Τετάρτη, 2 Ιουνίου 2010

RAPSODIA 2006 Μέρος 5/6


κι εκεί να σε δοξάζουμε, όπως κι οι άγγελοί Σου. 4000
Αμήν! Κι αυτή η προσευχή ας γίνει και ευχή σας,
για να ‘ναι Θεού θέλημα αυτή η ανάγνωσή σας
και να ‘ρθει και σε μένανε αυτή η ευλογία,
γιατί έχω κι άλλα βρει εγώ στα ιερά βιβλία,
που έτσι πολύ ταιριάζουνε με την κατάστασή μας 4005
κι έρχονται γάντι στην θολή και σκοτεινή εποχή μας.
Και θέλω να τα πω εδώ αν έχω ευλογία
και αν δεν είν’ εγωισμός ή και φιλοδοξία.
Μα αν τυχόν το ό,τι μιλώ δεν είν' ευλογημένο,
τότε ας μου δώσει τη σιωπή και θα το υπομένω 4010
να τα βαστάω μέσα μου μέχρι και να τα σβήσω,
αρκεί αληθινή ζωή να δώσει ν’ αποκτήσω.
Γι’ αυτό δεν ξέρω ούτε καν αν φτάσουνε σε σένα
ή μείνουν στο συρτάρι μου όσα έχω ειπωμένα.
Με έμνευση θα κινηθώ κι έτσι θα το ζητήσω, 4015
αν έρθει η ώρα η καλή και να σε συναντήσω
είτε με άλλα ή μ’ αυτά ή μ’ όποιον θέλει τρόπο,
θα περιμένω να μας δω στον όμορφο τον τόπο,
που έχει η καρδιά μας ραντεβού και να μην το ξεχάσει
και κινδυνέψει να χαθεί και στην Χαρά δε φτάσει. 4020
Ας μου επιτραπεί, λοιπόν, να πω ότι η σιωπή μας,
ίσως να είν’ η αληθινή η επανάστασή μας.
Δε λέω να το βουλώσουμε, μα αν τύχει και μιλάμε,
να φαίνεται στις πράξεις μας, μπρίκια να μην κολλάμε
και να μην αισθανόμαστε έτσι εύκολα ωραίοι. 4025
Ωραίος είναι μόνο αυτός που ξέρει και να κλαίει
και που ανοίγει την καρδιά κι είναι μεγάλος πόνος
γι’ αυτό διαλέγει τη σιωπή και προχωράει μόνος.
Όχι ο καταθλιπτικός, όχι ο απελπισμένος,
μα εκείνος που είναι με το Φως στ’ αλήθεια ερωτευμένος, 4030
γιατί μέσα του λαχταρά αλήθεια, ελευθερία,
ειρήνη, αγάπη, ομορφιά, χαρά και αρμονία.
Και δεν κάνει ξεπούλημα ούτε φθηνές εκπτώσεις
για ψεύτικες παρηγοριές και μάλιστα σε δόσεις.
Ούτε τσιμπάει στο χαζό καθήκον ευτυχίας 4035
και δεν αισθάνεται ντροπή κι ας φαίνεται παρίας.
Δεν γίνεται κατήγορος, ποιόν να κατηγορήσει,
έχει δικά του σφάλματα για ν' αντιμετωπίσει,
κοιτάζει το δοκάρι του που έχει μες στο μάτι
και απ' την ακίδα του αλλουνού δεν αποκτά γινάτι. 4040
Γιατί το είπε ο Χριστός πως, αν δεν συγχωρήσεις
αυτόν που νιώθεις για εχθρό, μην πας για να ζητήσεις
εσύ απ’ Αυτόν συγχώρεση για τα οφειλήματά σου,
εαν δεν δώσεις άφεση πρώτα στον γείτονά σου.
Αυτός που θέλει ν’ αγαπά, πονάει για τη συγγνώμη 4045
που ο κόσμος μας δε λέει, για να μην αλλάξει γνώμη.
Δεν θέλει να πει ψέματα πως πάντα οι άλλοι φταίνε,
είν’ απ’ αυτούς που προτιμούν να ζοριστούν και κλαίνε,
όχι μόνο για πάρτη τους και για τον κολλητό τους,
μα ίσως και για κείνονε που έγινε εχθρός τους. 4050
Γι’ αυτό και τα ‘πα εγώ πιο πριν σ’ αυτούς που μ’ ενοχλήσαν
και άλλο πια δεν τα κρατώ κι αν τους στεναχωρήσαν,
ας έρθουν ν’ ανταλλάξουμε μια ταπεινή συγγνώμη.
Εγώ στ’ αλήθεια θα χαρώ και θα αλλάξω γνώμη.
Γιατί αν το καλοσκεφτείς, ποιός φταίει για την κατάντια, 4055
ποιός φταίει που τα χέρια μας φοράνε μαύρα γάντια
και στραγγαλίζουνε αυτούς που στέκονται με Αλήθεια,
ως και την ίδια την καρδιά που έχουν μες στα στήθια,
ίσως χωρέσει το μυαλό πως φταίει ο εγωισμός μας,
που τον γεννάει ο θάνατος κι αρχίζει ο πανικός μας. 4060
«Άντε και να προλάβουμε μήπως μας διώξει ο μώλος.
Δεν πάει στ' αλήθεια να χαθεί ολόκληρος ο στόλος;
Εγώ κοιτάζω πρώτιστα να 'μαι καλά ο ίδιος
πριν να με βρει ο θάνατος ο αργός ή ο αιφνίδιος.
Εμείς καλά να είμαστε και να γλεντάμε ακόμα». 4065
Πες μου το θες να ‘σαι καλά κι όταν θα μπεις στο χώμα;
Και ζεις σαν μελλοθάνατος και τρέχουνε τα σάλια
για πρόσκαιρη ευτυχία εδώ, γι’ αυτό λες παρακάλια,
και δε σου φτάνει ο καιρός να ‘χεις και στενοχώρια
κι αποφασίζεις να χαρείς δεν έχεις περιθώρια! 4070
Πες μου ποιός σου το έκανε ετούτο το συμβόλαιο
και τρέχεις σαν να σου ‘βαλαν τη λήξη σου εμβόλιο;
Θέλεις να διαδηλώσουμε ενάντια στις κηδείες;
Ή λες ότι τρελάθηκα κι ότι σου λέω βλακείες;
Ε, τότε άσ' τα όλα αυτά, εσύ ‘σαι επαναστάτης 4075
για άλλα πράγματα, μα πες γιατί σ’ αυτό είσαι χάφτης;
Κι ό,τι κι αν κάνεις τη χρωστάς την ίδια τη ζωή σου,
όχι σ' αυτά τ' αφεντικά μα στον Διαιτητή σου,
που όταν σφυρίξει λήγουνε για πάντα οι αγώνες,
γιατί δεν επαναστατείς που δεν σ' αφήνει αιώνες; 4080
Αφού αν δεν μας σημάδευε ο Χάρος σαν ιδέα
από την πρώτη τη στιγμή ως και την τελευταία
και δεν το λογαριάζαμε αυτό για ανυπαρξία,
δεν θα πουλούσαμε φτηνά την κάθε μας αξία,
για να επιβιώσουμε και ο εγωισμός μας 4085
ίσως δεν θα ‘χε νόημα, γιατί ο θάνατός μας
δεν θα μας πανικόβαλε να κυνηγάμε εκείνα,
που τώρα είν’ εφήμερα και λάμπουν σαν ακτίνα
χρυσή και πολυπόθητη, που όλοι τη λαχταρούμε
και τρέχουμε στη λάμψη της νομίζοντας πως ζούμε, 4090
όπως νομίζουν και αυτά τα δύστυχα μυγάκια,
όταν κολλάνε πάνω σε ηλεκτρικά λαμπάκια.
Αν ήμασταν αιώνιοι δεν θα ‘χαν καμιά αξία,
γιατί δεν θα μας κόστιζε τίποτα η απουσία
όλων αυτών που εξάρτηση έχουμε τώρα τόση 4095
και μοιάζει αν κάτι λείψει πως μπορεί να μας σκοτώσει.
Έτσι, η αστοχία μας είναι που αυτήν την ύλη
εμείς Θεό την κάνουμε και τρέχουμε σαν σκύλοι,
για να ικανοποιήσουμε μονάχα τη χημεία
και τρέφουμε τον θάνατο με τη φιληδονία. 4100
Αφού στο χώμα θα βρεθούν όλα όσα είναι σάρκα,,
δεν λέω πως το περιφρονώ, χώμα έχουν και τα πάρκα,
μα μόνο αυτό δεν είμαστε, είναι και κάτι άλλο,
που λέμε Πνεύμα και αυτό δώρο είναι μεγάλο,
μα είναι και ευθύνη μας γιατί είν’ επιλογή μας, 4105
εφόσον μας δωρίζεται από τον Ποιητή μας,
να είμαστε ελεύθεροι κι αν θέλουμε να ζούμε
με Πνεύμα ή μονάχα με το χώμα αν προτιμούμε.
Και βέβαια, το 'χω ξαναπεί, δεν εννοώ για Πνεύμα
εκείνο του εγκεφάλου μας που φτιάχνει κάθε ρεύμα 4110
απόψεων και ιδεών, μορφώσεως ή γνώσης
και δήθεν ευαισθησιών με άπειρες εκπτώσεις.
Πνεύμα είναι να 'σαι ζωντανός, με φως ερωτευμένος,
και ως προς τις απόψεις σου να είσαι πεθαμένος.
Γι’ αυτό και λέω συνεχώς και δες, αν έχω δίκιο, 4115
ότι αυτός ο εγωισμός δεν δίνει το ενοίκιο
μόνο στα αποκτήματα αυτού εδώ του κόσμου
και στη φιλαργυρία μου μα έχει σπίτι εντός μου.
Στη σπουδαιότητα του νου, στις υψηλές ιδέες,
στο ποιός είναι σημαντικός με θέσεις πιο σπουδαίες. 4120
Λέω για τον τρίτο δαίμονα που είν’ η φιλοδοξία,
που ως και μετά τον θάνατο ζητάει υστεροφημία.
Τόσο πολύ ο ταλαίπωρος ο άνθρωπος ζητάει
να βρει έναν τρόπο αιώνια να ζει, γι’ αυτό κοιτάει
σ' αυτό που λέει έργο του να νιώσει μια συνέχεια, 4125
γιατί η ανυπαρξία του, του προκαλεί απέχθεια.
Κι έτσι αφήνει τα ίχνη του ή και τη μυρωδιά του
στη δήθεν σπουδαιότητα που είχαν τα μυαλά του.
Κι ενώ όλα τα κατάλαβε και μας τα είπε ωραία,
δεν είπε πώς γλυτώνουμε απ’ την φρικτή παρέα 4130
που επιμένει ο θάνατος να κάνει στη ζωή μας
κι έτσι τον φόβο έχουμε πάντα συμβουλευτή μας.
Κανείς δεν είν’ ελεύθερος, γι’ αυτό κι η προδοσία
γεννιέται απ’ του εγωισμού τα άγρια θηρία,
που ελεύθερα κυκλοφορούν και είναι λυσσασμένα 4135
κι ο φόβος βρίσκει θύματα που καταδικασμένα
ενδίδουν σ' όποια πρόταση τους δίνει υποσχέσεις
προσωρινής παράτασης ζωής με προϋποθέσεις.
Κι ένα υψηλό επιτόκιο σε πονηριά και ψέμα
και βέβαια την πληρωμή με του αλλουνού το αίμα, 4140
που γίνεται συνήθεια, ώστε να επιβιώσεις,
«Είν’ εγγενές το ένστικτο, γι’ αυτό ενοχές μη νιώσεις!».
Φτιάξε, λοιπόν, στα γρήγορα ασπίδα αναισθησίας,
ζωή είν’ η επιβίωση κι αυτό έχει σημασία!
Πώς να τη βγάλουμε εδώ, γιατί αλλού δεν έχει. 4145
Έτσι, «ο σώζων εαυτόν σωθήτω!» λέει και τρέχει!
Πατάει και τον διπλανό, περνάει απ' το πτώμα,
όμως ο θάνατος γοργά τον κυνηγάει ακόμα.
Κι ούτε περνάει απ' το μυαλό που 'χει ο κυνηγημένος
ότι δεν είν’ αυτό ζωή κι είναι ήδη πεθαμένος. 4150
Όλοι σαν ζόμπι μηδενός αθλίου εξαιρουμένου
και ας μην του κακοφανεί του κάθε αθωωμένου,
που νιώθει καλός άνθρωπος και δεν έχει μετάνοια,
γιατί κανένανε αυτός δεν βλάπτει απ’ τα ντιβάνια,
που στρώνεται αμέριμνος, μα ούτε και του άλλου 4155
μην του κακοφανεί κι αυτού του ψεύτη του μεγάλου,
που διαφημίζει την καλή κι άγια του ευαισθησία,
γιατί βγήκε και έκανε κάποια διαμαρτυρία.
Όποιος αισθάνεται σωστός κατηγορώντας άλλους
και φτιάχνει ιδεολογισμούς σπουδαίους και μεγάλους 4160
και το ξεχνάει πως όλοι μας είμαστε μόνο ζόμπι
και δεν μετανοεί γι’ αυτό, μα οργανώνει λόμπι,
ας πει μες στον καθρέφτη του κοιτάζοντας τον κλέφτη:
«Γιατί έκρυψες το Αληθινό Πρόσωπο, βρε ψεύτη;»
Κι αφού η κουβέντα το 'φερε και για διαλειμματάκι, 4165
θα σου χαρίσω τώρα εδώ ένα παλιό στιχάκι
από αυτά που έγραφα μέσα στην νάρκωσή μου,
όταν αχνά ερχότανε και μίλαγε η ψυχή μου,
που ένιωθα πως ήτανε κάπου φυλακισμένη.
Κοίταζα στον καθρέφτη μου και του 'λεγα θλιμμένη: 4170
- Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, πες μου, ποιά είμαι αλήθεια;
Αυτή που μέσα σου κοιτά ή εκείνη μες στα στήθια;
Ποιά μάτια θα αντέξουνε το βάρος του ονείρου;
Και ποιά θα ρίξουν βλέμματα στις άκριες του απείρου;
Ποιά χείλη θα κρατήσουνε χορό με τη σιωπή μου; 4175
Ποιά θα σιγομιλήσουνε σαν καίγεται η ψυχή μου;
Καθρέφτης: - Το μέσα έξω γίνεται, το είδωλο σαλεύει,
όταν τα φύλλα της καρδιάς η Αγάπη κυριεύει!
Αυτό ήταν το στιχάκι μου εκείνο το παλιό μου
και τώρα ξαναρχίζω το βασανιστήριό μου! 4180
Σε γενικές γραμμές, λοιπόν, και ας τ' ομολογούμε
έχουμε το μικρόβιο που λέει να παραβγούμε,
στο ποιός είν’ ο καλύτερος, στο ποιός είναι ο πρώτος
κι ενώ το θέλουμε πολύ να βγούμε από το σκότος,
δεν μας πονάει αληθινά για την ολότητά μας, 4185
μας νοιάζει για την πάρτη μας και την κοινότητά μας.
Γι’ αυτό σου λέω πού πάνε αυτά, πού πάνε τα πρωτεία,
πού ‘ναι να κλαις και να γελάς, αν στα νεκροταφεία
δεις και εκεί την τάση μας κι εκείνη τη μανία
να λέμε πως διαφέρουμε, γιατί άλλη κηδεία 4190
μπορεί και κάνει ο πλούσιος και άλλη ο φευγάτος
που ‘χει ωραίο μάρμαρο κι είν’ ο σταυρός στυλάτος!
Εν τέλει, αν το ξαναδείς, ούτε ο θάνατός μας
δεν φταίει που είμαστε φθαρτοί, μα φταίει που εντός μας
ζει ένας εαυτο-κράτορας, κρατάει τον εαυτό μας, 4195
που λέγεται εγωισμός και θρέφει το θεριό μας,
που όσο το ταΐζει αυτός, τόσο αυτό θεριεύει
κι ό,τι είναι αληθινή ζωή μέσα μας το φονεύει.
Αυτό γουστάρει πλαστικά, αυτό μας θέλει ψεύτες,
αυτό μας φέρνει πανικό, αυτό μας κάνει κλέφτες, 4200
τον κάθε έναν από μας και όχι κάποιον άλλο,
εμάς που υποφέρουμε και δημιουργούμε σάλο
και φτιάχνουμε πολιτικές και στήνουμε σημαίες
και δεδομένα απ’ την αρχή κι υψώνουμε κεραίες,
μα στην υπηρεσία του την ζούμε την ζωή μας 4205
κι έχει τα ίδια υλικά αυτό το μαγαζί μας,
μ’ εκείνο του συστήματος που τόσο μας τη δίνει
κι όλη σ' αυτό τη ρίχνουμε την μαύρη την ευθύνη.
Μα αν το κλείσουμε εμείς αυτό το μαγαζάκι
και δούνε οι πελάτες μας κι ο εισπράκτορας χαρτάκι 4210
να λέει: «Δεν πουλάμε πια, ούτε και σας χρωστάμε»,
τότε στ’ αλήθεια, φίλοι μου, την κάναμε και πάμε!
Ας ζούμε στην Ομόνοια, ας ζούμε στο Γαλάτσι,
εμείς δεν θα πληρώνουμε ετούτο το χαράτσι.
Αν το «κεφάλι» μόνος σου το «κόψεις» με λεπίδα, 4215
δεν βρίσκουν άλλο παρεκτός κι αν η Λερναία είσαι Ύδρα!
Έτσι είναι, φίλε μου καλέ, γι’ αυτό και σου το λέω,
δεν ζήτησα εσύ να πεις σε μένα το «εγώ φταίω»
ούτε με κόλπων τεχνικές ζητώ να σε στριμώξω
μήπως τυχόν στο μέρος μου το σκορ το μεγαλώσω. 4220
Δεν είναι πως τα λέω αυτά γιατί είναι άποψή μου,
συγγνώμη αν σε πόνεσα, μα τα 'χα στην ψυχή μου,
έγνοια μεγάλη και καημό μήπως και καταλάβεις
ότι η ευθύνη είναι μια κι ίσως να το προλάβεις,
αυτό που έλεγε κάποτε ο Άγιος Ιωάννης, 4225
κι όλοι βουτούσαν στο νερό που είχε ο Ιορδάνης.
Γι’ αυτό φώναζε ο Πρόδρομος: «Παιδιά, μετανοείτε!
Γιατί πια έφτασε ο καιρός στην Βασιλεία να μπείτε.
Σας λέω έρχεται Αυτός που τα κλειδιά κρατάει,
γιατί είναι αληθινά ο Χριστός αυτός που κυβερνάει!» 4230
Σαν παραμύθι φαίνεται το «Δυο χιλιάδες έξι»
να λέμε για Βασίλεια, ο κόσμος έχει τρέξει.
«Ποιός Βασιλέας, ποιός Υιός, αυτά είν’ ξεπερασμένα,
τόσοι αιώνες πέρασαν και φαίνονται σαν ψέμα.
Πού είναι η Βασιλεία αυτή που ‘λεγε ο Ιωάννης, 4235
κι αφού από τότε ερχότανε, πού ‘ν’ τη; Γιατί δεν φτάνει;
Είδες κανέναν Βασιλιά; Και Κείνον τον σταυρώσαν
κι αυτόν που τα 'λεγε αυτά την κεφαλή του κόψαν.
Και από τότε πέρασαν δύο χιλιάδες χρόνια
κι ακόμα περιμένουμε να ‘ρθουνε τα αιώνια!». 4240
Άκουσε, φιλαράκι μου, κοίταξε, κολλητέ μου,
αυτά που λέω κι εγώ εδώ δεν τα 'χα δει ποτέ μου,
ίσως γιατί δεν τα 'ψαξα και ήμουν βολεμένος,
ίσως γιατί ήμουν έξυπνος και ενημερωμένος
με όσα ο φτωχός μου νους μπορούσε να συλλάβει 4245
και μ' όσα τον βολεύανε τότε να καταλάβει
ή και γιατί τα λέγανε αυτοί μ’ άχαρο τρόπο
παπάδες, κατηχητικά κι όσοι ήτανε στο κόλπο,
«πατρίς, θρησκεία, βασιλιάς» και συντηρητικούρα.
Πού να βρω ο αντιδραστικός εγώ σ' αυτά καψούρα; 4250
Εγώ ήθελα τα αίματα κάποιος να μου ανάψει
κι έφτασα ως την κόλαση μα ευτυχώς εντάξει!
Τώρα συνήλθα και θαρρώ στο βούρκο πως δεν είμαι.
Με τράβηξε απ' τα μαλλιά η Αγάπη Του σαν είδε,
πως τρέχανε τα δάκρυα και ζήταγα συγγνώμη, 4255
είδα ποιός είναι ο Χριστός και δεν αλλάζω γνώμη.
Κι ενώ παλιά ανατρίχιαζα ν’ ανοίξω τα βιβλία,
στο τέλος την ξεπέρασα αυτήν την αλλεργία
που ‘χα στην συντηρητική επίσημη εκκλησία,
γιατί πάντα με έδιωχνε στην είπα την αιτία. 4260
Βέβαια, είχα και εγώ μες στον εγκέφαλό μου
τυρόπιτα που σφήνωνε απ’ τον εγωισμό μου
κι ήθελα μόνο ότι έβλεπα εγώ σωστό να κρίνω
κι αυτό το άγριο πάθος μου δεν ήθελα να σβήνω.
Γι’ αυτό σου λέω άνοιξε τα ιερά βιβλία 4265
κι ας μην αντέχεις τον θεσμό που λέγεται εκκλησία.
Μιλάω για την Αγία Γραφή και των Αγίων τους βίους
και για Πατέρων φωτεινών τους λόγους τους αγίους.
Μα θέλει διάκριση κι εδώ, έχει πολλά το ράφι.
Πρόσεξε να μην μπερδευτείς με κανενός σινάφι, 4270
από αυτά που βρίσκουνε και λένε ό,τι να ‘ναι,
σε πρήζουν στην κατήχηση, τα νεύρα σου τα σπάνε.
Διάβασε άγιο Μάξιμο, τον άγιο Σιλουανό μας,
αν θέλεις τον Χρυσόστομο, τον άγιο Συμεών μας,
Παΐσιο, Πορφύριο, άγιο Ισαάκ τον Σύρο, 4275
μα αν δεν μπορείς άσ' τα κι αυτά και κράτα το βιβλίο
που είναι ο Λόγος του Χριστού και μίλα Του ευθέως
σαν να ‘ναι φίλος σου στενός με αγάπη και με δέος.
Κι αν δεν λάβεις απάντηση ή εμένα να με φτύσεις
ή να ζητάς μετάνοια λίγο να καθαρίσεις. 4280
Στην άκρη άσε το λοιπόν αυτήν την αλλεργία.
Πάνε αυτά, περάσανε, άλλα έχουν σημασία.
Να μην τα ξαναπώ εδώ, σε κάποια δίκιο έχεις,
μα έλα που δεν κατάλαβες κι ακόμα δεν κατέχεις
πως άλλο η πολιτική που έχει η εκκλησία 4285
κι άλλο ο Λόγος του Χριστού που είναι κι η ουσία.
Αυτό λοιπόν που ονόμασε Ουράνια Βασιλεία
έρχεται πρώτα στην καρδιά και μοιάζει συν-ουσία,
που νιώθει η ανθρώπινη ψυχή μ' Αυτό που έρχεται εντός μας,
Το Πνεύμα του Δημιουργού που στέλνει ο Χριστός μας, 4290
αφότου Αναλήφθηκε και είπε: «Θα ζητήσω
να στείλει ο Πατέρας μου και θα εγκαταστήσω
μέσα σας τον Παράκλητο που είναι το άγιο Πνεύμα».
Και το ‘κανε αληθινά και πήραν τότε ρεύμα
οι Απόστολοι σαν φώτισε ο νους και τα ‘δαν όλα, 4295
γιατί είχανε πια μέσα τους τη Χάρη πάνω απ’ όλα.
Στέμματα αυτοί δεν φόρεσαν, πρίγκηπες δεν γινήκαν,
μα από τότε πάραυτα στην Βασιλεία μπήκαν.
Κι άλλοι πολλοί σαν και αυτούς γινήκανε δοχεία
λαμπρά του αγίου Πνεύματος κι είδαν τη Βασιλεία. 4300
Μη σε μπερδεύει η λέξη αυτή, εσύ πες πανηγύρι,
αν σε πειράζει τόσο πια που ξύνεσαι απ' τη γύρη.
Αυτή χρησιμοποιήθηκε γιατί τα χρόνια εκείνα
υπήρχανε Βασίλεια και το 'χανε ρουτίνα.
Αν κι έχει βάση σοβαρή και δεν είναι τυχαία, 4305
γιατί είτε το θέλουμε είτε όχι Βασιλέα
Τον ένιωσαν όσοι είδανε και το ‘χαν καταλάβει
ότι Αυτός είν’ Βασιλιάς κι εμείς απλοί εργολάβοι
στην πιο καλή περίπτωση, γιατί αλλιώς οι σκλάβοι
είμαστε του αντίπαλου Του που έπαθε τη βλάβη, 4310
εκείνη του εγωισμού και της υπερηφάνιας
και είναι συνυπεύθυνος στη μοίρα της ορφάνιας,
που ‘χουν τα πριγκηπόπουλα μακρυά απ' το Βασίλειο,
αφού πιστέψανε αυτόν που πλάτη έχει στον Ήλιο.
Έτσι κι αλλιώς οι όροι που εμείς χρησιμοποιούμε, 4315
επειδή είμαστε τυφλοί, είναι απ’ ό,τι βρούμε
μέσα απ’ τους κώδικες αυτούς της συνεννόησής μας.
Να περιγράψεις τον Θεό δεν είν’ της διάστασής μας
δοσμένη δυνατότητα, γι’ αυτό μόνο με μύθους
λέμε τ’ ακατανόητο του απέραντού Του ύψους. 4320
Λοιπόν, παρόλο που αυτοί πρωτύτερα που σου ‘πα,
οι Άγιοι κι οι Απόστολοι «πέσανε μες στη σούπα»,
ακόμα περιμένουμε να έρθει εκείνη η ώρα,
μπορεί να ‘ναι και σύντομα, γι’ αυτό σου λέω προχώρα,
που θα ‘ρθει ο Ερχόμενος, μα όχι ως μέχρι τώρα, 4325
που μόνο μέσα στην καρδιά έφεγγε η ουράνια Χώρα,
μα φανερά απ’ Ανατολή θα φαίνεται ως Δύση
κι η Βασιλεία τις πύλες της τότε θα τις ανοίξει.
Που αυτό σημαίνει τότε πως όλη η ανθρωπότης
ή όσοι το επιλέξουνε, θα λάμψουν απ’ το Φως της. 4330
Κι αυτό θα είναι φανερό και θα αγιάσει η πλάση
ως και τα λεωφορεία μας σε κάθε μία στάση,
έλεγε κι ο Παΐσιος, Αγίους θα μας δείχνουν
αντί γι’ αυτά τα εκτρώματα που τώρα καταπίνουν
αχόρταγα το βλέμμα μας, τότε θα έρθει η μέρα, 4335
που δεν θα καρτερούμε πια να λήξει την εσπέρα.
Το πότε δεν το ξέρουνε ούτε οι άγγελοί Του,
μα είπε όταν το ρώτησαν οι άγιοι Απόστολοί Του,
πως αν καταλαβαίνουμε ότι έρχεται το θέρος
παρατηρώντας της συκιάς το ώριμο το μέρος, 4340
που είν’ ο ωραίος της καρπός σαν έχει μαλακώσει,
τότε θα καταλάβουμε με ευκολία τόση,
πως τα σημάδια του καιρού τον ερχομό αναγγέλουν
κι ότι η πρώτη σάλπιγγα θα ηχήσει του αγγέλου!
Τώρα πολλά τα είπα εδώ και «ο νοών νοείτω», 4345
μα αν θέλεις περισσότερα πες πρώτα «γεννηθήτω
το άγιό Του θέλημα» κι η «Βασιλεία ελθέτω»,
δες και την Αποκάλυψη κι ό,τι φωτίσει δες το.
Κι έχε το νου σου άγρυπνο μήπως και δεις σημάδια
να λεν πως ήρθε ο καιρός να βγούμε απ’ τα σκοτάδια. 4350
Και ψάξε τα Ευαγγέλια που λεν πως Βασιλεία
είναι σποράκι στην αρχή, δεν δίνεις σημασία,
μα αν η καρδιά σου μοιάζει με τσιμέντο δεν φυτρώνει,
αν όμως είναι δεκτική, δένει και μεγαλώνει.
Συνέχεια ο σπόρος ο καλός που είν’ ο άγιος Λόγος 4355
πέφτει σε κάθε μια καρδιά, μα δεν αφήνει ο φόβος,
που ‘χουν οι βεβαιότητες και ο εγωισμός μας
να βγάλει ρίζες και κλαδιά και ν' απλωθεί εντός μας.
Πολλές φορές τον βλέπουμε με κάποια υπεροψία,
γιατί ‘ναι απλός κι ασήμαντος δεν πάει στα μεγαλεία, 4360
που ψάχνει ο εγκέφαλος στις υψηλές ιδέες,
ζητάει να βρει ευαίσθητες κι αληθινές κεραίες
που έχουν μόνο τα παιδιά και οι απλοί ανθρώποι,
που ‘χουν απέραντη καρδιά σαν να ‘ναι βοσκοτόπι.
Δεν ψάχνονται και δεν ρωτάν, λένε το ναι αμέσως. 4365
Χριστέ μου λεν και Παναγιά και δεν ζητούν εμμέσως
λόγια κι επιχειρήματα σαν και αυτά που γράφω,
μα εγώ τα γράφω για εσάς που τώρα συνυπάρχω.
Κανένας απλός άνθρωπος με ειρήνη στην καρδιά του,
δεν θα χρειάζονταν αυτήν την ζάλη στα αυτιά του. 4370
Έλα όμως που φτάσαμε σ’ αυτό τ’ άγριο σημείο,
που και ο Λόγος του Θεού χρειάζεται πτυχίο!
Γι’ αυτό και τα ‘πα μια φορά σε κάποιον θεολόγο,
που τώρα τον ευγνωμονώ, γιατί μου ‘πε τον Λόγο
με τρόπο πολύ έντονο κι επίμονο και… sorry! 4375
Δεν άντεξα κάποιες φορές την πίεση και το ζόρι,
που θέλει η μετακίνηση σαν είσαι κολλημένος,
όσο κι αν θες να κουνηθείς και είσαι απελπισμένος.
Έχει τεράστια δύναμη η ανθρώπινη η «σάρκα»
και μόνο με την Χάρη Του γλυτώνεις απ' την τράκα 4380
με την ουρά που έχει το παμπόνηρο μυαλό σου.
Γι’ αυτό απαιτεί μετάνοια να έχεις πάντα εντός σου.
Και επειδή τα λέω εδώ μια κι έξω όλα χύμα,
θα παραθέσω και σε σας όση του είπα ρίμα
μήπως τυχόν και θέλετε σε μένα να την πείτε, 4385
άμα κι εγώ σας έκανα πολύ να ζοριστείτε.
Πάντως, το λέω εξ αρχής πως του ‘χω εμπιστοσύνη
κι απέραντη, αδελφική για πάντα ευγνωμοσύνη,
γιατί άμα δεν επέμενε με του Θεού τη Χάρη,
ακόμα θα ‘ψαχνα να βρω που γίνεται παζάρι! 4390
Το θέμα είν’ η μετάνοια και η κατάκρισή μας
και κάνω μια σύνδεση στον ανταποκριτή μας:
Να νιώσουμε μετάνοια πάει να πει το νου μας
πια να τον ξεκαρφώσουμε απ' τη θέση του μυαλού μας.
Άλλο μυαλό και άλλο νους, μυαλό είν' η χημεία 4395
και νους σημαίνει άνθρωπος μα έχει σημασία
να τον τοποθετήσουμε βαθιά μες στην καρδιά μας,
μην ψάχνεις για να βρεις το πώς, αυτό δεν είν’ δουλειά μας.
Άλλος θα το φροντίσει αυτό, αρκεί να το δεχτούμε,
να το αποφασίσουμε και να Του το ζητούμε. 4400
Γι’ αυτό και λέω τόσα πολλά για τον καθένα φίλο,
δεν τα ‘χω με τα πρόσωπα, μα μόνο με τον σκύλο
που μας δαγκώνει το μυαλό και σκλάβο του το έχει,
για να νομίζουμε εμείς πως τίποτα δεν τρέχει.
Και ψάχνουμε ανθρώπινους τρόπους και διαφωνούμε 4405
κι έτσι ξεφεύγει ο εχθρός και άλλον κυνηγούμε.
Γι’ αυτό άσ’ την κατάκριση κι αυτό που λες αγώνα
και πες καμία προσευχή να λιώσουνε τα χιόνια!
Δεν θα τελειώσει πια ποτέ ετούτο μεταξύ μας
και μάλλον θέλουμε εδώ μαζί τον Διαιτητή μας, 4410
για να σφυρίξει δυνατά τη λήξη στο παιχνίδι,
γιατί γλυστράει πια πολύ ετούτο το γρασίδι.
Δεν είν' το θέμα μας εδώ τρικλοποδιά να βάλεις,
έτσι γιατί σου έρχεται και κοίτα να το βγάλεις
το θέμα της μετάνοιας σε στυλ δικαστηρίου. 4415
Νικάει η Αγάπη έναντι του σωφρονιστηρίου!
Και η μετάνοια καθενός είναι δικό του θέμα,
πρέπει να είν’ απ’ την καρδιά και την χρωστάμε σ’ Έναν!
Κι ας μας πονάει που Αυτός τα πάντα έχει σηκώσει
στον άγιό Του το Σταυρό, για να μας τη γλυτώσει, 4420
κι εμείς κοιτάμε του αλλουνού το αγκάθι μες στο μάτι
κι απλώνουμε το δάχτυλο κι όλο του λέμε κάτι,
θαρρείς κι εμείς δεν έχουμε στο μάτι μας δοκάρι
κι αρχίζουμε τις κόντρες μας και κάνουμε παζάρι,
ποιός το διαχειρίζεται καλύτερα το θέμα. 4425
Καν’ τα εσύ όλα σωστά κι ύστερα πες σε μένα.
Γιατί κι αν ειν’ δουλειά σου αυτή, εμένα να διορθώσεις,
βρες πρώτα πώς να συγχωρείς κι ίσως το μετανιώσεις.
Άλλος πιο λίγο, άλλος πολύ όλ’ είμαστε τα ίδια
κι αν δεν μας συγχωρέσει Αυτός, θα πάμε στα τσακίδια! 4430
Μέχρι όμως να ‘ρθει ο Κριτής τα λάθη να μετρήσει,
ας ψάξει ο καθένας μας και ας αναζητήσει,
πού βρίσκεται η Αγάπη Του που όλους μας χωράει
και την χορταίνει την φτωχή την πόρνη που πεινάει.
Κοίτα εσύ να βρεις «τροφή» για κάθε «πεινασμένο», 4435
αντί να τον χτυπάς γιατί τον είδες «λερωμένο».
Σ’ αυτά τα χαρακώματα σηκώνουμε κεφάλι
κι ύστερα δεν αντέχουμε το μαύρο μας το χάλι.
Δεν σου τα λέω όλα αυτά για να σου πω δεν φταίω,
μα είναι μέσα μου βαθιά και στην καρδιά μου κλαίω 4440
για σένα που τον κώνωπα διυλίζεις κάθε τόσο.
Η Αγάπη Του σε κυνηγάει και κάνεις τον καμπόσο!
Για κόψε το «κεφάλι» σου, κύριε Θεολόγε!
Τις υποσημειώσεις σου μη μου φωνάζεις «τρώγε».
Όποιος Χριστό αγάπησε και κάηκε η καρδιά του 4445
κι ανοίγει πια διάπλατα όλη την αγκαλιά του.
Εκείνος ξέρει σίγουρα πόσο πολύ εμείς φταίμε,
όμως μετράει τα δάκρυα, όταν μας δει να κλαίμε
κι αρχίζει τότε η γιατρειά και φεύγει η απελπισία.
Αυτό, λοιπόν, κάνε κι εσύ, σ’ όποιον δοκιμασία 4450
περνάει μέσα στην καρδιά κι αντί να τον προγκήξεις,
βούτηξε το μαντήλι σου, τα δάκρυα να σφουγγίξεις.
Τι να πετύχεις άλλωστε, άντε και βρήκες λάθος,
πες προσευχή στην Παναγιά: «Αχ! Πάρε του το πάθος!».
Έτσι και για εσένανε θα πω στην προσευχή μου, 4455
γιατί έκανα κι υπομονή και την υπακοή μου
και ωφελήθηκα πολύ μα έχασα σε ένα:
Δεν είδα να γιατρεύεται το πάθος και σε σένα.
Γιατί συνέχεια μου χτυπάς την κάθε αμαρτία
κι αν μπαίνω σε μετάνοια και θέλω ησυχία, 4460
εσύ ταράζεις τα νερά, ήσυχη δεν μ’ αφήνεις.
Αφού πια τόσο σε χαλάει, τι θέλεις και το πίνεις;
Αν δεν αντέχεις τα σκατά μην πας και τα ζυγώνεις,
γιατί μ’ αυτήν την τακτική να ξες τα μεγαλώνεις.
Όλοι είμαστε άρρωστοι, μα αυτός δεν είναι λόγος 4465
να βγαίνει από τα χείλη μας κατάκριση και ψόγος
και να κοιτάμε ύποπτα να δούμε «ποίος φταίει»,
γιατί ποτέ δεν είμαστε αθώοι και ωραίοι.
Και κοίτα τα ‘βαλε μαζί ο Χριστός μας χέρι-χέρι,
την φρονιμάδα του φιδιού με τ’ άσπρο περιστέρι, 4470
όμως εσύ θες του φιδιού την τέλεια φρονιμάδα
και θες η αθωότητα να γίνει με μπουγάδα!
Τον βάζεις στο πλυντήριο τον άλλον για ν’ ασπρίσει,
γιατί είσαι συ ο έξυπνος και διατυπώνεις κρίση.
Κοίτα να μην μπερδεύεσαι σε αλλουνού ευαγγέλια 4475
και κάνεις τον κατήγορο και γίνεσαι για γέλια.
Κι ύστερ’ αναρωτιέσαι τι σε έβαλε στον Άδη
και δεν το πιάνεις ούτε αυτό το τρανταχτό σημάδι.
Μα λες πως φταίει αυτηνής η τάση για πορνεία,
της αλληνής η εξάρτηση απ’ τη φιληδονία. 4480
Παρέα δεν κάνει η Αγάπη μας με λογισμούς, μπουμπούνα,
γι’ αυτό τρέχουν τα σάλια σου κι έρχεται η «γουρούνα» (φιληδονία)
Κοίτα εσύ από αυτήν πρώτα να τη γλυτώσεις
κι ύστερα δες μήπως μπορείς κι εκείνες να τις σώσεις.
Γιατί αυτές σου δίνουνε ψωμί για να χορτάσεις 4485
κι εσύ το τρως και ύστερα κοιτάς να τις δικάσεις,
γιατί ήταν λες σκάρτο ψωμί, με χώμα πατημένο,
όμως τώρα που χόρτασες το λες και λερωμένο.
Το δείχνεις με το δάχτυλο μα πάλι αν πεινάσεις,
κοίταξε τότε να το δεις και να το αηδιάσεις. 4490
Και τότε μην τυχόν το φας μα ούτε να το φτύσεις,
αν αγαπάς, κοίτα απαλά να τους το καθαρίσεις.
Γιατί αν κάποιος αδερφός μπερδεύεται και φταίει
και τον πονάει ο κάλος του και βλέπεις ότι κλαίει,
παρότι η μετάνοια είναι το γιατρικό του, 4495
εσύ ‘σαι νοσοκόμος του και στειλ’ τον στον γιατρό του.
Όμως μην κάνεις, φίλε μου, πως είσαι ο χειρούργος
και δίχως αναισθητικό τον σφάζεις ο πανούργος,
γιατί κι ο οδοντίατρος στο δόντι που πονάει,
πρώτα δίνει παυσίπονο και ύστερα αρχινάει 4500
και πιάνει το νυστέρι του και λέει στον πονεμένο:
- Μη μου φοβάσαι, ασθενή, στο ‘χω κιόλας βγαλμένο.
Έτσι το κάνει κι ο Χριστός και πρώτα δίνει «τζούρα» (=Χάρη)
να πάρει λίγη πάνω του ο άνθρωπος ζαλούρα, (=αντοχή, κουράγιο)
για να αντέξει η καρδιά να μπει στο χειρουργείο. 4505
Και δεν το κάνει να φανεί μάχη εν πόλεμω αγρίω,
παρόλο που είναι ο εχθρός έν’ άγριο θηρίο!
Πρώτα ζεσταίνει την καρδιά, την βγάζει απ’ το ψυγείο,
και δυναμώνει μέσα μας πολύ την αντοχή μας
και από θείο Έρωτα αυξάνει η υπακοή μας. 4510
Τώρα άμα κάποιοι άνθρωποι γενναίοι ασκηταράδες
έχουν καρδιά ατρόμητη μπροστά στις Συμπληγάδες
και βάζουν πρώτοι το κορμί και πρώτοι την ψυχή τους,
για να περάσουμε εμείς που είμαστε ακόλουθοί τους,
δεν είπαν σε κανένανε απ’ τους απλούς ανθρώπους: 4515
«δεν μ’ ενδιαφέρει τι θα πεις, εγώ είμαι απ’ τους πρώτους
κι αφού εγώ το μπόρεσα κι εμπόδια ξεπερνάω
κι εσύ απαιτώ να το μπορείς και δεν στο συγχωράω!».
Αυτό μπορεί να ειπωθεί στην τελική την Κρίση
από το στόμα του Χριστού, αφού όλα τα ζυγίσει, 4520
ο Δίκαιος Αυτός Κριτής ο Αναμάρτητός μας,
που ξέρει και τι κάνουμε και τι υπάρχει εντός μας.
Ξέρει και τις προθέσεις μας, ξέρει τις αντοχές μας,
γνωρίζει τα εμπόδια και τις επιλογές μας,
τα ψέματα που είπαμε, αλήθεια αν αγαπάμε, 4525
τα τάλαντα αν ξοδέψαμε και πόσα Του χρωστάμε.
Γι’ αυτό έγινε άνθρωπος ο σπλαχνικός Θεός μας,
για να ‘ναι Δίκαιος Κριτής και τέλειος αδερφός μας,
Φίλος μα και Πατέρας μας, ταπείνωση, θυσία,
μα και υπέρλαμπρος Θεός με άναρχη Ουσία! 4530
Όσοι λοιπόν κατάφεραν να καταλάβουν κάτι,
μίλησαν για μετάνοια με έμπνευση κι αγάπη
και ρίξαν μαύρα δάκρυα για κάθε αδερφό τους
κι ολημερίς προσεύχονταν για τον συνάνθρωπό τους.
Για όλους όσους πνίγονται και ζούνε στα σκοτάδια 4535
κι από την αμαρτία τους είν’ η καρδιά τους άδεια.
Και κάποτε ένας μοναχός – μας λέει ο Σωφρόνιος
που ο λόγος του είναι βαθύς και θησαυρός αιώνιος –
ένιωσε μέσα του βαθιά την τόση αμαρτία,
που έχει ο κάθε άνθρωπος μέσα στην κοινωνία 4540
και όπως προσευχότανε του ήρθε απελπισία
και είπε: «Δεν γλυτώνουμε από την τιμωρία!»
Τότε ήρθε ο ίδιος ο Χριστός και του είπε: «Μη σε νοιάζει
με ένα “Κύριε ελέησον” ο άνθρωπος “τη βγάζει”».
Και κείνος τότε άρχισε ανάποδα να κλαίει. 4545
«Και τότε εγώ τι κάνω εδώ που βρίσκομαι» Του λέει
και του απάντησε ο Χριστός: «Πολλά είναι τα παιδιά μου,
μα κάποια απ’ αυτά θα δεις να είναι πιο κοντά μου!».
Μα λέει κι ο Παΐσιος να ‘ναι η προσοχή μας
στραμμένη στην μετάνοια κι όχι στη διάκρισή μας: 4550
Γιατί αν βρεθούμε κάποτε στου Ουρανού την Πύλη
ίσως μας πει ο Ύψιστος ήρθανε μύριοι χίλιοι
και γέμισε ο Παράδεισος, δεν σε χωράει μέσα,
τότε έχεις δυο επιλογές ή να Του πεις με μπέσα:
«Δόξα Σοι Κύριε γι’ αυτό, πονάω αλλά γιορτάζω 4555
όλη την ανθρωπότητα σωσμένη να κοιτάζω».
Ή να σκεφτείς πως άδικα τα έχεις κάνει όλα
και να τραβήξεις σπίτι σου να πιεις μια κόκα-κόλα.
Σε τούτη την περίπτωση έχασες ευκαιρία
και μόνος σου επέλεξες αυτήν την τιμωρία, 4560
να ‘σαι μακρυά απ’ του Χριστού την άγια Παρουσία,
γιατί Παράδεισος Αυτός είναι και σημασία
έχει μονάχα να θωρείς το Φως στο Πρόσωπό Του,
γι’ αυτό και στην περίπτωση του σεναρίου του πρώτου,
αν δει πως στην Αγάπη Του έχεις εμπιστοσύνη, 4565
το χέρι Του θ’ απλώσει και απ’ έξω δεν σ’ αφήνει.
Κι ίσως να πει σε σένανε: «Για την περίπτωσή σου
έχω ετοιμάσει ρετιρέ εξτρά στην διάθεσή σου!»
Αυτά είπε ο Παΐσιος και δάκρυα μου φέρνουν,
Χριστό γεμίζουν την καρδιά και το μυαλό μου παίρνουν! 4570
Γι’ αυτό δε λέει ν’ αράξουμε βαθιά στην πολυθρόνα
με κοκα-κόλα κι αραχτά να ζούμε εις τον αιώνα.
Και να το βάλουμε καλά, να είναι στο μυαλό μας
ότι η θέση του κριτή είναι για τον Χριστό μας,
εμείς την δυνατότητα έχουμε μόνο εκείνη: 4575
Να μην γυρεύουμε απ’ αλλού συνέχεια την ευθύνη.
Αυτό ειν’ από μόνο του εκείνο το «εγώ φταίω»,
να κλείνουμε το στόμα μας ακόμα και σ’ εβραίο
που ξέρει μόνο εντολές που ‘ναι στ’ αλήθεια Δέκα
κι έχει μονάχα αυτές ιερό, δεν έχει εκείνος Μέκκα 4580
ούτε γνωρίζει ο δύστυχος ότι ήρθε η Αγάπη,
έχει μόνο τον Νόμο Του γραμμένο στο κιτάπι.
Ξέρει ως τη μέση του Θεού την άγια Πορεία
δεν ξέρει ότι ο Χριστός στην Σταυρική θυσία
φορτώθηκε και σήκωσε την αμαρτία όλη 4585
κι έτσι τη δυνατότητα φορέσαμε βραχιόλι,
με βάπτισμα να παίρνουμε του Πνεύματος τη Χάρη
και πως δεν έβαλε ο Χριστός τον Νόμο για παζάρι
και για μεζούρα να μετράει μ’ αυτόν την αμαρτία,
γι’ αυτό με τη θυσία Του έφερε Σωτηρία. 4590
Ισχύει βέβαια ο Νόμος Του, όμως κι ο Παύλος είπε
πως αν ισχύει μόνο αυτός τότε αδίκως ήρθε
κι αδίκως θυσιάστηκε αν όλα μείναν ίδια.
Μα Αυτός με τη θυσία Του σήκωσε τα βαρίδια
του Νόμου κι είπε: «Είμαι Εγώ το Φως και η Αγάπη, 4595
κι όποιος Εμένα ακολουθεί, ανάπαυση θε να βρει».
Δεν είπε, «έλα πίσω μου και ακολούθησέ με,
μα αν τυχόν τον Νόμο μου δεν ξέρεις, ξέχασέ με».
Η Αγάπη είναι Αυτός, γι’ αυτό μία στιγμούλα μόνο
χρειάστηκε να γιατρευτεί η πόρνη που τον Νόμο 4600
δεν τον ετήρησε ποτέ, μα ένιωσε ευγνωμοσύνη,
γιατί είδε Εκείνον που απλά την αμαρτία σβήνει,
όχι σαν την παράβαση που σβήνει ο τροχονόμος,
μα με Αγάπη όποιον πεινά χορταίνει, ώστε ο Νόμος
δεν του χρειάζεται αυτού που είναι χορτασμένος, 4605
την αμαρτία γύρευε γιατί ήταν πεινασμένος.
Από αυτό το νόημα φαίνεται να προκύπτει
η ανάγκη του χριστιανού με την νηστεία να νίπτει
συμβολικά και ουσιαστικά το νου μα και το σώμα
από της αμαρτίας του το μαζεμένο χώμα, 4610
που συσσωρεύει ο θνητός γιατί είναι πεινασμένος
κι από αληθινή τροφή πολύ πια στερημένος
κι αποφασίζει όσο μπορεί το «χώμα» να εξαιρέσει,
για να αφήσει στην καρδιά καμία άδεια θέση
μήπως κι η πείνα η δυνατή απ’ το Χριστό ζητήσει 4615
να δώσει Αληθινή τροφή κι έτσι να την γεμίσει,
ώστε να μη γυρεύει πια εκείνη τα σκουπίδια,
αφού τώρα την χόρτασε η Αγάπη Αυτή η Ίδια!
Και με αυτήν την έννοια να σβήσει η αμαρτία,
αφού η καρδιά πια γέμισε με αληθινή Ουσία 4620
κι όχι σαν επιβράβευση για την καλή νηστεία,
όπως το λέγαν κάποτε στα παρθεναγωγεία.
Εδώ είν’ ένα ευαίσθητο πολύ λεπτό σημείο,
γιατί ο Παντοδύναμος δεν δίνει το… «πτυχίο»
μόνο στους πρώτους μαθητές, το έζησε κι ο Παύλος 4625
και το ‘δε πως διακόπηκε ο κύκλος μας ο φαύλος:
Στο εξής με την μετάνοια συγχώρεση ανατέλλει,
το «ΤΙΜΩΡΙΑ ΚΙ ΕΓΚΛΗΜΑ» ήταν ως τότε εντέλει.
Μα ο Χριστός το σύστημα το άλλαξε εκείνο
και είπε «μια συμβουλή σας λέω και σας δίνω, 4630
αν σας χτυπήσουν απ’ τη μια, στρέψετε και την άλλη»
κι όταν ο Πέτρος δίστασε να βαπτιστούν οι άλλοι,
οι αμαρτωλοί, οι εθνικοί που Νόμο δεν γνωρίζαν,
όραμα είδε ζωντανό που άλλαξε ό,τι ορίζαν,
ως τότε αυτά που ήξερε πως έλεγε ο νόμος 4635
και άκουσε απ’ τον Θεό να λέει ότι ο κόσμος
δεν είναι πια ακάθαρτος, όπως το ‘χε γνωρίσει,
γιατί ο Ίδιος θέλησε να τονε καθαρίσει.
Κι έτσι του το ‘πε στ’ όραμα «να φάει από όλα»
μες στο σεντόνι τ’ ουρανού κι όχι απ’ την κατσαρόλα, 4640
τα ζώα που του έστειλε για να τον ειδοποιήσει,
ν’ αποδεχτεί τους Εθνικούς κι ευθύς να τους βαπτίσει.
Κι ο Πέτρος πήγε ν’ αρνηθεί γιατί τα θεωρούσε
ακάθαρτα, μα ο Χριστός με τούτο εννοούσε
πως όλα καθαρίζονται με τ’ άγιο θέλημά Του 4645
και ότι ως κι οι Εθνικοί ήταν κι αυτοί παιδιά Του.
Αυτό ήταν μια παρένθεση κι έφυγε το μυαλό μου
με αφορμή το σχόλιο σ’ όποιον συνάνθρωπό μου
έμεινε μόνο στην Παλαιά αγία μας Διαθήκη
και δεν κερδίζει ο φτωχός απ’ του Χριστού τη Νίκη. 4650
Γι’ αυτό ο Εβραίος στέγνωσε και ψάχνει αλλού για ρεύμα,
στην εξουσία του χρήματος και δεν ζητάει Πνεύμα.
Μα προσευχήσου και γι’ αυτόν τον περιούσιό Του
λαό που δεν κατάλαβε κι έχασε τον Θεό του.
Ποτέ δεν ξέρεις και αυτού η ψυχούλα αν Τον γυρέψει, 4655
μα ξέρει σίγουρα ο Χριστός κι ίσως του την γιατρέψει.
Άλλωστε το ‘πε έμμεσα, μην ψάχνεις με κεφάλι,
γιατί είναι όλα ανάποδα κι αυτός που βλέπεις χάλι
είναι ο πρώτος στη σκηνή κι ας μοιάζει ο τελευταίος
ξεκόλλα, αδερφέ, γιατί είν’ ο καιρός πια νέος! 4660
Μην ψάχνεις λάθος και σωστό και τα μετράς με πάθος.
Ξέρει η καρδιά πώς το σωστό να βρίσκει μες στο λάθος.
Μην εστιάζεις στο σωστό, γιατί είπε, θα δείτε,
όσοι να σώστε την ψυχή κοιτάτε, θα χαθείτε
κι όσοι ρισκάρετε γι’ αυτό που λέει η καρδιά σας, 4665
αυτό το ρίσκο της ψυχής θα ειν’ η γιατρειά σας.
Δεν είναι πως μας πρότεινε στα κουτουρού να ζούμε,
μα είναι πως μας ζήτησε μονάχα ν’ αγαπούμε,
ό,τι τυχόν κι αν κάνουμε μα όχι με το μυαλό μας,
μ’ αυτό που λέγεται καρδιά και λέει στον διπλανό μας, 4670
εγώ σε δέχομαι, αδερφέ, έτσι όπως και να ‘σαι
και σου σηκώνω το σταυρό, μην κλαις και μη φοβάσαι.
Μ’ αρέσει η καρδούλα σου κι εγώ πεινάω γι’ αγάπη
κι αν έχεις «ξεροκόμματο», δώσε κι εμένα κάτι.
Αυτό μου μοιάζει ανθρωπιά, αυτός ειν’ ο πλησίον, 4675
που σαν βαθιά του αιμορραγεί και όλος στάζει πύον,
δεν του φωνάζεις «άσωτε, για σκούπισε τα πόδια,
για να μπεις στο παλάτι μας πλήρωσε τα διόδια!».
Γιατί ο Πατέρας χαίρεται, θα τον καλωσορίσει,
θα καθαρίσει τη βρωμιά και στ’ άσπρα θα τον ντύσει. 4680
Και σ’ όποιον κακοφαίνεται γιατί ζητούσε εντάξει
πρώτα να είν’ ο αδελφός για να ‘ναι όλα σε τάξη,
ας πάει να πει παράπονα, γιατί την πρώτη θέση
την πήρε τώρα ο άσωτος και θα φορέσει φέσι.
Στα είπα κι άλλη μια φορά και πάλι επιμένεις, 4685
δεν με πειράζει, έμπνευση έτσι κι αλλιώς μου φέρνεις,
μα θα γιορτάσω πιο πολύ όταν συγχωρεθούμε
και ας μην έχουμε μετά ούτε λέξη να πούμε.
Έτσι κι αλλιώς δεν γίνεται ποτέ ο Λόγος λόγια.
Αυτά είν’ κατά προσέγγιση κι όχι για στενοχώρια. 4690
Μα ευχαριστώ που έδωσες αυτήν την αφορμή μου
και πέρασα ευχάριστα, μα είναι και τιμή μου
σε σένα που είσαι αθλητής πιο πρώτος από μένα
και που τόσα μου έμαθες σαν τα ‘χα εγώ χαμένα
να λέω τόσα πράγματα στα ίσια και σταράτα, 4695
ενώ στ’ αλήθεια θα ‘πρεπε να πλύνω λίγα πιάτα.
Ευχαριστώ κι Εκείνονε που συνεχώς μου δίνει
στιχάκια για παρηγοριά μέσα σ’ αυτή τη δίνη.
Μα του ζητώ συγχώρεση, γιατί η Ευχούλα μόνο
φτάνει να ‘ναι στα χείλη μας και να χαράζει δρόμο. 4700
Ας είναι όμως και αυτά δική Του οικονομία
κι ας είν’ σε Κείνον προσευχή, σε σένα ευλογία.
Και σε εμένα την φτωχή και τον εγωισμό μου,
ας είν’ να δώσει η Παναγιά, να γίνει το καλό μου,
σαν Μάνα που είναι Σπλαχνική κι Ελευθερώτριά μας, 4705
να βγάλει απ’ τη φυλακή του πάθους την καρδιά μας!
Και μη με συναγωνιστείς σ’ αυτό το παιχνιδάκι,
δεν σκέφτομαι για να τα πω ούτε γνωρίζω κάτι,
μα έναν παράξενο ρυθμό ακούω απ’ την καρδιά μου,
που ψιθυρίζει όλα αυτά σαν να μην είν’ δικά μου. 4710
Ούτε και ξέρω τι θα πω, όταν το ξεκινήσω,
μπαίνω στο παραλήρημα κι όλο ζητάω να κλείσω
και δεν γνωρίζω εξαρχής αυτό που τελειώνει
κουράζεται το χέρι μου και το μολύβι λιώνει.
Μα να που το ‘θελα παλιά σ’ ένα παλιό στιχάκι 4715
που το ‘γραψα για προσευχή, γιατί είχα ένα σαράκι:
«Άιντε, οι σιωπές να μίλαγαν κι οι πόθοι μας να λέγαν,
τα μάτια να ζωγράφιζαν κι οι δισταγμοί να φεύγαν!
Άιντε, ποτάμια να 'φτιαχναν, ρυάκια και σταγόνες
και να χορεύαν το σκοπό, στιγμούλες και αιώνες! 4720
Κι ο χρόνος να καθότανε μαζί κρασί να πιούμε,
να μην ζητάει στο αύριο ούτε στο χθες να ζούμε!».
Ίσως και να ‘ναι οι σιωπές, αυτές που μας μιλάνε
και γράφουν τα στιχάκια μας, για να τις τραγουδάμε.
Έτσι κι αλλιώς τα στόματα, τα ‘χουμε βουλωμένα, 4725
μα όμως τα χορεύουμε όσα είναι μαζεμένα.
«Σ' αυτό είν’ ο κόσμος, μάτια μου, μην ψάχνεις παραπέρα
γη και νερό μα και φωτιά, μαζί με τον αέρα
χαρμάνι ανακατέψανε και με το Φως αντάμα
στήσαν χορό γιατί άρχισε του σκοταδιού το κλάμα!». 4730
Γιατί πια το κατάλαβε, το ξέρει το σκοτάδι,
πως ξεκινήσαμε χορό, γιατί ήρθε Φως στον Άδη.
Και πως «θα ‘ρθει ξημέρωμα που το γαλάζιο νήμα
θα απλωθεί ως της καρδιάς το πιο βαθύ το κύμα!
Κι εγώ ηλιοβασίλεμα ξανά δεν θα κοιτάξω 4735
σ’ όλης της γης τα πέρατα θα βγω να το φωνάξω
ότι έρχεται Ανατολή κι ότι κρατάει το νήμα
και όσα ήρθαν και θα ‘ρθουν, θα πω δεν είναι κρίμα».
Φτάνουν λοιπόν τα εσύ φταις σ’ αυτό κι εγώ σ’ εκείνο
σε τούτους τους λογαριασμούς, τ’ αυτιά μου πια τα κλείνω 4740
και θα ακούω Εκείνονε που θέλω για οδηγό μου
και λέγε μου εσύ ότι λες πως είν’ το γιατρικό μου.
Εκτός κι αν έχεις έμπνευση να μου τα λες για Κείνον,
οπότε πάω πάσο εγώ και πες τα μου, δεν κλείνω
τ’ αυτιά μου, τα κρατώ ανοιχτά, μα θέλω από σένα 4745
να με εμπνέεις, να σε δω στην πράξη να ‘στε Ένα!
Συγχώρεσέ με άλλη μια, συγχώρα με για πάντα
κι άνοιξε την καρδούλα σου, μην πας στην άλλη μπάντα.
Εγώ σου λέω σ’ αγαπώ, γι αυτό σε συν-χωράω,
μα δεν θα κάτσω και πολύ εδώ για να τις φάω. 4750
Άμα γουστάρεις μποξ εσύ, βρες άλλονε να θέλει.
Εγώ θα σβήσω τα παλιά και θα ριχτώ στ’ αμπέλι!
Στη μέθη της συγχώρεσης, στη μέθη της μετάνοιας,
στη μέθη της Αγάπης Του εκείνης της νηφάλιας!
Κι αν κάνω λάθος θα φανεί, μη βιάζεσαι να τρέξεις, 4755
κοίτα εσύ τα λάθη σου κι αγάπα για ν’ αντέξεις.
Γιατί μπορεί να χάσουμε μ’ αυτά το πανηγύρι,
οι άλλοι ήδη «χορεύουνε» κι εμείς στο μίρι-μίρι.
Ελπίζω να κατάλαβες, γιατί εγώ δεν ξέρω,
τι έχω γράψει ως εδώ και μέσα μου υποφέρω, 4760
γιατί αν δεν κατάλαβες, εγώ πάω να σκάσω
να ξέρεις από δω και μπρος, στα είπα, θα σωπάσω.
Όχι γιατί δεν σ’ αγαπώ, μα δε με παίρνει άλλο
η ελευθερία επιλογής, δώρο είναι μεγάλο!
Και δεν θα σκάσω και μεμιάς την πόρτα εγώ θα κλείσω, 4765
γι’ αυτό στα λέω εδώ πολλά, για να μην μαρτυρήσω
απ’ τ’ άγριο σου κόλλημα και την χοντρή σου πλάκα,
σαν μου φωνάζεις «εσύ φταις» ενώ μου κάνεις τράκα!
Θέλω να γίνουμε όμορφοι, να χαίρομαι να βλέπω
τον ξύλινο Πινόκιο να λέει στον Τζεπέτο: 4770
«Αχ! Τι καλά που έγινα άνθρωπος σαν κι εσένα,
χτυπάει η καρδούλα μου κι όλους μας νιώθω Ένα!».
Και μη μου λες συνέχεια και μου υπενθυμίζεις,
δεν το γνωρίζω λες αυτό; Έτσι εσύ νομίζεις;
Πως ο Χριστός μας έσκυψε το άγιο Του κεφάλι 4775
και είπε ότι φταίει Αυτός για το δικό μας χάλι.
Το ξέρω, αδερφάκι μου, γι’ αυτό και ‘γω το λέω,
για να το κάνω σαν κι Αυτόν στην πράξη κι όλο κλαίω.
Και κατηγόριες απ’ αυτούς που αγάπησα σηκώνω
και λέω «συγχωρέστε με», σφαδάζω από τον πόνο 4780
κι αν έχω εγώ μετάνοια, Εκείνος θα το κρίνει.
Δωσ’ μου λοιπόν το χέρι σου κι ας κάνουμε ΕΙΡΗΝΗ!
Δεν θέλει να σκοτίζεσαι, δεν θέλει απελπισία
και προπαντός μη φοβηθείς, γιατί κάποια βιβλία
που λέγονται χριστιανικά συνέχεια σ’ απειλούνε, 4785
με τρόπο απαράδεκτο κοιτάζουν να σου πούνε,
χωρίς χάρη και έμπνευση, με σφίξιμο στα χείλη
ότι ο Θεός σε κρίνει απ’ το αν ανάβεις το καντήλι.
Αυτά είναι για δικαίωση αυτών που τα νομίζουν,
φτιάχνουν μπαμπούλα για Θεό και έτσι μας φοβίζουν. 4790
Δεν φταιν κι αυτοί οι άμοιροι που έτσι την πατήσαν,
θέλαν ν' αγιάσουν, σφίχτηκαν και την καρδιά τους κλείσαν.
Δεν τους κατηγορώ γιατί σφίξαν τον εαυτό τους
κι ίσως να μην τον ένιωσαν γι’ αγάπη τον Θεό τους.
Ξέρει Εκείνος για αυτούς αν έχουνε ευθύνη 4795
κι ίσως να είπαν προσευχή και για εμάς εκείνοι.
Ας ήτανε ανέμπνευστη, ας ήτανε σφιγμένη
κι από μια τέτοια προσευχή είμαστε ‘μεις σωσμένοι.
Ζήσαν στα κατηχητικά και στέγνωσε η καρδιά τους
κι εμείς που μπύρες πίνουμε βρεθήκαμε μπροστά τους 4800
και το τολμάμε τώρα εδώ για το Χριστό να λέμε,
ενώ στραβά τα κάναμε όλα και τόσο φταίμε.
Μα η αγάπη του Χριστού τα πάνω κάτω φέρνει
και πλούσια τα δώρα Του σ’ ανάξιους τα στέλνει,
γιατί η αυτοδικαίωση γεννάει τη μιζέρια 4805
κι ίσως να δεις τα ελέη Του σε «ανάξια» πια χέρια,
της πόρνης και του αμαρτωλού, κατάπτυστου τελώνη,
σ' αυτούς που νιώθουν στην καρδιά μετάνοια και λιώνει
έτσι ο πάγος ο σκληρός της πλάνας περηφάνιας
κι εκλιπαρούνε ταπεινά το έλεος της Ουράνιας 4810
αγάπης και συγχώρεσης κι αν τύχει και την λάβουν,
δεν νιώθουν πως τους άξιζε και τρέχουν να προλάβουν
μ' ευχαριστίες στο Χριστό τα πόδια να Του πλύνουν
κι ό,τι εκείνοι λάβανε, πάντα στους άλλους δίνουν.
Έχω λοιπόν κι άλλα πολλά με αγάπη μαζεμένα 4815
να πω σ’ αυτούς που στέκονται με δάχτυλα υψωμένα,
βγάζοντας τη μεζούρα τους και όποιον βρουν μετράνε,
νιώθοντας ότι νοιάζονται κι ότι τον αγαπάνε.
Με τρόπους κακοτράχαλους θέλουνε να τον σώσουν,
όμως απ’ την κατάκριση κοντεύουν να τον λιώσουν. 4820
Αν μ’ ένιωσες σαν και αυτούς, εγώ ζητώ συγγνώμη,
δεν ήθελα να 'μαι σκληρή, μόνο ν' αλλάξεις γνώμη,
όχι για να την κάνουμε καινούρια ιδεολογία,
μα μόνο για να ψάξουμε πού είναι η ελευθερία.
Κι ενώ τα άκουσα κι εγώ με κάποιους τέτοιους τρόπους, 4825
που κάποτε μου φάνηκαν σκληροί για τους ανθρώπους,
βρήκα πως με βοήθησαν πολύ για να χτυπήσω
τον άσχημό μου εγωισμό και δεν έκανα πίσω.
Επέμεινα να τον χτυπώ, γιατί είδα να ωφελούμαι
κι είδα ότι βγάζουμε «φτερά» όταν μετανοούμε! 4830
Πιάστηκα από το «κόλπο» αυτό μα επί της ουσίας
κι όχι σαν να ‘ναι θέατρο ή εικόνα φαντασίας.
Ένιωσα πόσο φταίω εγώ και πόνεσα βαθιά μου
κι ακόμα βρίσκομαι σ’ αυτό που λέω μετάνοιά μου.
Μα επειδή χτυπήθηκε πολύ ο εγωισμός μου 4835
και επειδή με ζόρισε σκληρά ο αδερφός μου,
αυτός που τότε του ‘γραψα εκείνο εκεί το γράμμα,
του ‘στειλα κι ένα δεύτερο για να τα βάλει αντάμα.
Γι’ αυτό, όταν ζορίστηκα να βγει το προσωπείο,
του «τα ‘πα» κι ας του το χρωστώ εκείνο εκεί το αντίο! 4840
Που με βοήθησε να λέω στον άθλιο εγωισμό μου.
Ύψωσα λίγο τη φωνή κι είπα στον αδερφό μου,
μια και σ’ αυτόν διέκρινα αυτό που μου 'χε μάθει
να το αποφεύγω, γιατί ευθύς μας οδηγεί σε πάθη (κατάκριση):
- Αγαπημένε αδερφέ, άκου τα κι εσύ τώρα! 4845
Αυτά που μου ‘μαθες κρατώ και σου τα κάνω δώρα!
Έτσι κι αλλιώς κανένας μας δεν τα ‘χει για δικά του,
αυτά είναι δώρα του ουρανού κι εμείς απλώς παιδιά του.
Γι’ αυτό δεν θέλει τσακωμούς και θλιβερή μιζέρια
θέλει να έχεις ανοιχτά τ’ αυτιά σου και τα χέρια. 4850
Γράμμα σου γράφω για να πω πάντοτε με στιχάκι,
πως σ’ αγαπώ και σ’ εκτιμώ μα μου ‘βαλες σαράκι.
Γιατί αν μιλάμε για ουρανό, δεν λέμε θεωρίες,
κοιτάμε να τον νιώθουμε σ’ όλες τις συναυλίες,
στις τηλεοράσεις, στα σχολειά και στις καφετερίες, 4855
ακόμα κι αν μας βάζουνε συνέχεια τιμωρίες.
Εμείς καλά το στήνουμε χορό και πανηγύρι
ποτέ δεν μιζεριάζουμε να μη μας πουν «καρμίρη».
Κι όχι μονάχα έξω μας μα θέλει κι από μέσα
την ώρα που μας πολεμά η θλίψη η μπαμπέσα. 4860
Μην πάμε και της κάνουμε από κοντά σιγόντο,
γιατί αλλιώς στη δωρεά μπορεί να ‘χουμε σκόντο.
Οι θλίψεις είναι το ντεκόρ θαύματα για να γίνουν
και αν τελειώσαν τα ψωμιά ήταν για να πληθύνουν.
Δεν θέλει το λοιπόν να λες μονάχα «Κύριε ελέησον», 4865
θέλει να λες και «Ωσαννά», παίζοντας Play Station.
Γιατί δεν μας το έδωσε να φύγουμε απ’ την ύλη,
όσο ακόμα ζούμε εδώ κι ανάβουμε καντήλι.
Πότε μας δίνει τα φτερά και πότε μας τα παίρνει,
πότε μας στέλνει τη χαρά, πότε τη λύπη φέρνει, 4870
για να μας δει, πιστεύουμε πως είμαστε παιδιά Του;
Και το γνωρίζουμε καλά πως είν’ όλα δικά Του;
Ξέρω πως τώρα θα μου πεις, κοντεύω να πεθάνω,
δεν μου ‘ρχεται να ίπταμαι ο δόλιος τι να κάνω;
Ας μου τα δώσει τα φτερά, να δεις πώς θα πετάξω 4875
κι εγώ σου λέω πως στα ‘δωσε, μπορώ να τα κοιτάξω!
Και δεν με νοιάζει αν σου ’ρχεται ή δεν σου ‘ρχεται που λέμε.
Εκείνος δίνει πάντοτε κι εμείς μονάχα φταίμε,
που σαν μας λέει: «Περπάτησε στη θάλασσα επάνω»,
εμείς Του λέμε: «Δεν μπορώ και θαύματα να κάνω!» 4880
Όχι γιατί δεν βλέπουμε πως είν’ εδώ κοντά μας,
μα γιατί δεν πιστεύουμε στα μάτια και στ’ αυτιά μας.
Πίστη θα πει, «αφού το λες, ας έχει και φουρτούνα,
να ‘μαι και ήδη περπατώ έξω από τη σκούνα!».
Τι άλλο να μας πει λοιπόν, τι άλλο να μας δείξει; 4885
Μας έδειξε στα χέρια Του καρφιά που Του ’χαν μπήξει
και άφησε το Πνεύμα Του το Άγιο να μας δίνει
και έρωτα και έμπνευση και αντοχή σε οδύνη.
Δεν είναι που είμαστε «νεκροί» γιατί είμαστε θλιμμένοι,
είναι που η θλίψη κι η χαρά του κόσμου ετούτου ξένη 4890
μοιάζει για κείνη την καρδιά που αγάλλεται εντός της,
μόνο που ξέρει πως στη γη κατέβηκε ο ουρανός της.,
Υιός Ανθρώπου έγινε, τί άλλο πια να πούμε
αφού το θέλει όλοι μας μ’ Αυτόν να ενωθούμε;
Κι εμείς πάλι καθόμαστε και κλαίμε στη μιζέρια, 4895
γιατί δεν βγάλαμε φτερά κότας στα δυο μας χέρια;
Δεν είναι πώς ν’ αντέξουμε την θλίψη και τον πόνο,
είναι πώς να χωνέψουμε πως δεν αφήνει μόνο
κανέναν που Τον αγαπά κι ας κάνει ακόμα λάθη.
Πάει τελείωσε ο καιρός που μέναμε στα πάθη! 4900
Δεν είναι πως δεν έχουμε ακόμα ακαθαρσία,
μα κοίτα! Μας αγάπησε κι αυτό είναι σωτηρία!
Καλά μας τα ‘παν οι Άγιοι και ας μας ευλογάνε,
μα όλοι αυτό ποθήσανε, σ’ Εκείνονε να πάνε.
Τρόποι υπάρχουνε πολλοί μα ο δρόμος είναι ένας 4905
κι αυτόνε τονε προχωρεί όπως μπορεί ο καθένας.
Άλλος με πόδια προχωρά, άλλος με το κεφάλι,
άλλος θα πάει πιο αργά κι άλλος φτερά θα βγάλει.
Εγώ κοιτώ να προχωρώ κι ας έχω τενεκέδια.
Μη μου χαλάς τον έρωτα και τα ωραία σχέδια! 4910
Και μη μου τη φυλάς εκεί στημένος στη γωνία,
για να μου πεις αν χτυπηθώ: «φίλη μου, 2-3!»
Ίσως να έρθει η στιγμή στην πίστη να λυγίσω,
όμως δεν ζω μ’ αυτό στο νου, το Πνεύμα να υβρίσω.
Ελπίζω πάντα και ποθώ να ‘μαι στο πανηγύρι 4915
κι άμα τη φάω, ευχαριστώ, και όχι «μίρι-μίρι».
Γιατί άμα Τον πίστεψες και την Αλήθεια είδες,
όσες κι αν φας χαλάλι Του, λασκάρησαν οι βίδες.
Εδώ αν τύχει κι άνθρωπο ποτέ ερωτευτούμε,
για χάρη του αντέχουμε στη φυλακή να μπούμε, 4920
και κει στον θείο έρωτα κοιτάμε τη βολή μας;
Πρόσεξε μήπως τελικά χάσουμε την ψυχή μας,
αν μόνο να την σώσουμε κοιτάμε, όπως λέει,
και αν το «ίδιον θέλημα» μονάχα μας εμπνέει:
«Θέλω το βράδυ παγωτό, τη μέρα καφετέρια, 4925
ποιόν να διαλέξω κολλητό, έχω ζεστά τα χέρια;»
Βρε, άμα το ξέρω πως θα βγω στην «παραλία» εκείνη,
η σκοτεινιά μου μοιάζει φως και οι τσουκνίδες κρίνοι.
Σωστά, λοιπόν, μας τα ‘πανε οι Άγιοι στον αιώνα,
πως θέλει διάκριση πολλή το δέντρο απ’ την κολώνα. 4930
Στις μέρες μας τις κρίσιμες όποιος σαν μύγα βλέπει,
τριγύρω του θα δει σκατά, γιατί αυτό του πρέπει.
Κι όποιος σαν μέλισσα πετά και βλέπει τα λουλούδια,
μέλι τρυγά από παντού κι αρχίζει τα τραγούδια.
Είναι ένας δύσκολος καιρός, ας σμίγουμε τ’ αδέρφια! 4935
Κλαίει και γελάει ο ουρανός, ίσως γιατί έχει κέφια!
Κι άλλοι μπακαλοτεύτερο κρατάν και λογαριάζουν
ποιος αμαρτία έκανε και μέσα δεν τον βάζουν,
θαρρείς και τους διορίσανε να είναι τροχονόμοι,
λεν πως η Αγάπη του Θεού είναι μονάχα νόμοι. 4940
Αλίμονο! Και ο Χριστός πριν δυο χιλιάδες χρόνια
μας το ‘πε ολοκάθαρα, πως πόρνες και τελώνια
θ’ ανοίξουνε την ποθητή την πόρτα της Αγάπης
και ότι πρώτος στο ναό είν’ ο καντηλανάφτης!
Ε, πού ειν’ η αγάπη σαν περνά δίπλα η αδερφή σου 4945
και συ μετράς το μίνι της και πάνε οι λογισμοί σου
σύννεφο και σου γνέφουνε να ‘μαστε μετρημένοι,
δεν λέω να προκαλέσουμε, μα όχι και να μας μπαίνει
κατάκριση και λογισμός για το πως είν’ οι άλλοι,
γιατί ποτέ δεν ξέρουμε τι έχουν στο κεφάλι. 4950
Δεν με ζορίζει αν είν’ καλό και ράσο να φορέσω,
μα προτιμώ πια να κοιτώ τα άλλα που είναι έσω.
Κι όχι να φεύγει ο καιρός κι εγώ παρθένα να ‘μαι,
όμως το λάδι της καρδιάς, Θεέ μου, πως φοβάμαι,
μην το ξεχάσω και κλειστώ απ’ έξω η καημένη, 4955
γιατί ήμουν με λογαριασμούς εγώ απασχολημένη…
Ο ένας πώς αμάρτησε, πώς άγιασε ο άλλος,
επτά και πέντε δώδεκα και μου πονάει ο κάλος!
Ποτέ δεν θα μπορέσουμε απλά να πορευτούμε,
που το 'πε κι ο Πορφύριος: «Αγάπα, κι ας σου πούνε 4960
ότι όλα τα ‘κανες στραβά και ότι βγάζεις μάτι».
Άμα το λέει ο Άρχοντας: «Έλα μες στο παλάτι»,
εσύ τη μύγα θα ζουλάς για να της βγάλεις ξίγγι;
Θα ψάχνεις για στενό κορσέ που την καρδιά να σφίγγει;
Άσ’ το, προχώρα, σκόνταφτε και πάλι ξανασήκω, 4965
γιατί το βλέπω ώριμο πια της συκιάς το σύκο!
Και φτάσε και ξεβράκωτος, έτσι κι αλλιώς αυτό είσαι,
κοίτα τη φλόγα της καρδιάς και τ’ άλλα όλα σβήσε.
Κι άσε να ετοιμάζονται οι άλλοι «Φαρισαίοι»,
εμείς ποντίκια είμαστε ίσως και αρουραίοι. 4970
Γι’ αυτό ας ξεκινήσουμε να μπούμε μες στο λάδι,
να πάμε στην παρθένα αυτή που ξέμεινε τροχάδην,
να πούμε: «πάρε το κυρά, μην το κοιτάς για λίγδα,
σιχαίνεσαι το χάλι μου και μου ζητάς τσιμπίδα,
για ν’ ακουμπήσεις το φτωχό κι αμαρτωλό μου δέρμα; 4975
Αυτά τώρα περάσανε γιατί είμαστε στο τέρμα!
Και θα ανοίξει σύντομα η ωραία αυτή η Πύλη,
μη με κοιτάζεις σαν μωρή, άναψε το φυτίλι!
Γιατί η τράπεζα αυτή πάντα είναι γεμάτη
κι όλους μας θέλει ο Άρχοντας να μπούμε στο παλάτι!». 4980
Σταμάτα να μεμψιμοιρείς και να στενοχωριέσαι,
όσα κι αν έρθουν άντεξε, όσο κι αν τυρρανιέσαι.
Γιατί μονάχα ο Γαμπρός τον σκότωσε τον δράκο
κι έτσι κι εγώ κι εσύ μαζί, θα βγούμε απ’ τον λάκκο.
Γι’ αυτό επειδή την ξέρουμε ετούτη την αλήθεια, 4985
σ’ αυτόν τον κόσμο θέατρο παίζουμε τη συνήθεια,
πως τάχα πίνουμε καφέ, πως τάχα τραγουδάμε,
πως έτσι χωρίς όραμα την ώρα μας περνάμε…
Κι έχει αυτό το κόστος του, κάποτε μας ξεφεύγει
και βλέπουμε για ήλιο μας, τον προβολέα που φέγγει. 4990
Ε, τι να κάνουμε κι αυτό, είναι μες στο παιχνίδι
πότε να πιάνεις κάρβουνο και πότε δαχτυλίδι.
Όμως μη μου ταράζεσαι κι αφήνεσαι στον πόνο,
όλα ας τα αφήσουμε στον νικητή, τον Μόνο,
που παίρνει τα σκουπίδια μας και λέει πως είν’ δικά Του 4995
και ό,τι αφοδεύουμε το κάνει κοπριά Του,
για να ψηλώσει στ' άπειρο το δέντρο απ’ τ’ αμπέλι,
να το θωρούν να χαίρονται ολημερίς οι αγγέλοι!
Δεν είν’ πως το ‘χω καύχημα, ούτε εγωισμό μου,
μα να, που νιώθω ασφαλής εδώ μες στο κενό μου, 5000

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου