| ΟΥΤΕ ΨΥΧΗ ΝΑ ΛΕΙΠΕΙ | ||
| Επιστροφή | Γι’ αυτό είναι στην ευθύνη μας πού θέλουμε να πάμε | |
| στην Ιθάκη | και είμαστε για κλάματα που ακόμα δεν πετάμε. | |
| Αυτό είναι για μετάνοια, γι’ αυτό είμαστε φταίχτες | ||
| ο κάθε ένας από μας κι όχι του έργου οι παίχτες. | ||
| Το «εγώ δεν φταίω» ήτανε που έκλεισε την πόρτα | 5 | |
| του κήπου που παράδεισος λέγεται όπως πρώτα. | ||
| Κι αν δεν θυμάσαι τίποτα, φταίει που οι πρόγονοί μας | ||
| ακούσανε τη συμβουλή του ανταγωνιστή μας | ||
| και προτιμήσαν σαν Θεοί να θέλουνε να γίνουν, | ||
| ο ένας στον άλλον έρωτα να παίρνουν και να δίνουν | 10 | |
| κι έγινε κλειστό κύκλωμα ο έρωτας που πρώτα | ||
| ήταν να βλέπεις τον Θεό και έκλεισε η πόρτα. | ||
| Και είν’ ο θάνατος αυτό, τ’ ότι έσβησε το Φως μας | ||
| κι αντί για αιωνιότητα λήγει πια ο καιρός μας. | ||
| Άσ’ τα να πάνε, ευτυχώς, που είν’ Αγαθός ο Κτίστης | 15 | |
| κι άφησε το παράθυρο να ‘ναι ανοιχτό της πίστης, | ||
| για όσους είναι δεκτικοί κι ακούνε την καρδιά τους, | ||
| για όσους δεν λογαριάζουνε το νου τους για μαγκιά τους, | ||
| για ‘κείνους που δεν πείθονται, γιατί έτσι δεν γουστάρουν, | ||
| μαζί μας περιφέρονται και στη ζωή μπλοφάρουν, | 20 | |
| τσιμπάνε καμιά πηρουνιά, μα λένε δεν θα πάρω | ||
| τη σιγουριά της λήθης σας, το ραντεβού στο Χάρο! | ||
| Γιατί ‘ναι ερωτιάρηδες και λαχταρούν ακόμα | ||
| τον έρωτα του ουρανού κι όχι της γης το χώμα | ||
| κι έχουν στη βάρκα της ζωής για έρμα ισορροπίας | 25 | |
| τη μνήμη του θανάτου τους και πόθο σωτηρίας. | ||
| Και μη μου πεις πως δεν μπορείς κι ότι άνθρωπος εσύ ‘σαι. | ||
| Κι οι Άγιοι ήταν άνθρωποι, τα δεδομένα σβήσε! | ||
| Κοίτα εσύ να επιθυμείς ελεύθερος να γίνεις | ||
| και αηδίασέ τον πια τον βούρκο αυτής της δίνης! | 30 | |
| Και μη σε πιάνει ταραχή και αγωνία μεγάλη, | ||
| που δεν μετακινήθηκαν ακόμα όλοι οι άλλοι. | ||
| Από το ποδαράκι του καθένα κατσικάκι | ||
| κρέμεται κι αν μετανοεί μπορεί να γίνει αρνάκι! | ||
| Ούτως ή άλλως δεν μπορείς μονάχος σου ν’ αγιάσεις, | 35 | |
| μπορείς μονάχα να ζητάς στην ευτυχία να φτάσεις. | ||
| Κι εκείνη θα ‘ρθει να σε βρει και τη δουλειά θα κάνει, | ||
| θα καθαρίσει την καρδιά κι αυτό που έχει πεθάνει | ||
| μέσα σου και σε έταξε στου θάνατου τη λήθη | ||
| θα το ξυπνήσει απαλά μ’ αυτό το… παραμύθι, | 40 | |
| που τώρα έτσι σου φαίνεται και σου ‘γινε συνήθεια. | ||
| Άσ’ την καρδιά να θυμηθεί, γνωρίζει την Αλήθεια. | ||
| Γι’ αυτό συνέχεια επιθυμεί, ποτέ δεν ησυχάζει, | ||
| ζωή ζητάει παντοτινή κι όχι να κάνει χάζι, | ||
| δεν ξεγελιέται μ’ άνοστα κόλπα και μπιχλιμπίδια | 45 | |
| «ΖΗΤΑΩ ΝΑ ΖΗΣΩ, ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΜΙΑ ΠΑΛΙ ΑΠΟ ΤΑ ΙΔΙΑ!» | ||
| σε έργο που ‘χει πάνω του ημερομηνία λήξης. | ||
| Όσα κι αν πάρεις μάταια, κάποια στιγμή θα πλήξεις. | ||
| Μην δέχεσαι να κεραστείς ποτήρι απελπισίας | ||
| και ας σου φαίνονται όλα αυτά σκέψεις ανοησίας. | 50 | |
| Έτσι κι αλλιώς ανόητη φαντάζει η σιγουριά μας, | ||
| γιατί είναι Οδυσσέας ο νους κι η Ιθάκη η καρδιά μας. | ||
| Κι εκείνος λείπει κι άσκοπα περιπλανιέται ο δόλιος | ||
| σ’ εφήμερα ναυάγια, που λέει ο κόσμος όλος | ||
| πως είναι μια χαρά εκεί, πως δεν υπάρχει Ιθάκη, | 55 | |
| «ας φάει ένα γλυκό λωτό κι ό,τι θελήσει θα ‘χει, | ||
| αρκεί μόνο να ξεχαστεί, να μην αναζητήσει | ||
| πια πίσω στην πατρίδα του ποτέ του να γυρίσει». | ||
| Το περιστέρι | Όμως το ελεύθερο πουλί, το Άγιο Περιστέρι, | |
| κι η Αργώ | πώς να περάσει η Αργώ τις Συμπληγάδες ξέρει. | 60 |
| Γι’ αυτό «πτωχοί τω πνεύματι» είναι στ’ αλήθεια εκείνοι | ||
| που δεν ακούνε το μυαλό κι ό,τι εκείνο δίνει. | ||
| Άδεια δοχεία γίνονται, ώστε το Περιστέρι | ||
| να τους δωρίσει αυτό το Φως που μόνο Εκείνο ξέρει. | ||
| Και να τους παίρνει στα φτερά που ‘ναι δικά του μόνο, | 65 | |
| να τους περνάει στο άπειρο και να νικάει το χρόνο. | ||
| Αρκεί να μην λυγίζουνε απ’ τον εγωισμό τους | ||
| κι αντί να λένε ευχαριστώ περνάνε για δικό τους | ||
| το πέταγμα, το Πνεύμα αυτό, το Φως και την Αλήθεια | ||
| και να θυμούνται ότι αυτό που έχουν μες στα στήθια | 70 | |
| είναι δική Του δωρεά που φύσηξε εντός μας, | ||
| για να ‘ναι καθ’ ομοίωσιν έτσι ο προορισμός μας. | ||
| Μα αν πάλι δεν το θέλουμε, Εκείνο αποτραβιέται, | ||
| γιατί ‘ναι Πνεύμα ελεύθερο και για να ‘ρθει ζητιέται. | ||
| Δική σου | Ελπίζω να κατάλαβες, στα ‘πα με κάθε τρόπο | 75 |
| η απόφαση | και δεν θα μείνω άλλο πια σ’ αυτόν εδώ τον τόπο, | |
| από τα λόγια χόρτασα και άδειασα τελείως… | ||
| Τώρα θα ζήσω ελεύθερα απ’ αυτό το φορτίο. | ||
| Σαν το πουλάκι θα πετώ και σε κλουβί δεν μπαίνω, | ||
| στην πράξη τώρα θα μας δω και στο εξής σωπαίνω. | 80 | |
| Και αν σε κούρασαν πολύ οι αράδες μου ετούτες, | ||
| στο σούπερ-μάρκετ δίνουνε τις μπύρες με τις κούτες. | ||
| Πάρε για να ρουφάς καμιά και κάτσε στο περβάζι, | ||
| ίσως περάσω από ‘κει, για να με κάνεις χάζι, | ||
| που είμαι έτσι γραφικός και παραμύθια λέω… | 85 | |
| Θα λυπηθώ που σ’ έχασα, μα όμως δεν θα κλαίω. | ||
| Δεν ήθελα να «σου την πω», μα είναι προσευχή μου | ||
| να λαχταράω να σμίξουμε βαθιά μες στην ψυχή μου. | ||
| Σου ‘κανα εξομολόγηση ερωτικού πια τύπου, | ||
| αν θέλεις «να τα φτιάξουμε» έλα μέσα στου κήπου | 90 | |
| εκείνο το ηλιόλουστο κι ευωδιαστό παγκάκι, | ||
| να θυμηθούμε που ‘μασταν κάποτε ζευγαράκι. | ||
| Ίσως και να την βρήκα εδώ να κατεβάζω αράδες, | ||
| μα μπούχτισα πια συνεχώς να τρώω μακαρονάδες, | ||
| γι’ αυτό κι είπα στους φίλους μου που ‘ναι καλοφαγάδες: | 95 | |
| «Κάτι πρέπει να κάνουμε μ’ αυτές τις Συμπληγάδες!». | ||
| Για να ‘μαστε όλοι φτερωτοί κι όλοι αγαπημένοι | ||
| κι όχι να κοιταζόμαστε από μακρυά σαν ξένοι. | ||
| Κι όλος ο κόσμος να ‘ναι δω, κανένας να μη λείπει, | ||
| για να μη ζει πια στην καρδιά του χωρισμού η λύπη. | 100 | |
| Συγχώρα με που λαχταρώ κι εσένα στο παιχνίδι, | ||
| είναι δική σου απόφαση να πεις το «ναι» στο φίδι. | ||
| Μα εγώ θα εξακολουθώ είτε το θες είτε όχι | ||
| να θέλω και εσένανε στου Έρωτα την απόχη, | ||
| όχι γιατί καλό παιδί αποφάσισα να γίνω, | 105 | |
| μα γιατί θέλω να μας δω μαζί στο Φως εκείνο. | ||
| Κι αν δε σε νοιάζει, μη μου σκας, όλοι είμαστε τα ίδια: | ||
| Απ’ έξω σκέτοι άνθρακες και πιο βαθιά στολίδια! | ||
| Και θα ‘ρθει η ώρα η καλή είτε έτσι ή δε άλλως | ||
| να τελειωθεί το σχέδιο που έφτιαξε ο Μεγάλος. | 110 | |
| Μια ευχή | Αν δεν σου κάνουν, ξέχνα τα, και πήγαινε μια βόλτα | |
| κι άμα χαθείς στον δρόμο σου, σταμάτησε και ρώτα | ||
| και πάρε απ’ τον περαστικό σωστή πληροφορία, | ||
| ίσως εσύ να έπρεπε να πας από άλλη ευθεία. | ||
| Μα κράτησε μίας καρδιάς που αισθάνθηκε μονάχη, | 115 | |
| γιατί είδε γύρω της καρδιές που γίνανε σαν βράχοι, | ||
| μιαν άδολη ζεστή ευχή και μιαν επιθυμία: | ||
| Να ‘ρθει η Αλήθεια να σου πει: «Δεν είμαι ουτοπία!». | ||
| Και αν σε στενοχώρησα ή αν κάτι άλλο πήρες, | ||
| άνοιξ’ το πορτοφόλι σου και κέρνα εσύ τις μπύρες! | 120 | |
| Και πες πως είδες μια ψυχή που, για να μην φρικάρει, | ||
| συλλογιζόταν στο χαρτί κι ήθελε να ραπάρει. | ||
| Σιωπή | Εγώ εδώ σε χαιρετώ, λέω να σταματήσω. | |
| Δεν θα γυρέψω άλλονε για να τον ξεμυαλίσω, | ||
| γιατί η σιωπή μου καρτερά το χέρι να μου πιάσει | 125 | |
| κι εδώ στα χαρακώματα η μάχη έχει ξεσπάσει. | ||
| Μια και ο Λόγος δεν μπορεί στα λόγια να χωρέσει, | ||
| κλείνω κι εγώ το στόμα μου και πίσω παίρνω θέση. | ||
| Έτσι κι αλλιώς πολλά ως εδώ τα είπα μαζεμένα, | ||
| μα ούτε δικά μου ήτανε ούτε απ’ αλλού κλεμμένα. | 130 | |
| Γι’ αυτό και Τον ευχαριστώ τον Ποιητή τον Μέγα, | ||
| που επέτρεψε να Τον υμνώ απ’ το Άλφα ως το Ωμέγα! |

Τρίτη 1 Ιουνίου 2010
14. ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)














































Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου