Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

14. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

ΟΥΤΕ ΨΥΧΗ ΝΑ ΛΕΙΠΕΙ
ΕπιστροφήΓι’ αυτό είναι στην ευθύνη μας πού θέλουμε να πάμε
στην Ιθάκηκαι είμαστε για κλάματα που ακόμα δεν πετάμε.
Αυτό είναι για μετάνοια, γι’ αυτό είμαστε φταίχτες
ο κάθε ένας από μας κι όχι του έργου οι παίχτες.
Το «εγώ δεν φταίω» ήτανε που έκλεισε την πόρτα5
του κήπου που παράδεισος λέγεται όπως πρώτα.
Κι αν δεν θυμάσαι τίποτα, φταίει που οι πρόγονοί μας
ακούσανε τη συμβουλή του ανταγωνιστή μας
και προτιμήσαν σαν Θεοί να θέλουνε να γίνουν,
ο ένας στον άλλον έρωτα να παίρνουν και να δίνουν10
κι έγινε κλειστό κύκλωμα ο έρωτας που πρώτα
ήταν να βλέπεις τον Θεό και έκλεισε η πόρτα.
Και είν’ ο θάνατος αυτό, τ’ ότι έσβησε το Φως μας
κι αντί για αιωνιότητα λήγει πια ο καιρός μας.
Άσ’ τα να πάνε, ευτυχώς, που είν’ Αγαθός ο Κτίστης15
κι άφησε το παράθυρο να ‘ναι ανοιχτό της πίστης,
για όσους είναι δεκτικοί κι ακούνε την καρδιά τους,
για όσους δεν λογαριάζουνε το νου τους για μαγκιά τους,
για ‘κείνους που δεν πείθονται, γιατί έτσι δεν γουστάρουν,
μαζί μας περιφέρονται και στη ζωή μπλοφάρουν,20
τσιμπάνε καμιά πηρουνιά, μα λένε δεν θα πάρω
τη σιγουριά της λήθης σας, το ραντεβού στο Χάρο!
Γιατί ‘ναι ερωτιάρηδες και λαχταρούν ακόμα
τον έρωτα του ουρανού κι όχι της γης το χώμα
κι έχουν στη βάρκα της ζωής για έρμα ισορροπίας25
τη μνήμη του θανάτου τους και πόθο σωτηρίας.
Και μη μου πεις πως δεν μπορείς κι ότι άνθρωπος εσύ ‘σαι.
Κι οι Άγιοι ήταν άνθρωποι, τα δεδομένα σβήσε!
Κοίτα εσύ να επιθυμείς ελεύθερος να γίνεις
και αηδίασέ τον πια τον βούρκο αυτής της δίνης!30
Και μη σε πιάνει ταραχή και αγωνία μεγάλη,
που δεν μετακινήθηκαν ακόμα όλοι οι άλλοι.
Από το ποδαράκι του καθένα κατσικάκι
κρέμεται κι αν μετανοεί μπορεί να γίνει αρνάκι!
Ούτως ή άλλως δεν μπορείς μονάχος σου ν’ αγιάσεις,35
μπορείς μονάχα να ζητάς στην ευτυχία να φτάσεις.
Κι εκείνη θα ‘ρθει να σε βρει και τη δουλειά θα κάνει,
θα καθαρίσει την καρδιά κι αυτό που έχει πεθάνει
μέσα σου και σε έταξε στου θάνατου τη λήθη
θα το ξυπνήσει απαλά μ’ αυτό το… παραμύθι,40
που τώρα έτσι σου φαίνεται και σου ‘γινε συνήθεια.
Άσ’ την καρδιά να θυμηθεί, γνωρίζει την Αλήθεια.
Γι’ αυτό συνέχεια επιθυμεί, ποτέ δεν ησυχάζει,
ζωή ζητάει παντοτινή κι όχι να κάνει χάζι,
δεν ξεγελιέται μ’ άνοστα κόλπα και μπιχλιμπίδια45
«ΖΗΤΑΩ ΝΑ ΖΗΣΩ, ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΜΙΑ ΠΑΛΙ ΑΠΟ ΤΑ ΙΔΙΑ!»
σε έργο που ‘χει πάνω του ημερομηνία λήξης.
Όσα κι αν πάρεις μάταια, κάποια στιγμή θα πλήξεις.
Μην δέχεσαι να κεραστείς ποτήρι απελπισίας
και ας σου φαίνονται όλα αυτά σκέψεις ανοησίας.50
Έτσι κι αλλιώς ανόητη φαντάζει η σιγουριά μας,
γιατί είναι Οδυσσέας ο νους κι η Ιθάκη η καρδιά μας.
Κι εκείνος λείπει κι άσκοπα περιπλανιέται ο δόλιος
σ’ εφήμερα ναυάγια, που λέει ο κόσμος όλος
πως είναι μια χαρά εκεί, πως δεν υπάρχει Ιθάκη,55
«ας φάει ένα γλυκό λωτό κι ό,τι θελήσει θα ‘χει,
αρκεί μόνο να ξεχαστεί, να μην αναζητήσει
πια πίσω στην πατρίδα του ποτέ του να γυρίσει».
Το περιστέριΌμως το ελεύθερο πουλί, το Άγιο Περιστέρι,
κι η Αργώπώς να περάσει η Αργώ τις Συμπληγάδες ξέρει.60
Γι’ αυτό «πτωχοί τω πνεύματι» είναι στ’ αλήθεια εκείνοι
που δεν ακούνε το μυαλό κι ό,τι εκείνο δίνει.
Άδεια δοχεία γίνονται, ώστε το Περιστέρι
να τους δωρίσει αυτό το Φως που μόνο Εκείνο ξέρει.
Και να τους παίρνει στα φτερά που ‘ναι δικά του μόνο,65
να τους περνάει στο άπειρο και να νικάει το χρόνο.
Αρκεί να μην λυγίζουνε απ’ τον εγωισμό τους
κι αντί να λένε ευχαριστώ περνάνε για δικό τους
το πέταγμα, το Πνεύμα αυτό, το Φως και την Αλήθεια
και να θυμούνται ότι αυτό που έχουν μες στα στήθια70
είναι δική Του δωρεά που φύσηξε εντός μας,
για να ‘ναι καθ’ ομοίωσιν έτσι ο προορισμός μας.
Μα αν πάλι δεν το θέλουμε, Εκείνο αποτραβιέται,
γιατί ‘ναι Πνεύμα ελεύθερο και για να ‘ρθει ζητιέται.
Δική σουΕλπίζω να κατάλαβες, στα ‘πα με κάθε τρόπο75
η απόφασηκαι δεν θα μείνω άλλο πια σ’ αυτόν εδώ τον τόπο,
από τα λόγια χόρτασα και άδειασα τελείως…
Τώρα θα ζήσω ελεύθερα απ’ αυτό το φορτίο.
Σαν το πουλάκι θα πετώ και σε κλουβί δεν μπαίνω,
στην πράξη τώρα θα μας δω και στο εξής σωπαίνω.80
Και αν σε κούρασαν πολύ οι αράδες μου ετούτες,
στο σούπερ-μάρκετ δίνουνε τις μπύρες με τις κούτες.
Πάρε για να ρουφάς καμιά και κάτσε στο περβάζι,
ίσως περάσω από ‘κει, για να με κάνεις χάζι,
που είμαι έτσι γραφικός και παραμύθια λέω…85
Θα λυπηθώ που σ’ έχασα, μα όμως δεν θα κλαίω.
Δεν ήθελα να «σου την πω», μα είναι προσευχή μου
να λαχταράω να σμίξουμε βαθιά μες στην ψυχή μου.
Σου ‘κανα εξομολόγηση ερωτικού πια τύπου,
αν θέλεις «να τα φτιάξουμε» έλα μέσα στου κήπου90
εκείνο το ηλιόλουστο κι ευωδιαστό παγκάκι,
να θυμηθούμε που ‘μασταν κάποτε ζευγαράκι.
Ίσως και να την βρήκα εδώ να κατεβάζω αράδες,
μα μπούχτισα πια συνεχώς να τρώω μακαρονάδες,
γι’ αυτό κι είπα στους φίλους μου που ‘ναι καλοφαγάδες:95
«Κάτι πρέπει να κάνουμε μ’ αυτές τις Συμπληγάδες!».
Για να ‘μαστε όλοι φτερωτοί κι όλοι αγαπημένοι
κι όχι να κοιταζόμαστε από μακρυά σαν ξένοι.
Κι όλος ο κόσμος να ‘ναι δω, κανένας να μη λείπει,
για να μη ζει πια στην καρδιά του χωρισμού η λύπη.100
Συγχώρα με που λαχταρώ κι εσένα στο παιχνίδι,
είναι δική σου απόφαση να πεις το «ναι» στο φίδι.
Μα εγώ θα εξακολουθώ είτε το θες είτε όχι
να θέλω και εσένανε στου Έρωτα την απόχη,
όχι γιατί καλό παιδί αποφάσισα να γίνω,105
μα γιατί θέλω να μας δω μαζί στο Φως εκείνο.
Κι αν δε σε νοιάζει, μη μου σκας, όλοι είμαστε τα ίδια:
Απ’ έξω σκέτοι άνθρακες και πιο βαθιά στολίδια!
Και θα ‘ρθει η ώρα η καλή είτε έτσι ή δε άλλως
να τελειωθεί το σχέδιο που έφτιαξε ο Μεγάλος.110
Μια ευχήΑν δεν σου κάνουν, ξέχνα τα, και πήγαινε μια βόλτα
κι άμα χαθείς στον δρόμο σου, σταμάτησε και ρώτα
και πάρε απ’ τον περαστικό σωστή πληροφορία,
ίσως εσύ να έπρεπε να πας από άλλη ευθεία.
Μα κράτησε μίας καρδιάς που αισθάνθηκε μονάχη,115
γιατί είδε γύρω της καρδιές που γίνανε σαν βράχοι,
μιαν άδολη ζεστή ευχή και μιαν επιθυμία:
Να ‘ρθει η Αλήθεια να σου πει: «Δεν είμαι ουτοπία!».
Και αν σε στενοχώρησα ή αν κάτι άλλο πήρες,
άνοιξ’ το πορτοφόλι σου και κέρνα εσύ τις μπύρες!120
Και πες πως είδες μια ψυχή που, για να μην φρικάρει,
συλλογιζόταν στο χαρτί κι ήθελε να ραπάρει.
ΣιωπήΕγώ εδώ σε χαιρετώ, λέω να σταματήσω.
Δεν θα γυρέψω άλλονε για να τον ξεμυαλίσω,
γιατί η σιωπή μου καρτερά το χέρι να μου πιάσει125
κι εδώ στα χαρακώματα η μάχη έχει ξεσπάσει.
Μια και ο Λόγος δεν μπορεί στα λόγια να χωρέσει,
κλείνω κι εγώ το στόμα μου και πίσω παίρνω θέση.
Έτσι κι αλλιώς πολλά ως εδώ τα είπα μαζεμένα,
μα ούτε δικά μου ήτανε ούτε απ’ αλλού κλεμμένα.130
Γι’ αυτό και Τον ευχαριστώ τον Ποιητή τον Μέγα,
που επέτρεψε να Τον υμνώ απ’ το Άλφα ως το Ωμέγα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου