Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

5. Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΗΣ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ

ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Το κοστούμιΓι’ αυτό και λέω να τα πω στα πιο καλά παιδάκια,
του που ‘χουνε πάντα καθαρά κι ωραία τετραδιάκια
φιλάνθρωπουκαι το καυχιούνται παίρνοντας επαίνους κι αριστεία
ότ’ είναι οι καλύτεροι μέσα στην κοινωνία,
γιατί όλα τα κάνουνε μ’ ευαισθησία και μπέσα5
και τα ‘χουνε παράσημα λαμπρά στο νου τους μέσα.
Γέμισε ο κόσμος δίκαιους κι ευαίσθητους ανθρώπους,
κινήματα ανθρωπιστικά που βρίσκουν πάντα τρόπους,
για να ‘χουνε συνείδηση σαν και του Δον Κιχώτη,
μοιάζουν παιδί του δήμιου που θέλει και ιππότη10
να τονε ντύνουν και, αφού τα εξασφάλισε όλα,
ν’ απλώνεται κι απέναντι σαν να ‘ναι τιραμόλα
και απ’ αυτά που βούτηξε το σπίτι κι η γενιά του,
ενώ χορταίνει και γλεντάει και πρήζεται η κοιλιά του,
ε, να, απ’ αυτά να δίνει και λιγάκι ελεημοσύνη15
απ’ τα δικά τους δηλαδή που τρώει και που πίνει.
Γιατί τα ρούχα που φορά κι οι ιδεολογίες
στα πλήθη, στα κινήματα, ως και στις παραλίες,
τον έπεισαν πως είν’ αυτός απ' τη μεριά των άλλων,
γιατί έφτιαξε συνθήματα εναντίον των μεγάλων.20
Τον άφησε ο «καλός μπαμπάς» έτσι να το νομίζει,
γι’ αυτό τον έντυσε Ζορό, για να μην τον ζαλίζει!
Θα του περάσει του παιδιού, όταν κληρονομήσει,
θα ‘χει την περιουσία του και έτσι θα γεμίσει
με άλλα ενδιαφέροντα, άλλωστε θα ‘ναι γέρος25
και να κολλήσει το μυαλό, σ’ αυτό εδώ το μέρος
θα ζει και θα φαντάζεται πως είν’ Αιθιοπία,
με άλλοθι τη στάμπα του απ’ τη φιλανθρωπία.
Γι’ αυτό έγινε μόδα αυτό και πήρε διαστάσεις
και φαίνονται οι φιλάνθρωποι με χίλιες δυο συστάσεις.30
Σ’ επίσημη οργάνωση με όνομα και στοιχεία,
«στην πέφτουν» όπου κι αν σε βρουν να πουν την ιστορία,
πως τάχα αυτοί θα σώσουνε τον κόσμο απ’ την πείνα,
τον πόνο και τον όλεθρο κι όλα τα άλλα εκείνα,
που βασανίζουν πιο πολύ κι απ’ τον μισό πλανήτη,35
όπως το λένε οι Ειδήσεις τους σαν είμαστε στο σπίτι.
Κατά τ’ άλλα…Ξέρω και κάτι έξυπνους επιχειρηματίες
πολιτισμός!με μόρφωση κι αισθητική, που ευαίσθητες κυρίες
τις πείθουνε με πρόσχημα πως έτσι θα βοηθήσουν
τον κόσμο, μα εταιρεία αυτοί ορέγονται να στήσουν40
και να γεμίσουνε απλά και έξυπνα κι ωραία
την τσέπη τους και την κοιλιά και ν’ αποκτήσουν θέα
σε σπίτια και εξοχικά, μα προπαντός να χτίσουν
φήμη για να ‘χει η μούρη τους κι έτσι να κατακτήσουν
κύρος και αίγλη γύρω τους κι όλοι να τους θαυμάζουν.45
Δίνουν και τίποτα ψιλά σ’ εκείνους που τα τάζουν,
μα όλο λένε για τρανά σχέδια που κοστίζουν,
κι έτσι τους δίνουν ψίχουλα μα στη δουλειά τους πήζουν.
Και το χειρότερο, να δεις, πουλάν ιδεολογία
και κάνουνε τους έξυπνους και λεν φιλανθρωπία50
σχέδια αισχρά γύρω από τον ψευτοπολιτισμό τους.
Κάνουνε σεμινάρια και βρίσκουν χίλιους τρόπους
να δείχνουνε σημαντικοί, ευαίσθητοι, ωραίοι,
μυστήριοι, δημιουργικοί, φιλόσοφοι σπουδαίοι,
μα και καλλιτεχνίζοντες, ούτε μία ταμπέλα55
ποτέ τους δεν αφήνουνε, φοράν χίλια καπέλα,
γι’ αυτό και είναι δύσκολο να τους προσδιορίσεις,
είν’ όλα μα και τίποτα, μην ψάχνεις να τ’ ορίσεις.
Έχει τέτοιους κι ακίνδυνους μέσα η κοινωνία,
που θέλουν μόνο εντύπωση στα μπαρ, στα καφενεία60
να κάνουν κι η φιγούρα τους, τους ενδιαφέρει μόνο,
άντε να εξαπατήσουνε, αν βρούνε κάνα ψώνιο.
Μα εγώ δε λέω για αυτούς, εδώ λέω για τους άλλους,
που ψάχνουνε για ευαίσθητους κι ωραίους παπαγάλους,
άνεργους ή φιλόδοξους να λεν το ποιηματάκι,65
που συγκινεί κάθε φτωχό ταλαίπωρο ανθρωπάκι:
Πως δήθεν η εταιρεία τους ή η οργάνωσή τους
θα κάνει έργα θαυμαστά μέσα στην εποχή τους.
Κι αρμέγουνε, κι αρμέγουνε γιατί είναι μες στο κόλπο,
δυο λέξεις σήμερα αν λες, όλοι θα μπουν στον κόπο.70
Η μια είναι πολιτισμός κι η άλλη φιλανθρωπία
κι άμα τις δέσεις έξυπνα τις δύο να ‘ναι μια
και τις κοτσάρεις όνομα στη νέα εταιρεία,
που να ‘ναι αρχαιοπρεπές με λίγη φαντασία…
Τελείωσες! Ίσως γραφτείς μέσα στην Ιστορία!75
Ή ίσως να σε κάνουνε ήρωα σε ταινία!
Μα και αυτό να μην συμβεί, απλά είναι λεπτομέρεια,
το πιο σπουδαίο είν’ πως θα τρως με τρία ή πέντε χέρια!
Αυτοί, λοιπόν, σκηνοθετούν ακόμα και κοινόβια
σαν ενυδρεία πολυτελή για ψάρια κι άλλα «υδρόβια»,80
που χάφτουνε το δόλωμα στην αθωότητά τους
κι αισθάνονται πως βρήκανε τον τέλειο μέντορά τους.
Και τα καημένα θύματα πολύ τους αγαπάνε,
τους σέβονται απέραντα και νιώθουν πως χρωστάνε
και από πάνω, που αυτοί οι φοβεροί οι τύποι,85
έτσι το καταδέχτηκαν και χαμηλώσαν μύτη
και δώσανε στα ταπεινά ασήμαντα ανθρωπάκια
ιδιότητα, εκτίμηση και λίγα λεφτουδάκια.
Άντε συ τώρα να τους πεις πως τρώνε παραμύθι,
πως έτσι αυτοθεώνονται κάποιοι κι αυτοί είν’ ηλίθιοι.90
Είναι σκληρό, θα ‘σαι τρελός να πεις πως κάτι τέτοιο
συμβαίνει, είν’ καλύτερο να βάλεις το κασκέτο
και να σφυράς αδιάφορος μήπως και καταλάβουν
τι τρέχει από τη φάτσα σου και τρέξουν να προλάβουν,
για να γλυτώσουν από τους μεγαλοαπατεώνες,95
αλλά μη σκας έτσι κι αλλιώς δε θα ‘ναι για αιώνες!
Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά κι εκείνοι στο κεφάλι,
που σκέφτεται διαβολικά, θα φτιάξουν και κανάλι,
για να τα παίρνουν κι από κει, λένε όμως πως τάχα
είναι κι αυτό μια κίνηση πολιτισμού μονάχα.100
Τα κοράκιαΈχει πολλά τέτοια βαμπίρ ο νέος κουλτουροχώρος
κι ο πολιτισμόςδημόσια, ιδιωτικά κι είναι τρανός ο ντόρος
κάθε κινητοποίησης, κάθε ενέργειάς τους,
γεμίζουνε, συγκίνηση και τρέχουν τα ζουμιά τους.
Κι ομαδικά κι ατομικά τους βλέπεις να κινούνται.105
Αν είν’ για την κουλτούρα μας, όλοι πια συγκινούνται!
Κι επιδοτήσεις μασουλάν απ’ το κοινό ταμείο,
όμως κι εκεί δεν σταματάει το αχόρταγο θηρίο…
Θέλουν απ’ όλες τις μεριές να πίνουνε το αίμα,
γιατί είναι ο πολιτισμός το πιο καυτό μας θέμα!110
Ετούτο το μυρίστηκαν μεγάλοι καλλιτέχνες,
που πάψαν να δημιουργούν δεν έχουν φράγκα οι τέχνες,
μα ως σπουδαίοι, σεβαστοί, γίναν διαχειριστές του
και μηρυκάζουνε ξανά την αίγλη απ’ το χτες τους.
Για να ‘ναι έτσι σεβαστή βεβαίως κι η αμοιβή τους115
και να μετριέται σε λεφτά η επιβράβευσή τους.
Καλύτερα όσοι πέθαναν όσο ήτανε πιο νέοι,
γλυτώσαν το ρεζίλεμα και έμειναν ωραίοι.
Τα κοράκιαΜα σήμερα αλίμονο ως και οι νέοι ακόμα,
κι η πολιτικήτο ανοίξανε διάπλατα το αχόρταγό τους στόμα120
κι άμεσα συνδεθήκανε με το μηχανισμό του,
που ‘χει το κράτος πρόσχημα για τον πολιτισμό του.
Γι’ αυτό κι αναμειγνύονται με την πολιτική μας
συνθέτες και τραγουδιστές, ποιητές και ηθοποιοί μας
και αθλητές και συγγραφείς κι επώνυμο μπουλούκι,125
όλοι ένας-ένας μπαίνουνε σιγά-σιγά στο λούκι…
Και συνεργάζονται καλά, αυτοί βάζουν τη μούρη
και ανεβάζουν υπουργό τον κάθε ένα λιγούρη.
Ή ακόμα και οι ίδιοι τους διεκδικούν τη θέση,
που αν σταθούνε τυχεροί, στα χέρια τους αν πέσει,130
τρώνε πια ανενόχλητοι, το πρόβλημα το λύσαν
κι ας χάθηκε η έμπνευση το μαγαζί δεν κλείσαν.
Μάλιστα ίσως τώρα εμείς να φάμε με το ζόρι
της τέχνης τους της άτεχνης το πιο άθλιο story!
Με στόμφο αυτοί θα παίζουνε και θα χειροκροτάμε135
είτε το θέλουμε είτε απλά γιατί τους το χρωστάμε,
μια που αλλάζουνε σκηνή σαν το πουκάμισό τους,
σήμερα στην πολιτική κι αύριο στον θίασό τους.
Θα βρω λοιπόν το ύφος μου κι εγώ το σοβαρό μου
και θ’ απευθύνω ερώτηση ενώπιον του κόσμου:140
«Παράγοντες πολιτισμού, πρώην καλλιτέχνες τάχα,
η αισθητική σας πώς βαστά ετούτη τη στομάχα;
Ή εγώ λάθος το νόμιζα ότι πολιτισμένος
είν’ ο χορτάτος κι όχι αυτός που τρώει σα λυσσασμένος;
Καλύτερα θα αρκεστώ στο έργο ή τέλος πάντων145
σ’ ότι είν’ αυτό που κάποτε εμπνεύστηκε ο “πράττων”
γιατί θαρρώ πως δίαιτα ή πιο καλά νηστεία
θα ‘ταν καλό να έκανε, για να ‘χε έτσι αξία
συνολικά η αισθητική και η ηθική του ίσως.
Συγγνώμη, που σχολίασα, δεν ήταν από μίσος,150
μα αυτά που μας χρεώνετε μου βάλαν περιέργεια
κι έφτασα να προβώ σ’ αυτήν την τολμηρή ενέργεια».
Ποιος πεινάει;Γι’ αυτό σου λέω, φίλε μου, πως είναι κοροϊδία,
Ποιος πονάει;μπροσούρα ψηφοδέλτιου έγινε η ευαισθησία,
στην δίνουν σε φυλλάδια, τη βλέπεις στα δελτία155
και τελικά σε πείθουνε πως είναι αυτή η ουσία.
Ακόμα και στις γειτονιές γίνονται συζητήσεις
μ’ ευαισθησία κι αίσθημα, αφού το λεν οι Ειδήσεις
σε τηλεμαραθώνιους, που τρέχουν να ξεπλύνουν
τις σάπιες συνειδήσεις μας κι έτσι τ’ αυτιά μας κλείνουν.160
Βρε, δεν είναι το θέμα μας ανθρωπιστής να είσαι,
ως και αυτό το κάναμε κίνημα στο άψε-σβήσε!
Γίνε συ πρώτα άνθρωπος κι έτσι θα γειάνουν όλα
κι όχι μονάχα αν πληγωθείς που κάποιοι στην Ανγκόλα
πεθαίνουν οι ταλαίπωροι, γιατί εσύ θες αμάξι,165
για να πηγαίνεις διακοπές και ό,τι σου ‘χουν τάξει
για επίπεδο βιοτικό και πάλι διαδηλώνεις,
πως δε σου φτάνουν τα λεφτά και όλο μαραζώνεις,
αφού είσαι καταναλωτής, αφού είσαι Ευρωπαίος,
κι αφού όλα τα χρειάζεσαι είσαι πια μες στο χρέος.170
Δεν λέω μ’ αυτά που βλέπουμε γύρω μας να πουλιούνται
κι αφού μας πείθουνε καλά πως όλα κατακτιούνται
και βάζουν τις ανάγκες μας στο ωραίο τους χωράφι
και τις ποτίζουν συνεχώς, για ν’ απλωθούν στο ράφι
καλοθρεμμένα τα κλαδιά της κατανάλωσής μας,175
νιώθουμε να ‘μαστε φτωχοί, αφού ο προμηθευτής μας
μας τα παρέχει όλα πια με δόσεις ή με δάνεια
κι αφού άλλοι τα παίρνουνε, αυτό είναι τυράννια,
να βλέπεις γύρω σου παιδιά με ωραίο σπορ αμάξι
κι εσύ στην χαμηλότερη να βρίσκεσαι την τάξη,180
που σπούδασες, που δούλεψες σαν το σκυλί το μαύρο
για έναν φτωχό ψωρομισθό, η οργή σε κάνει ταύρο,
γιατί αυτά δεν φτάνουνε τα πάγια να πληρώσεις,
τις κάρτες και τα κινητά και του δανείου τις δόσεις.
Κι έτσι εσύ εξοργίζεσαι γιατί μοιάζει με φτώχεια185
να ζεις σε γκαρσονιέρα απλή ίσως και στα υπόγεια
και να βογγάει η τσέπη σου να βγάλει ως και το νοίκι…
Εντάξει! Θα σου πω ως εδώ, μα μη σε πιάνει φρίκη,
γιατί απέχεις για να πεις πως αυτό είναι πείνα.
Για δες, είν’ όλα σχετικά, γιατί στα μέρη εκείνα,190
που λες τάχα πως καίγεσαι, γιατί πολλοί πεθαίνουν,
το ξέρουν, τράβα, ρώτα τους και το καταλαβαίνουν
ότι εσύ ‘σαι άρχοντας ο φτωχοευρωπαίος…
Να νοιάζονται την τάξη σου δεν το ‘χουνε και χρέος!
Γι’ αυτό και σκέψου το καλά, όταν διαδηλώνεις195
τη μία για την τσέπη σου και τη γροθιά σηκώνεις
κι ύστερα για τον δυστυχή αυτόν τον τρίτο κόσμο,
γιατί αλλιώς τρίτοι είν’ αυτοί κι αλλιώς εσύ που δυόσμο
δεν έχεις ο φτωχός να μπει μες στην μακαρονάδα.
Άλλο είναι, φίλε, η πείνα τους και άλλο η ζαλάδα200
που έχει το κεφάλι σου απ’ το φθηνό ουίσκυ
και η χαμηλή η τάξη σου που κλαίει, γιατί δε βρίσκει
μέσα στο πορτοφόλι της, όσα ήθελε να έχει
ακόμα και αν πετρέλαιο δεν έχεις κι έξω βρέχει,
δε λέω, είν’ αυτό σκληρό, μα σκέψου ότι άλλοι205
δεν έχουνε να πιουν νερό κι είναι σε άθλιο χάλι.
Κι είμαστε συνυπεύθυνοι κι εγώ κι εσύ και όλοι,
όσο κι αν έχουμε θυμό απ’ τ’ άδειο πορτοφόλι.
Πώς δείχνουμε ευαίσθητοι κι έτσι συγκινημένοι,
ενώ πιο πάνω απ’ το μισό πλούτο στην Οικουμένη210
καρπώνονται τα κράτη μας κι ο καπιταλισμός μας;
Γι’ αυτό πεθαίνει άδικα εκεί ο συνάνθρωπός μας.
Δεν θα τον σώσουν δάκρυα και ψευτοελεημοσύνες.
Η Αλήθεια είναι η τροφή για τις φτωχές εκείνες
χώρες που τις ληστεύουμε, μα δεν κάνουμε πίσω,215
να πούμε σφάλμα έχω κι εγώ για κάτσε να μετρήσω
πόσα ζητάω μηνιάτικο, για να μπορώ να ζήσω,
και μήπως κάτι απ’ αυτά μπορώ να περιορίσω;
Γιατί νιώθω απαραίτητο το dvd, το αμάξι
και ό,τι άλλο αντιστοιχεί στη φτωχική μου τάξη;220
Μα θέλουμε απ' την κορυφή ν’ αλλάξει αυτό το πράγμα,
γι’ αυτό κάνουμε κίνημα του πόνου αυτού το τραύμα,
έτσι ώστε να ‘μαστε σωστοί και εφησυχασμένοι,
πως συμπαραστεκόμαστε σ’ αυτούς που οι καημένοι
δεν έχουνε νερό να πιουν, ψωμάκι να επιζήσουν225
ούτε καν λίγα φάρμακα έχουν σαν αρρωστήσουν,
ενώ παράλληλα εμείς για φτώχει εννοούμε
τ’ ότι δεν φτάνουν τα λεφτά για ψώνια όταν θα βγούμε.
Και τι θα γίνει αν εμείς τους στέλνουμε βοήθεια;
Το θέμα είναι αν μπορείς ν’ αλλάξεις τη συνήθεια,230
να νιώθεις πάντα δίκαιος και πάντα αδικημένος,
πως άλλοι πάντα ευθύνονται κι εσύ δικαιωμένος
βγαίνεις, γιατί αισθάνεσαι αμέτοχος πως είσαι
σε τούτη την παράνοια, για αυτό πειστήρια δείξε,
πως δήθεν θεωρητικά εσύ έχεις άλλη θέση.235
Έτσι νίπτεις τας χείρας σου και λες πως δε σ’ αρέσει,
μα όμως τι να κάνουμε μοιάζει με πεπρωμένο
να νιώθεις το στομάχι σου να είναι χορτασμένο,
μ’ αφού πεινάει το μάτι σου να κλαίγεσαι όλη μέρα
κι ας ξέρεις πως ρουφήξαμε ως κι αυτόν τον αέρα240
του τρίτου κόσμου με αυτήν την άθλια νοοτροπία,
που έκανε την Δύση μας να έχει τα πρωτεία
στου κόσμου το εισόδημα και να ‘μαστε οι κλέφτες,
μα να ποζάρουμε σωστοί και δίκαιοι, οι ψεύτες!
Μοιάζουμε πλούσια παιδιά και κακομαθημένα245
που όλα τα ορέγονται, αφού αραδιασμένα
τα βλέπουν μες στο μαγαζί και πάντα δεν τους φτάνουν,
όσα κι αν έχουν, νιώθοντας φτωχά πως θα πεθάνουν
μπρος στην πληθώρα των ειδών και τα γεμάτα ράφια,
γιατί έτσι των διαφημιστών τους πείσαν τα σινάφια,250
μα όμως μ’ όλα αυτά μαζί θέλουν να αγοράσουν
και ήσυχη συνείδηση την ευκαιρία μη χάσουν
και λεν τάχα πως νοιάζονται που κάποιοι αργοπεθαίνουν
στ’ αλήθεια απ’ την ανέχεια και πως καταλαβαίνουν
τον πόνο και την πείνα τους κι έτσι δήθεν βοηθάνε,255
αφού διαδηλώνουνε πριν κάτσουνε να φάνε.
Γι’ αυτό μην εξοργίζεσαι και μη ζητάς τα ρέστα?
αλλού είναι το πρόβλημα και με ειλικρίνεια δες τα:

~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ •~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~

ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ Ή ΟΙΚΟΛΑΓΝΕΙΑ;
Ο «κόπρος»Ο δόλιος ο πλανήτης μας έγειρε σαν τη βάρκα
που θα ζήσει;και άλλοι διαδηλώνουνε για πιο ωραία πάρκα,
γιατί τους νοιάζει τάχα αυτή που λένε Οικολογία,
την κάνανε κι αυτή χαζή και στείρα ιδεολογία.
Θαρρείς και στο οικοσύστημα πιο πάνω είναι τα δέντρα,5
οι αρκούδες και οι χελώνες μας, γι’ αυτό γίναν τα κέντρα
του πρώτου ενδιαφέροντος κι ο άνθρωπος που πίνει
αντί κρασί πετρέλαιο κι αντί νερό βενζίνη
κι αυτό είναι το λιγότερο, γιατί η απελπισία
είναι πως κλούβιο το μυαλό και την καρδιά του κρύα10
συνήθισε να αισθάνεται και είναι ναρκωμένος
κι ούτε γνωρίζει τι θα πει να είσαι ευτυχισμένος…
Θαρρείς δεν είναι πρόβλημα αυτό οικολογίας,
αλλά είν’ το περιβάλλον μας μεγίστης σημασίας!
Βρε, ας καεί το σπίτι μου, μα άνθρωπος να γίνω15
και στον παράδεισο να ζω, αν παραμείνω κτήνος,
μέσα σε λίγο διάστημα πάλι θα καταστρέψω.
Το πρόβλημα είναι μέσα μας κι ας μοιάζει να ‘ναι απ' έξω.
Γι’ αυτό όλα είναι ναρκωτικά, το κόμμα, η οικολογία,
η σάπια επανάσταση κι η κάθε ιδεολογία,20
εκτρέφουν ράτσες σύγχρονες με νέες διασταυρώσεις,
σε κάνουν ν’ αγωνίζεσαι και να κοιτάς να σώσεις
μ’ αυτήν την σάπια πόζα σου πάντοτε κάποιους άλλους.
Ήρωας κανείς δεν έκανε ηρωισμούς μεγάλους,
έτσι απλά περνώντας την πάντα ζωή και κότα?25
κατέβασε το δάχτυλο κατηγορίας και πρώτα
κοίτα το θύμα που ‘γινε και θύτης στον καθρέφτη
και μη φωνάζεις πάντα πως άλλοι σου φταίνε ψεύτη!
Αφού εσύ κοιμήθηκες τον ύπνο του δικαίου,
τι φταίνε αυτοί που άδραξαν την ευκαιρία εκ νέου;30
Όλα στα δίνουνε απλά για να ‘χεις και να παίζεις
και στο ταλέντο ξεπερνάς την ίδια την Καρέζη,
παίζοντας τέλεια αυτόν τον άγριο επαναστάτη,
ενώ κοιμάσαι χαλαρά στ’ ωραίο σου κρεβάτι
και πείθεσαι κι ο ίδιος σου ανθρωπιστής πως είσαι.35
Για γίνε πρώτα άνθρωπος, τη ζεστασιά σου δείξε
στον διπλανό που την καρδιά έχει μες στο ψυγείο
και συ μονάχα χλευασμό δείχνεις για το θηρίο,
που βγάζει ο ταλαίπωρος, γιατί το IQ του
δεν έφτιαξε αισθητική και πόζα μες στο νου του,40
ούτε και ξέρει απ’ τη λεπτή που ‘χεις ιδεολογία
και τον κοιτάς αφ’ υψηλού και βρίσκεις κιτσαρία,
το στυλ που έχει ο άνθρωπος μες στην πεζή ζωή του,
θέλω να ξέρω πιο πολύ γι’ αυτόν ή το σκυλί του,
άραγε θα νοιαζόσουνα, αν ήταν σε ανάγκη,45
αφού είν’ αυτός ηλίθιος κι εσύ αγαπάς τη «Μάγκυ».
Γι’ αυτό τον βρίζεις συνεχώς κι όλο του λες το ποίημα,
ότι μες στα σκουπίδια του χαρτιά-γυαλιά είναι χύμα
κι έτσι μ’ αυτό εμπόδισε την ανακύκλωσή μας.
Άσε που ήρθε πρόπερσι στην κατασκήνωσή μας50
και πέταγε τα μπάζα του κι έτρωγε παϊδάκια,
καίγοντας μέσα στη φωτιά του δέντρου τα κλαδάκια
κι αμόλυσε στη θάλασσα, βρε, την ψιλή του ανάγκη
κι ίσως την άλλη την χοντρή στο πιο αγνό φαράγγι!
Πάει το οικοσύστημα! Θέλεις να τον δαμάσεις?55
μα σκέψου μήπως με αυτό την αλυσίδα σπάσεις
κι ύστερα ποιόν θα κυνηγάς με τούτο τον θυμό σου;
Και πώς θα εκτονώνεται το άγριο ένστικτό σου;
Εντάξει, ζώο είναι κι αυτός, μα αυτό δεν είναι λόγος
να τον σνομπάρεις, μια κι εσύ ο ωραίος οικολόγος60
νομίζεις ότι η φύση μας είναι οι παπαρούνες,
τα δάση και οι θάλασσες, ακόμα κι οι γουρούνες!
Κι αυτός είναι στη φύση μας, μα έχει DNA,
που τον προστάζει να εκτελεί καθήκοντα και χρέη
κόπρου, ε, πού είν’ το πρόβλημα, δεν έχει αυτή η φύση65
μόνο αηδόνια, μέλισσες, ο κόπρος πού θα ζήσει;
Μα «φύση» λες μονάχα αυτή, που ζούνε οι συγγενείς μας,
οι ωραίες μαϊμουδίτσες μας ή και ο χιμπατζής μας.
Σε νοιάζει μόνο το ντεκόρ κι ο σεβασμός που δείχνεις
δεν είναι για τον διπλανό που απ’ έξω τονε ρίχνεις70
αν δεν ταιριάζει με αυτό και θέλεις να τον στρώσεις
κι αν ήτανε στο χέρι σου και να τον εξοντώσεις.
Γι’ αυτό θες Αμαζόνιους, για να ‘σαι ευτυχισμένος,
αχ, δεν θα γίνεις άνθρωπος, βαθιά είσαι νυχτωμένος!
Γιατί, αν ήσουν άνθρωπος, θα ‘λεγες ευτυχία75
του διπλανού τη γιατρειά και την ισορροπία
και μίσος δεν θα είχες που σαν ζώο ζει ο καημένος,
ίσως συμπόνια να ‘νιωθες που είν’ αυτός χαμένος
κι έτσι θα τον πλησίαζες με αίσθημα φιλίας
αντί μαστίγιο να κρατάς σε πνεύμα οικολογίας.80
Κι αν λίγο έκανες μ’ αυτά την αυτοκριτική σου,
θα έκλαιγες που τελικά μοιάζεις στον χιμπατζή σου.
Και δεν το λέω εξωτερικά, αυτό αλήθεια είναι,
όμως δεν πρέπει ο άνθρωπος σ’ αυτό να λέει μείνε.
Γιατί έχει μία διαφορά από τον χιμπατζή μας85
να επιλέγει ελεύθερα, γι’ αυτό που λεν «ψυχή» μας,
αν ρεύμα θα του δώσει ή αν σκέτο ένστικτο θα μείνει…
Αυτό κάνει τη διαφορά απ’ τη συγγένεια εκείνη,
μα μόνο αν το επιλέξουμε και πούμε ναι στο κόστος
της συνειδητοποίησης, που κατοικεί ο νόστος90
μίας πατρίδας φωτεινής που είναι η καρδιά μας
και όχι ο Αμαζόνιος, τα δάση ή τα βουνά μας.
Γιατί ένστικτο έχει κι αυτός που σ’ ενοχλεί πια τόσο
κι απ’ τα δικά σου ένστικτα λέει: «πως θα γλυτώσω;»
Μα αυτά είναι γράμματα ψιλά, κοίτα εσύ να είσαι95
εύκολα ευσυνείδητος κι ευτυχισμένος ζήσε,
αφού έκανες το χρέος σου με την φιλανθρωπία
κι αυτήν την νέα οργάνωση που λέν’ οικολογία.
Το οικοσύστημαΆκου όμως, όταν μια καρδιά αληθινά αγαπάει,
χωράει. στου μίσους τα βρωμόνερα κανέναν δεν πετάει.100
Εσύ;Ξέρει πως φταίει και αυτή γι’ αυτό και δεν γκρινιάζει,
πρώτα κοιτάει να συγχωρεί κι όχι να νευριάζει.
Το «συγχωρώ» σημαίνει πως κι εσένανε χωράω,
πονάω για τα λάθη μας και δεν καταμετράω,
πόσα έκανες εδώ εσύ και πόσα εγώ στην άλλη,105
κι αν σου τα είπα εγώ εδώ και σήκωσα κεφάλι
να ξέρεις μέσα μου πονώ και το διακινδυνεύω
κριτής να πεις πως γίνομαι, ενώ κι εγώ παλεύω,
όλα αυτά που λέω εδώ να τα καταλαβαίνω,
πράξη να τα ‘χω κι αγνοώ, αν έστω προλαβαίνω110
τουλάχιστον να το ζητώ, καθάρια να τα βλέπω
και δεν φορώ ποτέ γι’ αυτά παράσημα στο πέτο,
πως ζω υποδειγματικά και άψογα και τέλεια,
μα ψάχνω τη μετάνοια γι’ αυτή μου την αμέλεια,
αντί να λέω πάντοτε πως φταίνε μόνο οι άλλοι.115
Είναι δουλειά αυτή του Κριτή, ας μην το πούμε πάλι.
Γι’ αυτό σου λέω, εσένανε κριτή ποιός σ’ έχει βάλει;
Πού ξέρεις τι έχει του αλλουνού το άρρωστο κεφάλι;
Αυτό το ξέρει ο γιατρός που διάγνωση του κάνει,
μα έχει και τη γιατρειά και το σωστό ντιβάνι120
να τον ξαπλώσει απαλά με αγάπη και φροντίδα
κι όχι να τον πατήσει εκεί σαν να ‘ναι κατσαρίδα!
Κι αν δει πως είν’ του θανατά, αδιόρθωτος για σένα,
σηκώνει το κεφάλι του και λέει θαύμα ένα,
μπορεί αυτόν τον Χριστιανό να τον γλυτώσει μόνο125
και τότε ψάχνει φάρμακο να δώσει για τον πόνο.
Και είν’ η Αγάπη φάρμακο που ξεπερνάει τον νόμο
καθώς δεν ξέρει απόρριψη, μα αποδοχή έχει μόνο.

~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ •~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ ΤΗΣ «ΤΣΕΠΗΣ»
Γιατροί με…Και μια που το συνέδεσα με τον γιατρό το θαύμα,
σύνοραμια σπάνια περίπτωση είναι αυτή και τραύμα
έχει υποστεί η περιοχή της πίστης κι η ελπίδα
φαντάζει πια αφέλεια στην ιατρική σφραγίδα.
Θεοί είναι μόνο οι γιατροί, μα θαύματα δεν έχει5
κι αν νιώθουν παντοδύναμοι, το νιώθουνε στην τσέπη.
Εκεί μετρούν τα «θαύματα» που πράγματι είν’ σπουδαία,
γι’ αυτό ως και το ιατρείο τους έχει άποψη και θέα,
δήθεν για να ευχαριστηθεί ο δόλιος ασθενής τους,
μα αυξάνουνε το κύρος τους και το ύψος της τιμής τους.10
Δεν εννοώ της ηθικής, μα της επίσκεψής τους,
για να ‘ναι τέλειο το ντεκόρ της high υπόληψής τους.
Χτίζει η αρρώστια εξοχικά, αμάξια σπορ και σκάφη,
γίνεται ο πόνος κτίρια, θυρίδες με χρυσάφι,
γιατί η ανάγκη δε μιλά, βουλώνει κάθε στόμα.15
«Ας ζει αυτός μες στη χλιδή, μα ας ζήσω λίγο ακόμα
κι ας σταματήσει ο πόνος μου ή αυτός του συγγενή μου
δεν λογαριάζω τα λεφτά, πουλάω και το βρακί μου,
αφού όσα και αν του δώσω εγώ, πάλι θα του χρωστάω,
αν με γιατρέψει και γι’ αυτόν ποτέ δεν θα μιλάω,20
γιατί όλες οι ελπίδες μου κρέμονται απ’ το γιατρό μου,
ας είναι κροίσος, συμφωνώ, αν βρω το γιατρικό μου».
Κορώνα-γράμματα η ζωή δεν παίζεται κι η υγεία
έχει, το λέμε πάντοτε, την πρώτη σημασία!
Γι’ αυτό και συγχωρέστε με, αξιότιμοι γιατροί μου,25
που την εξέθεσα σκληρά εδώ την άποψή μου,
μα δεν βαστάει η συνείδηση διακρίσεις και στον πόνο
κι είναι φρικτό που έφτασε κι εδώ το χρήμα μόνο
ν’ αποφασίζει, ποιός και πώς και πόσο θα επιζήσει.
Θα 'θελα να ‘ξερα από σας, αν κάποιος αρρωστήσει30
σ’ άλλον πλανήτη, που εκεί το χρήμα του δεν πιάνει,
γιατί εκεί συναλλάσσονται μ’ αγάπη, τι θα κάνει,
εκεί που θα ‘ναι πάμφτωχος, τι θα βρει για να δώσει,
ποιός θα τον κάνει μάγκα εκεί και ποιός θα τον γλυτώσει;
Και πίστεψέ με πως θα ‘ρθει κάποτε κείνη η ώρα,35
που ετούτη η συναλλαγή φανταστική είναι τώρα,
μα τότε θα ‘ναι αληθινή και θα ‘χουν καταθέσεις
μόνο εκείνες οι καρδιές που ψάχνουν τώρα θέσεις
μες στα νοσοκομεία μας και μπαίνουνε στα ράντσα,
γιατί δεν έχουνε ευρώ για «λάδωμα» καβάντζα.40
Γι’ αυτό αντιμετωπίζονται χειρότερα απ’ τα ζώα
κι αφήνονται στον πόνο τους, μα σε κοιτάν αθώα
και πάλι δε σ’ αμφισβητούν, δεν σου κρατάνε μίσος.
Σκέφτομαι πως αν οι γιατροί ήταν εκείνοι ίσως,
εκεί που σου ‘πα σε αυτόν τον άλλον τον πλανήτη,45
αυτοί δεν σε κοιτάζανε με σηκωμένη μύτη.
Κι ίσως σε γιάτρευαν χωρίς αντάλλαγμα και δώρα,
μόνο με την αγάπη τους, που είν’ περισσή από τώρα.
Ξέρω, γιατρέ, θα πεις σκληρά δουλεύεις και αξίζει,
γιατί ούτε μ’ άπειρα λεφτά κανείς δεν ανταμείβει50
τον κόπο και τον μόχθο σου και την μεγάλη ευθύνη.
Πες το και στον εργάτη αυτό, που τον ιδρώτα χύνει
ντάλα καταμεσήμερο μες σε βροχές ή κρύο
και με τσιμέντα πολεμάει να υψώσει το «θηρίο»
βαρέα κι ανθυγιεινά, νομίζω πως το ξέρεις55
κι είναι κι αυτός υπεύθυνος, γιατί θα υποφέρεις,
αν φτιάξει τα θεμέλια του όμορφου σπιτιού σου
σαθρά και επιπόλαια για βάλε το στο νου σου!
Ξέρω πως δεν θα ήθελες ν’ αμείβεσθαι τα ίδια,
μα κοίτα όμως μη θαρρείς πως μοιάζουν με παιχνίδια60
τα άλλα επαγγέλματα, για δες τους ασθενείς σου,
το άγχος και η κούραση τους έκαναν μαζί σου
να συναλλάσονται κι αφού ανάγκη πια σε έχουν,
ξηλώνουνε τις τσέπες τους και σούζα μπρος σου στέκουν,
στα μάτια σε κοιτάζουνε, σε βλέπουν σαν Θεό τους65
και σαν ληστή ταυτόχρονα, μα το ‘χουν μυστικό τους.
Δεν μπαίνουνε στη ζυγαριά η ανάγκη με το χρήμα
να τα ζυγίζεις στυγερά είναι μεγάλο κρίμα.
Ακριβά πτυχίαΘα ‘πρεπε να τα έπαιρνες απ’ τους ομοίους σου μόνο,
αυτούς που εκμεταλλεύονται για χρήματα τον πόνο70
όπως κι εσύ σ’ όποιον βρεθεί σ’ ανάγκη κι ευκαιρία
βρίσκουνε κι ακριβά πουλούν τα ωραία τους πτυχία.
Τους δικηγόρους τους καλούς, τους αρχιτέκτονές μας,
τους ξύπνιους μας μηχανικούς, τους επιστήμονές μας.
Μην τους τα σύρω κι αυτωνών, τα ίδια είναι με σένα75
και στην ψευτιά και στην κλεψιά, τα ‘χουν καλά στρωμένα.
Μα να μην είμαι κι άδικη, υπάρχουν κι εξαιρέσεις
κι ελπίζω εσύ που διάβασες να ‘σαι αυτής της θέσης!
Παιδεία κάτωΘέλω να πω και δυο γραμμές για κείνη την Παιδεία,
απ’ τη βάσηπου βέβαια ψωμολυσσά, μα μοιάζει συμφωνία:80
Να ‘χουν μισθούς που μοιάζουνε μ’ επίδομα ανεργίας,
για να ‘ναι η απασχόληση με χαρακτήρα αργίας
και να ‘ναι η εκπαίδευση πια άνευ σημασίας
και το λειτούργημα να μπει εκτός πια λειτουργίας.
Του κράτους οι εκπαιδευτικοί ψάχνουν λεφτά να ζήσουν,85
εκτός κι αν στην ιδιωτική εκπαίδευση το ρίξουν.
Κι αφού μονάχα μια δουλειά γύρεψαν στο δημόσιο,
δεν έχουν κι υποχρέωση να κάνουν και τον όσιο.
Σ’ ένα στεγνό επάγγελμα κοιτάν να εκτελέσουν
τον ρόλο τους ανέμπνευστα, αφού έτυχε να δέσουν90
εκεί τον γαϊδαράκο τους μέχρι την σύνταξή τους
και τον καημένο μαθητή τον λεν βασανιστή τους.
Βρε συ, τι φταίνε τα παιδιά που θες και να ‘ναι εντάξει,
αφού το βλέπουνε καλά, σαν μπαίνεις μες στην τάξη
ότι βαριέσαι αφόρητα και όρεξη δεν έχεις95
κι ότι των νιάτων την ορμή καθόλου δεν αντέχεις.
Αφού τα βλέπεις εχθρικά και θέλεις να τα πνίξεις
και μόνο με εκβιασμό και νόμους θες να δείξεις,
πως νοιάζεσαι για τον σωστό και τον καλό τους δρόμο,
μα αυτά με περιφρόνηση σε βλέπουν ή με τρόμο100
και λαχταρούν το διάλειμμα και τη ζεστή φιλία,
μόνο γι’ αυτό ανέχονται τα άθλια θρανία.
Δεν έμεινε άλλο τίποτα να τα ζεσταίνει λίγο,
γι’ αυτό σαν μεγαλώσουνε λένε, όταν θα φύγω,
θα ρίξω μαύρη πέτρα εγώ κι ευθύς μακρυά θα τρέξω105
όπως κι εσύ, άλλωστε, το λες και μέσα μα κι απ’ έξω.
Μα αυτά επειδή είναι τρυφερά και μοιάζουν μελισσάκια,
βρίσκουν και μέσα στα σκατά λίγα τριανταφυλλάκια
και έτσι την καρδούλα τους λιγάκι την ζεσταίνουν,
στην πιο καλή περίπτωση και δεν καταλαβαίνουν110
μέσα στο ωραίο παιχνίδι τους, την παιδική την πλάκα
ότι η πραγματικότητα μοιάζει με βίαιη τράκα,
με σύγκρουση μετωπική και πως γι’ αυτό είναι ζόμπι
των θλιβερών καθηγητών το άθλιο το λόμπι.
Γι’ αυτό είναι σαν φαντάσματα, δύσμοιροι, στεγνωμένοι,115
οι δάσκαλοι που στο μισθό νιώθουν αδικημένοι
κι όλο ζητάνε σεβασμό κι όλο μιλάν για αξίες.
Μην τους κοιτάς όμως γιατί θα έχεις απορίες.
Πώς γίνεται να σου ζητούν αυτά που αυτοί δεν έχουν;
Και πώς μονάχα την κακή σου διαγωγή προσέχουν;120
Αυτοί έχουν την απαίτηση απ’ τα παιδιά ν’ αρχίσουν
μελέτη δίχως έμπνευση, θαρρείς κι έτσι θα ζήσουν,
σαν να ‘ναι μηχανήματα μόνο με το κεφάλι.
Το βλέπετε; Εδώ αρχινά το μαύρο αυτό το χάλι,
που είπαμε τόσες φορές πως κάνει την καρδιά μας125
παγόβουνο! Κι αλίμονο, αρχίζει απ’ τα παιδιά μας!
Βέβαια, εξαιρέσεις και σ’ αυτήν υπάρχουν την εικόνα,
μα επιβεβαιώνουνε τον ίδιο τον κανόνα.
Όμως δεν μας πτοούν αυτά, εμείς τα προωθούμε
κι ας σκάσουνε στο διάβασμα, αρκεί να τα χαρούμε130
μια μέρα επιστήμονες λαμπρούς μα και φραγκάτους,
λες και τους κάνει το «χαρτί» παπουτσωμένους γάτους
κι έτσι δεν θα νοιαστούν ποτέ για τέτοια «ευαγγέλια».
Η εμφιάλωσηΗ επιστήμη καλλιεργεί δικά της άλλα αμπέλια,
για να ‘χει διαλεχτό κρασί απ’ του φτωχού το αίμα135
και το ‘χει πια για νόμιμο το κλέψιμο, το ψέμα.
Έχει να πίνει και πουλάει, αν θέλεις, και σε σένα,
χύμα εσύ τους τα ‘δωσες, πάρ’ τα εμφιαλωμένα!
Και τρέξε συμπονετικά τον αδερφό να σώσεις,
που να βρει αυτός τόσα λεφτά, ζητάει να τον γλυτώσεις,140
αφού ήπιανε το «αίμα» του, θέλει «αιμοδοσία»,
μα αν δεν τα καταφέρετε, υπάρχει η ευθανασία!

~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ •~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~

ΚΡΙΤΙΚΗ ΧΩΡΙΣ ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗ
Οι καλοί εμείςΈτσι, στο κόσμο τον καλό που ‘ναι δικαιωμένος,
καιόλοι δηλώνουν υγιείς κι ο άλλος είν’ βλαμμένος.
οι κακοί άλλοιΚι έτσι νομίζουνε αυτοί που ‘χουν ωραίες ιδέες
ότι θα φτάσουνε μ’ αυτές σε εποχές πια νέες.
Γι’ αυτό διαχωρίζουνε καλά την άποψή τους5
με αγώνες και συνθήματα μες στην οργάνωσή τους.
«Να πάνε οι καλοί από δω και οι κακοί απ’ την άλλη»
κι εγκαταστήσαν αυστηρό κριτή μες στο κεφάλι.
«Τι θέλει ο κάθε άρρωστος να είν’ ανάμεσά μας;
Καλά, δε λες για το παιδί, τον φίλο, την μαμά μας,10
μα αυτό το λες κυρίως γι’ αυτούς που έχουμε στα μαύρα
κατάστιχα και φαίνεται πως έχουν κακή αύρα
και που απεχθανόμαστε γιατί αυτοί φταιν όλο,
ναι, αυτοί που το ‘δαμε καλά πως ζούνε μες στο δόλο,
αυτοί που ανατριχιάζουμε απ’ την αισθητική τους,15
και που ίσως είναι ανύπαρκτη η όποια ηθική τους,
ναι! Αυτοί που τους τα είπα εγώ εδώ και τόση ώρα.
Πολλές φορές θα τους τα πω, μα άκου κι εσύ τώρα,
πως έχει μία διαφορά να ψάχνεις την αλήθεια
και να την λες, από το να σου γίνεται συνήθεια20
να νιώθεις ο κατήγορος και να ‘σαι οργανωμένα
και να μη βλέπεις πρόβλημα ποτέ σου και σε σένα.
Ο «αθώος»Αφού τον λίθο σήκωσες, τουλάχιστον για πες μας
τις αμαρτίες σου κι εσύ πριν μας πουλήσεις πνεύμα.
Είσαι καλός κι επιθυμείς τον κόσμο χωρισμένο25
σε δίκαιους και σε καλούς με σένα εξαγνισμένο;
Άραγε, τι κάνεις γι’ αυτό; Πόσο στενοχωριέσαι;
Έχεις δικά σου σφάλματα ή έτσι συγχωριέσαι
και θέλεις μόνο τους κακούς ευθύς να τους σκοτώσεις,
βρε, άμα είσαι Άγιος, έλα για να μας σώσεις!30
Μα εγώ από τη στάση σου, θα προτιμήσω άλλη
να βλέπω, μα να μη θαρρώ το σκάρτο μου κεφάλι
πως είναι το καλύτερο και βρήκε αυτό τη λύση
κι ότι ο κόσμος τελικά έτσι θα καθαρίσει,
αν γίνουμε παράταξη οι ωραίοι κι ενωθούμε35
κι αν επιτέλους τους κακούς «στο διάολο» τους πούμε!
Το πράγμα σοβαρότερο μου φαίνεται πως είναι
κι η πρώτη λύση είν’ αυτή: «Τον εαυτό σου κρίνε»!
Δεν σώζεται πια τίποτα με την πολιτική μας,
«τα ίδια Παντελάκη μας, τα ίδια Παντελή μας».40
Θέλει να γίνει ρεκτιφιέ μες στην συνείδησή μας
κι ένα συγγνώμη αρχικά στην ίδια την ψυχή μας,
που την ξεχάσαμε εντελώς και ζούμε σαν τα ζώα,
ψεγάδι όμως δεν βλέπουμε, σε μας είν’ όλα αθώα.
Η αγάπηΜα ακόμα κι έτσι αν ήτανε και δίκαιος αν ήσουν45
εξόριστηκι οι άλλοι θέλουν τ’ άδικο, κοιτάν να σε χτυπήσουν,
γιατί δεν στρέφεις τότε εσύ την άλλη τη μεριά σου,
μπορεί να γίνει θαύμα αυτό, να τραβηχτούν μακρυά σου.
Που ξέρεις, το δοκίμασες; Έτσι κι αλλιώς χαμένος
δεν λες πως είσαι; Τι το θες να ‘σαι και θυμωμένος;50
Αφού ποτέ δεν νίκησες με το σπαθί στο χέρι,
αλλιώς η ανθρωπότητα θα ‘μοιαζε με άλλο αστέρι.
Και θα προοδεύαμε διαρκώς όχι στην επιστήμη,
μα στην αγάπη και σ’ αυτό που λεν δικαιοσύνη.
Αφού είναι πάντα ο δυνατός εδώ ο Κυβερνήτης,55
τι να της κάνει η φτέρνα σου της υψηλής του μύτης;
Κι αν κάποιες φορές φάνηκε πως κάτι πάει να γίνει,
ξεφούσκωσε και να ‘μαστε σε τούτο το καμίνι
και μη μου πεις τάχα πως αν οι τόσοι επαναστάτες
δεν πολεμούσαν θα ‘χαμε ακόμη φεουδάρχες.60
Πέφτει το ένα σύστημα κι έρχεται κάποιο άλλο
μες από αναταραχές κι από τεράστιο σάλο,
μα στην ουσία νοιάζεται μόνο για εξουσία,
χρησιμοποιεί τον πόνο μας κι αλλάζει προσωπεία.
Εγώ δεν βλέπω διαφορά σε τούτη την πορεία,65
συνέχεια κύκλους κάνουμε μέσα στην ιστορία,
όμως το αποτέλεσμα το ίδιο παραμένει?
η αγάπη είναι εξόριστη κι ο θάνατος προσμένει.
Τώρα αν εσύ αισθάνεσαι ικανοποιημένος
με αυτές τις κατακτήσεις μας, γιατί είσαι θυμωμένος;70
Αφού λυθήκαν ως εδώ όλα μ’ επαναστάσεις,
με μία επανάσταση και στην Εδέμ θα φτάσεις.
Μια «επ! Ανάσταση» για εκεί χρειάζεται να γίνει,
μα θέλει πρώτα θάνατο ο νους μας κι έχει οδύνη.
Γιατί είμαστε αμείλικτοι μόνο στον διπλανό μας75
και εντελώς επιεικείς στον σκάρτο εαυτό μας.
Άμα δεχτείς πως φταις κι εσύ κι όχι οι άλλοι μόνο
θα έρθει η συγχώρεση που ‘χει μεγάλο πόνο,
γιατί απαιτεί να γκρεμιστεί πρώτα ο εγωισμός μας
και να παραδεχτεί πολλά λάθη του ο εαυτός μας.80
Τότε δεν θα ‘ναι χώρια πια η Αθήνα και η Σπάρτη,
ώστε άλλοι να ‘ναι από δω κι άλλοι από κει στο χάρτη!
ΑνοιχτάΚαι λέω, αν σε ρώταγα, αφού το φέρνει η ώρα,
στρατόπεδα.τη Σπάρτη θα προτίμαγες ή την Αθήνα τώρα;
Η μάσκαΑπλά ρωτάω για να δω, αν είσαι δημοκράτης,85
της οργήςνα ξέρω, τίνος πνεύματος είσαι επαναστάτης;
Να δω τι θα τους έκανες αυτούς που βρίζεις τώρα,
θα τους καθάριζες μεμιάς ή θα ‘τανε στη χώρα;
Αν πεις τη Σπάρτη τελικά κι ολιγαρχία γουστάρεις,
Καιάδα έχεις μέσα σου, ρίχ’ τους να μη φρικάρεις.90
Μα αν όμως τάχα θες εσύ των Αθηνών το πνεύμα,
πρέπει να οραματίζεσαι ειρηνικά ένα ρεύμα
στην πιο εξελιγμένη του μορφή και σημασία
που να γεννήσει μια σωστή, τέλεια Δημοκρατία.
Και να μην τους χρειάζεται τους άχαρους τους νόμους,95
γιατί ελεύθερα η καρδιά κι όχι με αστυνόμους
θα μάθει πρώτα ν’ αγαπά κι ύστερα να ψηφίζει,
γιατί αν η αγάπη κυβερνά και όλα τα ορίζει,
κανένας δεν χρειάζεται να έχει εξουσία
ούτε άλλος να ‘ναι υποτελής μέσα στην κοινωνία.100
Τότε επιτέλους ίσως δεις εκείνη εκεί τη χώρα,
που βέβαια σου ‘ναι αδύνατον να τηνε νιώσεις τώρα.
Αυτή τη χώρα που χωρά όλος μας ο πλανήτης
κι ας είναι λίγα εκατοστά μόνο η διάστασή της.
Εκεί όπου η ταυτότητα που ο καθένας έχει,105
είναι η βεβαιότητα πως όλους μας συνέχει
μία κοινή συνείδηση που πρόσωπα μας θέλει
ανθρώπων που είν’ αληθινοί κι αισθάνονται ως μέλη
κι ως πρόσωπα ταυτόχρονα σώματος ενιαίου
κι όχι ως άψυχα άτομα συστήματος χυδαίου110
που καταργεί τα πρόσωπα κι ανθρώπους μετατρέπει
σ’ άψυχη μάζα πολιτών που αντί καρδιά έχουν τσέπη.
Μα εσένα αυτό σου φαίνεται να είναι ουτοπία,
γιατί τους συνανθρώπους σου τους βλέπεις για θηρία.
Κι έτσι φωνάζεις και γι’ αυτό το πνεύμα της ειρήνης,115
νιώθεις μ’ αυτό ειρηνικός και δίκαιος που κρίνεις
αυτούς που με όπλα πολεμούν άδικα κάποιους άλλους,
δε λέω πως είν’ αυτό σωστό, μα άσε τους μεγάλους,
ξεκίνα απ’ τη μάσκα σου και πρώτα εκείνη βγάλε,
που της οργής τα χρώματα έχει κι αυτή, μεγάλε!120
Κι ενώ εσύ ειρηνικά διαδήλωσες για κρίνε
αισθήματα πολεμικά μήπως βαθιά σου είναι!
Κι άμα μου πεις πως πνίγεσαι από την αδικία
να μην τα ξαναπούμε εδώ, κοίτα την ιστορία
και μάθε πως ο αληθινός, γνήσιος επαναστάτης125
είναι αυτός που δέχεται τον πόνο της αγάπης.
Γι’ αυτό, έστω για μια φορά, άσε τα «ιδεώδη»
και κοίτα με συμπάθεια ως κι αυτόν τον Ηρώδη.
Άλλο είναι να σιχαίνομαι τις πράξεις και τους ρόλους
κι άλλο τους συνανθρώπους μου να βλέπω για διαβόλους.130
Γιατί έτσι θα ‘ναι ανοιχτά στρατόπεδα όπως πάντα,
εκείνοι με τα όπλα τους κι εσύ στην άλλη μπάντα,
θα ονειρεύεσαι το πώς να πάρεις εξουσία.
Δεν είμαστεΣε είδα στην προεκλογική αυτήν την εκστρατεία
φτιαγμένοινα τρίζεις τα δοντάκια σου, να υψώνεις τη γροθιά σου,135
για αρμονία;ξέρω όσα σε πνίγουνε, μα είναι θέλημά σου
να ‘ναι κομμάτια ο κόσμος μας γεμάτος παρατάξεις;
Δεν ξέρω, εγώ βαρέθηκα και θα ‘θελα ν’ αλλάξει
κι αντί ν’ αγωνιζόμαστε για την πολυφωνία
να ψάξουμε πού κρύφτηκε άραγε η αρμονία140
που αναζητάει η ψυχή και μάταια τη γυρεύει,
πότε από δω, πότε από κει, ποιός τάχα της την κλέβει;
Σφηνώθηκε στη μουσική και μόνο εκεί πια μένει;
Και τότε η ψυχούλα μας πώς την καταλαβαίνει;
Κι αγάλλεται κι αισθάνεται σαν να ‘ναι ερωτευμένη,145
γι’ αυτό γυρεύει μουσική και ομορφιά η καημένη;
Εσύ τι λες, δεν είμαστε φτιαγμένοι γι’ αρμονία;
Μόνο το χάος κυριαρχεί σ’ αυτήν την κοινωνία;
Μα η αρμονία δόθηκε για να μας το θυμίζει
ότι Αυτός που έφτιαξε τον κόσμο και ορίζει,150
επιθυμεί να φτάσουμε σε κείνα εκεί τα ύψη,
που πια κανείς δεν θα μπορεί άλλο να μας το κρύψει
τ’ αληθινό κείνο νερό που τόσο το διψάμε,
και υποφέρουμε γι’ αυτό και νιώθουμε να σκάμε.
Και από τώρα, αν θέλουμε, μπορεί να μας το δώσει,155
μα εμείς είμαστε ελεύθεροι και προτιμάμε δόση
μόνο απ’ αυτό που βλέπουμε με τα τυφλά μας μάτια
να στέκει στις λακκούβες μας με λάσπες και κομμάτια,
απ’ το άθλιο και σιχαμερό του εγωισμού το έλος,
που ‘χει σκουπίδια, αλλά εμείς δεν βάζουμε ένα τέλος,160
γιατί ούτε που θυμόμαστε στην σίγουρη οπτική μας,
τι είναι αυτό που λαχταρά κι επιθυμεί η ψυχή μας.
Τα κόλπα της πολιτικής είναι πια όλα ίδια,
μας έχουν δείρει από παντού, μας σπάσαν τα παΐδια,
κι ενώ το βλέπεις μάταιο δεν θέλεις και να κάτσεις165
στ’ αυγά σου κι έτσι από ντροπή μας λες πως δε θ’ αράξεις
μα ανένταχτος, περαστικός είσ’ απ’ αυτό το κόμμα.
Ποιος είσαι συΤο «κόμμα» είναι, αδερφέ, τ’ ότι δεν ξες ακόμα,
καιτι είν’ αγάπη, ανθρωπιά και πως ο διπλανός σου,
ποιος ο εχθρός;όποιος κι αν είναι, κοίτα τον και δες τον εαυτό σου.170
Αυτός είναι τη μια φορά εκείνος που πεινάει,
μπορεί για την αγάπη σου και όχι για να φάει.
Αυτός κάνει τον πόλεμο και είναι ο εχθρός σου,
μα ο ίδιος του λαβώνεται κι είναι συνάνθρωπός σου.
Τον έχει η τρέλα του θυμού σαν τίγρης και τον τρώει,175
τον έχει κι η απληστία του στα χέρια κομπολόϊ
κι εσύ παίρνεις την θέση σου για να του ρίξεις πέτρα;
Αυτήν έχεις για λύση σου; Για κάθησε και μέτρα:
Άγιος που δέκα θαύματα ήτανε για να κάνει
και έκανε μοναχά εννιά στ’ αλήθεια δεν τον φτάνει 180
εκείνον τον απαίσιο, στυγνό εγκληματία,
που ήτανε δέκα εγκλήματα να κάνει και θυσία
έκανε το ένα έγκλημα και μείωσε στα εννέα.
Ποιός είσαι συ και ποιός ο εχθρός ρώτα το δεκανέα
όχι του στρατοπέδου σου, ούτε και του δικού μας,185
μα Αυτού που δεν μεροληπτεί, του δίκαιου Αρχηγού μας.
Αφού εσύ θες στρατόπεδα ο κόσμος μας να μοιάζει
και βρίσκεις το κεφάλι σου δίκαιο να φαντάζει,
μάθε πως Δικαστής καλός είναι μονάχα ένας,
Αυτός που είν’ αναμάρτητος, μα από μας κανένας190
ως τώρα δεν υψώθηκε σ’ εκείνη εκεί τη θέση,
γιατί εκεί κάθεται Αυτός και ας μας συγχωρέσει
που η Αγάπη είναι η ουσία Του και Δίκαιο ο ορισμός Του
και που όλα μας τα σφάλματα τα σήκωσε ο Σταυρός Του.
Και για όλους μας Αυτός ποθεί να φτάσουμε στο Φως Του,195
γι’ αυτό το είπε στον ληστή πριν έρθει ο θάνατός Του
ότι «μαζί Μου είσαι συ την τελευταία την ώρα
κι ας λήστεψες κι ας σκότωσες, σβήνονται όλα τώρα».
Έγκλημα καιΜήπως σου κακοφαίνεται, που σβήστηκαν τα χρέη
τιμωρία:αυτού που σε όλη την ζωή φαινότανε να φταίει;200
Γόρδιος δεσμόςΜάθε πως η μετάνοια είναι απλή ιστορία
και σπάει τον κύκλο που ‘γραφε «ΕΚΓΛΗΜΑ-ΤΙΜΩΡΙΑ»!
Μοιάζει με κόλπο να ‘ναι αυτό και μας θυμίζει απάτη,
άμα σκεφτούμε πονηρά και κλείσουμε το μάτι
λέγοντας «μετανόησα», μα μέσα στο μυαλό μας205
το σχέδιο καταστρώνουμε και πάλι το γνωστό μας.
Όμως δεν είναι έτσι αυτό, δεν φτάνει να το λέμε
και αν το νιώσουμε βαθιά, θα φτάσουμε να κλαίμε
και θα ματώσει η καρδιά σαν νιώσει την Αγάπη
κι αντιληφθεί αιώνια πως γύριζε την πλάτη210
στο φως της και πλανιότανε και χόρταινε στα πάθη.
Θα συντριβεί απ’ το μέγεθος του Ελέους του σαν μάθει
ότι αμέσως συγχωρεί ο Αγαθός Κριτής μας
και το ύψος της Αγάπης Του γίνεται ανιχνευτής μας.
Και ρίχνει Φως και φαίνονται όλα μας τα σκουπίδια,215
μα νιώθοντας ελεεινοί, ευγνωμοσύνη αιφνίδια
μας κατακλύζει την καρδιά, ταυτόχρονα με αγάπη,
γι’ αυτό και είναι φωτεινό η μετάνοια μονοπάτι.
Η αγάπη και η συγχώρεση πάνε μαζί πακέτο
και δεν γνωρίζουν δίκαιο ατομικό και σκέτο.220
Αγάπη είναι να ξεχνάς τελείως τον εαυτό σου,
το δίκιο, τις απόψεις σου κι όλο το συρφετό σου.
Έχει η αγάπη δύναμη, κάνει την ουτοπία
να γίνει αλήθεια στην καρδιά κι όχι ξιφομαχία.
Δεν είναι ουτοπικά αυτά που βγάζεις στη γωνία,225
γιατί είναι λες για τα παιδιά και για την εκκλησία.
Ενότητα η πολιτική δεν ξέρει καν τι είναι
στα λόγια μόνο την χωρά γι’ αυτό σε ένα μείνε:
Πως μόνο μέσα στην καρδιά η ενότητα συμβαίνει
κι αν από κει δεν ξεκινά ποτέ δεν πετυχαίνει.230
Ο αληθινόςΑυτό είν’, αγαπημένε μου, να είσαι επαναστάτης:
επαναστάτηςΝα πολεμάς τον ίδιο σου τον εαυτό κι αντάρτης
να γίνεσαι στην πάλη σου με τον εγωισμό σου
κι όχι να βγάζεις το σπαθί μόνο στον διπλανό σου.
Κι όλα τα δεδομένα σου συνέχεια να γκρεμίζεις235
και όχι να τα προσκυνάς και να κοιτάς να χτίζεις
καινούρια οικοδομήματα και μέσα να μας κλείσεις
με σάπια ιδεολογήματα και εγκεφάλου πλύσεις!
Ενότητα δε χτίζεται σε θεωρίες επάνω
κι είν’ η αλήθεια δύσκολη, κοστίζει παραπάνω,240
γιατί σε βάζει να χτυπάς πρώτα τον εαυτό σου,
να ξεκινάς πρώτα απ’ αυτόν τον πονηρό εχθρό σου,
που για του άλλου την βρωμιά την μύτη του την πιάνει,
μα όμως την βρωμίτσα του την έχει για λιβάνι.
Όποιος αγάπη χώνεψε, δε βγάζει το κεφάλι245
απ’ το χαράκωμα αυτό να πει: «μα φταιν κι οι άλλοι».
Μέσα ο θυμός του στρέφεται, έξω του δεν ξεσπάει,
«εγώ ίσως φταίω» σκέφτεται κι αληθινά πονάει.
Αυτός δεν είν’ ενοχικός, μα ελεύθερος μου μοιάζει,
βγαίνει απ’ το σκοτάδι του και πια στο φως κοιτάζει.250
Γιατί είναι μέσα στην καρδιά μεγάλη ελευθερία
να ‘ρθει η Αγάπη ξαφνικά να κάνει ανταρσία,
στου εγωισμού τη φυλακή που έβαλε ο «μεγάλος»,
ο όφις λέω ο πονηρός κι όχι κανένας άλλος,
το ζεύγος, τους Προπάτορες ώστε να πει ο καθένας255
ότι ο άλλος έφταιγε, ενώ θα ‘φτανε ένας
μία συγγνώμη να ‘λεγε για τον συνάνθρωπό του.
Πώς κάνει το μικρό παιδί μπροστά στον δάσκαλό του;
Κρύβει του φίλου τη ζημιά, λέει πως είν’ δική του,
δεν μαρτυράει, γιατί αγαπάει τον φίλο που είν’ μαζί του,260
συμπαίκτης και συμμαθητής κι ο δάσκαλός τους τότε
πιάνεται στο φιλότιμο και λέει: «ποινή δεν τρώτε».
Ποιός όμως τα θυμάται αυτά; Ποιός είναι σαν παιδάκι;
Αυτός που ανοίγει μέσα του την πόρτα στην Αγάπη,
που έχει τον ήλιο στην καρδιά και σ’ άλλον κόσμο είναι,265
αυτός βλέπει παράδεισο κι ας γύρω του είν’ εκείνες
οι καταστάσεις οι κακές που το ηθικό του σπάνε.
Κι εκείνον τον αγγίζουνε και μέσα τον πονάνε,
μα έχει ελπίδα σταθερή και δεν χάνει το θάρρος,
γιατί δεν έχει εγωισμό, που ξέρεις, είν’ κουμπάρος270
με την απελπισία μας, την μαύρη σκοτεινιά μας
και λέει να κυνηγάμε εμείς συνέχεια την σκιά μας.
Οι σνομπΣυγγνώμη αν κουράστηκες απ’ την πολυλογία,
πολιτισμένοιμα θα στο πω άλλη μια φορά, γιατί έχει σημασία.
και οι άξεστοιΠως ιδιαίτερα πολύ με ανησυχούν εκείνοι275
οι φίλοι μου οι ευγενικοί που λεν πως τους τη δίνει
ο άξεστος συνάνθρωπος, ο βλάχος, ο βλαμμένος,
αυτός που ακούει σκυλάδικα κι είναι χοντροκομμένος,
ο μέσος νεοέλληνας με χαμηλή κουλτούρα,
που φαίνεται από μακρυά σαν να ‘ναι σημαδούρα,280
απ’ το άχαρό του ντύσιμο, από την ξιπασιά του
και περιφέρει για αρχοντιά κάθε χοντροκοπιά του,
ιδιαίτερα όταν βρίσκεται κοντά σε ωραίους στυλάτους
και νιώθει πως η γειτονιά αυτή έχει άλλους γάτους,
ράτσας κομψής και λυγερής και πιο πολιτισμένης,285
μυστήριας, εναλλακτικής και λεπτοκαμωμένης.
Και βέβαια λούζεται ευθύς την περιφρόνησή τους
που ακόμα δεν κατάλαβε την σύγχρονη άποψή τους
και τόλμησε και φώναξε την πιο ωραία ώρα
στο τέλειο ηλιοβασίλεμα δίπλα απ’ την αιώρα290
και ρεύονταν και έβγαζε από νάυλον σακούλα
κεφτέδες! Και τους άψογους τους έπιασε αναγούλα!
Σε πιάνει φρίκη, φίλε μου, που ‘σαι πολιτισμένος!
Λες σέβεσαι τον άνθρωπο, μα τον κοιτάς σαν ξένος.
Την κατηγοριοποίηση την έχεις στο τσεπάκι,295
αλλιώς κοιτάς τον Σοφοκλή κι αλλιώς κοιτάς τον Λάκη,
γιατί δεν τα κατάφερε να είναι σαν κι εσένα,
ευαίσθητος, διακριτικός, μη μου τα λες εμένα,
πως τάχα εσύ δεν πρόσθεσες ποτέ σ’ αυτή τη φρίκη,
γιατί τον πίνεις τον καφέ στη χόβολη σε μπρίκι300
κι έτσι αισθάνεσαι σωστός, πάντα δικαιωμένος,
μια κι έχεις στυλ και άποψη κι είσαι και μορφωμένος
και δεν είσαι καράβλαχος, ίσως και κύρος να έχεις
και ντελικάτο επάγγελμα: Γιατρός ή καλλιτέχνης;
Και επειδή κρατάς γερά αυτά τα δεκανίκια,305
όλους τους κρίνεις αυστηρά και λες πως έχεις δίκια;
Ας το ομολογήσουμε, θα μείνει μεταξύ μας,
συμβάλλουμε κι εμείς σ’ αυτό που φτιάχνει την οργή μας.
Στην όποια ασχήμια τελικά που τόσο μας τη δίνει
κι ας μην αναλαμβάνουμε ποτέ μας την ευθύνη.310
Εμείς είμαστε πάντοτε τα πιο καλά παιδάκια
κι όλο μας φταίνε οι κακοί και φτύνουμε φαρμάκια,
που χάλασαν τον κόσμο μας και τόσο τον μολύναν,
που βάλανε στη διαπασών κι ακούνε Πέγκυ Ζήνα,
που εκπέσαν στις αξίες τους και η ποιότητά τους315
είναι πιο κάτω απ’ το μηδέν και που η ξιπασιά τους
φαίνεται στα σκουπίδια τους που ρίχνουν όπου να ‘ναι
και που το αυτοκίνητο συνέχεια παρατάνε
καταμεσής και άτσαλα, έτσι που να εμποδίσει,
αυτοί δεν έχουν πρόσβαση στην ακριβή τη λύση320
να έχουνε όπως κι εσύ έτσι εύκολα αποκτήσει
πάρκινγκ που να ‘ναι ιδιωτικό κάτω από το σπίτι
κι έτσι να παριστάνουν τον νομοταγή πολίτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου