος να λέει τέτοιο λόγο;
Πως τάχα Αυτός είναι το Φως; Άλλος κανείς στον κόσμο,
όσο κι αν ήταν φωτεινός, δεν είπε τέτοια λόγια145
κι Αυτός που ήταν ταπεινός και βρήκε τόσα εμπόδια
γι’ αυτήν την μαρτυρία Του, άραγε ήταν ψεύτης;
Και αν δεν ήταν τότε πώς σταυρώθηκε σαν φταίχτης,
Αυτός που είναι ο Ίδιος Φως και μπήκε μες στον Άδη;
Ζημιά μεγάλη θα ‘παθε το αιώνιο σκοτάδι!150
Χρόνια και χρόνια αυτή η μορφή μου ‘φερνε αμηχανία
κι απέφευγα ως και να μπω μέσα σε εκκλησία,
γιατί ήθελα πρώτα να βρω, ώστε να καταλήξω,
αν τα πιστεύω όσα είπε Αυτός και ύστερα να ρίξω
τον άθλιο εγωισμό του ψεύτικου μυαλού μου,155
για να δεχτώ ό,τι έγραφε η εικόνα του παππού μου.
Ότι Αυτός είναι το Φως, η Αγάπη, η Αλήθεια
και όλα αυτά είναι Πρόσωπο και όχι παραμύθια!
Μα δύσκολη απόφαση ήταν αυτή για μένα,
γιατί είχα άλλα πράγματα στο νου μου σφηνωμένα.160
Άσε που ανατρίχιαζα πως, αν πιστέψω Εκείνον,
ευθύς θα μπω στην κόλαση, αν όντως είναι ο Κρίνων,
αφού εγώ δεν τήρησα ούτε μια εντολή Του
κι όλα με βγάζαν στη ζωή την πιο αμαρτωλή Του.
Αν είν’ Αυτός συγχώρεση, πού να βρω εγώ μετάνοια,165
άντε κι αν πω ότι έβρισκα, πώς να μπω στη τυρράνια,
ν’ αλλάξω εντελώς ζωή και πού να βρω εγκράτεια,
γίνεται να ‘σαι εγκρατής σε πλούσια παλάτια;
Μα ακόμα κι αν η πρόθεση ήταν να προσπαθήσω,
ποιός τάχα να μου έλεγε πώς να το προχωρήσω;170
Ανατριχίλα μ’ έπιανε σαν έβλεπα παπάδες,
σας τα ‘πα και νωρίτερα δεν ήθελα μπελάδες.
Αχ, να γινόταν τον Χριστό τον Ίδιο ν’ απαντήσω
και να μου πει το πρόβλημα πώς γίνεται να λύσω!
Αφέθηκα στο σκότος μου και Του ‘λεγα, αν υπάρχεις175
κι αν όντως μες στα σύμπαντα Εσύ πάντοτε άρχεις
κι αν μπήκες μες στον Άδη μας κι έσπασες τα δεσμά του,
έλα κι εδώ που είμ’ εγώ ακόμα δέσμιά του!
Ο ιόςΕίχα όμως μέσα μου πολλή ακόμα περηφάνια,
της ΑλήθειαςΕκείνος πάντα είναι εδώ, μα είμαστε χαϊβάνια.180
στο πρόγραμμαΖούμε με πάγο στην καρδιά και είναι ναρκωμένη
του εγκεφάλουκι αυτό το έρμο το μυαλό δεν τα καταλαβαίνει
αυτά κι όλα του φαίνονται να είναι παραμύθια,
γι’ αυτό στη λήθη βρίσκεται, μακριά απ’ την Αλήθεια.
Κι αισθάνεται κυρίαρχο κι έχει εμπιστοσύνη185
σ’ όλα τα δεδομένα του και τίποτα δε σβήνει.
Σαν τέλειος υπολογιστής μέχρι και τα σκουπίδια
αποθηκεύει και ρωτώ, αν μες σ’ αυτά τα ίδια
τύχαινε κι αποθήκευε και την αλήθεια ετούτη,
και αν μια μέρα τυχερή αυτό το χαζοκούτι,190
έτσι από λάθος, σαν ιό, την δέχονταν ακέραια,
τι θα παθαίνανε αυτά που έχει τώρα στέρεα;
Ε, ρε, ένα μπλοκάρισμα! Θα πάθαινε μπλακ-άουτ
κι όλα τα δεδομένα του, θα έβγαιναν νοκ-άουτ!
Θα ζήσωΠερίπου έτσι έγινε και τότε στο μυαλό μου195
ελεύθερο πουλίκι ευχαριστώ πια το Θεό για το μαρτύριό μου.
Βέβαια, χρειάστηκε δουλειά και θέλει κι άλλο ακόμη
να χτυπηθεί ο εγωισμός κι η ψεύτικη η ρώμη
της σθεναρής μας λογικής, του αυτονόητού μας,
που φέρνει η αυτοθέωση του σκοτεινού μυαλού μας,200
για να φωτίσει πια το νου το αληθινό το Φως Του.
Παρότι ένιωσα ευθύς πως ήρθε ο άγγελός Του
κι άρχισε να μ’ ακολουθεί κι η απελπισία να φεύγει,
έτσι γαλήνια, απαλά, η Αγάπη να μου φέρνει
λίγη αληθινή τροφή και να χορταίνω έτσι,205
χωρίς να ψάχνει η πείνα μου μόνο για κοκορέτσι
και ό,τι άλλο τελικά χορταίνει το κορμί μας
ως και τα συναισθήματα που φτιάχνει η αμυγδαλή μας,
για να χορτάσει ψεύτικα μ’ αυτή τους τη χημεία,
που ελέγχει ο ιππόκαμπος και η φαιά ουσία,210
και να αισθανόμαστε εμείς αισθηματίες χορτάτοι
με την μπανάνα στο κλουβί, αθώοι και στυλάτοι.
Αφού, λοιπόν, μου έδωσε αληθινή τροφούλα,
που βέβαια δεν την άξιζα, μα, να, έτσι στη ζούλα
απ’ το άπειρό Του Έλεος μόνο γιατί ζητούσα215
και φώναζα βοήθεια κι Αλήθεια λαχταρούσα,
άρχισα λίγο να πατώ, σχεδόν να μπουσουλάω,
κι έλεγα του αγγέλου μου, το χέρι σου κρατάω
και όταν πέφτω, φτερωτέ, παίρνε με στα φτερά σου,
κι οδήγησέ μου εσύ το νου να βγω στη γειτονιά σου.220
Κι ακόμα πέφτω συνεχώς, μα ξέρω πως με πιάνεις,
και έτσι, να, ακροβατώ, γιατί εσύ με κάνεις
με τα δικά σου τα φτερά, να βρίσκω ισορροπία
και μετετράπη η θλίψη μου, σ’ αληθινή ευτυχία.
Όσοι δεν καταλάβατε κι ακόμα απορείτε,225
πετάξτε τη μπανάνα σας κι απ’ το κλουβί σας βγείτε.
Γι’ αυτό και σας τα λέω εδώ, γιατί το γιατρικό μου
είναι για όλους γιατρικό, δεν το ‘χω μυστικό μου.
Εκτός κι άμα αισθάνεστε άνετοι, ευτυχισμένοι,
τότε δεν είναι αυτά για σας, πείτε με φαντασμένη…230
Εγώ τα λέω κι είναι αυτά, σημεία της διαδρομής μου
κι όχι φαντάσματα τρελά της ποιητικής ορμής μου.
Είν’ ο καιρόςΣε τούτο το εργαστήριο που λέγεται εαυτός μου,
ληγμένοςπολλά πειράματα έκανα, γυρεύοντας το Φως μου
και κοίτα ξεπεράσαμε τους δυο χιλιάδες στίχους235
κι αρχίσαμε ν’ ακούμε πια της σάλπιγγας τους ήχους,
που κάποτε μες στη σπηλιά κάποιος «συνεπαρμένος»
είπε πως θα ακούσουμε, σαν ο καιρός ληγμένος
θα είναι και πως θά ‘ρθει πια το ζωντανό το πτώμα
με σάρκα γοητευτική και εξουσία στο χώμα240
κι όλοι θα το περάσουμε για τέλειο άρχοντά μας
κι αφού τον προσκυνήσουμε, θα βρούμε τον μπελά μας.
Και να, τα γράφω όλα εδώ, σχόλια, παρατηρήσεις
και όσα πια κατάλαβα πως είναι οι μόνες λύσεις.
Αν βρεις κι εσύ κάτι σ’ αυτά, θα ‘ναι χαρά μεγάλη245
κι αν όχι, είσαι ελεύθερος προτίμησε μιαν άλλη
άποψη για να προχωράς ή ιδεολογία.
Θα λυπηθώ, μα δεν θα πω αντίο στη φιλία.
Και πάλι φίλοι θα ‘μαστε κι ίσως ο άγγελός σου
να έρθει και σε σένανε, αφού είναι πάντα μπρος σου,250
αν κάποτε τον χρειαστείς κι αν σπάσει το σχοινί σου
κι αν θέλεις κι άλλα να σου πω, βρες την υπομονή σου.
Γιατί έχω μέσα χείμαρρο, αν και θα το μπορούσα
ακόμα και την ώρα αυτή εδώ να σταματούσα,
μια και είναι χρησιμότερο να δεις όσα σου λέω255
στην πράξη, μην τυχόν μπλεχτείς και με θωρείς σπουδαίο.
Αυτό το παραλήρημα για μένα είναι παιχνίδι
που στήνω για να παίξουμε «που ‘ν’ το το δαχτυλίδι».
Θυμάσαι που το παίζαμε στα παιδικά μας χέρια;
«Δεν θα το βρεις» φωνάζαμε, γιατί ήτανε στ’ αστέρια!260
Θα συνεχίσω στο εξής, για να ‘χει λίγη πλάκα,
να λέω στους τάχα έξυπνους ετούτη την ατάκα:
«Δεν θα το βρεις! Δεν θα το βρεις! Ψάξε το δαχτυλίδι,
μα πρόσεξε, μην μπερδευτείς και πάρεις το σκουπίδι,
που φαίνεται γυαλιστερό και πεις αυτή ‘ναι η βέρα265
που ψάχνει να βρει η καρδιά συνέχεια νύχτα-μέρα».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου