Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

11. ΝΑ ΣΥΣΤΗΘΩ

ΤΑ ΛΕΩ ΚΑΙ ΣΕ ΜΕΝΑ
Έχω κι εγώΚαθώς τα λέω όμως αυτά, θα ‘χετε δίκιο ένα.
τα χάλια μουΝα με ρωτήσετε απλά: «Τα λες βρε και σε σένα;
Και ακόμη κι αν τα λες, για πες, αλήθεια τι έχεις κάνει;
Στην πράξη άραγε πώς ζεις; Μήπως έχεις πεθάνει;».
Δεν θα ‘ξερα όλα τα σκατά, για να τα σχολιάζω,5
αν πρώτα δεν τα είχα φάει κι ακόμα δοκιμάζω.
Μα όμως τ’ αηδίασα γι’ αυτό ζητώ να πάψω
κι ας με φωτίσει ο Θεός τον δρόμο να αλλάξω.
Έχω κι εγώ τα χάλια μου, μην φανταστείς πως ίσως
αισθάνομαι πως το ‘φτασα εκείνο εκεί το ύψος10
να ζω χωρίς εγωισμό και δίχως περηφάνια
ή τάχα πως δεν σκόρπισα πόνο πολύ κι ορφάνια
σ’ αυτούς που μ’ αγαπήσανε και που ίσως μ’ αγαπάνε…
Γι’ αυτό κι ακόμα επιθυμούν κάποιοι και με χτυπάνε.
Και έχουν δίκιο σαν θωρούν μπροστά τους έναν κλόουν,15
που ακόμα δεν κατάφερε να λήξει αυτό το σόου
της δήθεν τελειότητας, της μεγαλομανίας
και της κακής διαχείρισης μιας ψεύτρας γοητείας.
Γιατί στην πράξη όποιος φανεί με την Αλήθεια Ένα,
την φανερώνει όπου σταθεί, δεν ξεγελάει κανέναν!20
Γι’ αυτό εσείς θα κρίνετε, αν έχω καθαρίσει,
και οδηγίες δίνω εδώ σ’ όποιον με συναντήσει…
Ρουφάω ασυναίσθητα αίμα σαν βαμπιράκι,
πατάω στη δίψα καθενός για ερωτικό καμάκι.
Μαζεύει γύρω μου αυλικούς η ανασφάλειά μου25
κι ύστερα εγώ ασφυκτιώ και πνίγω τα παιδιά μου
και το χειρότερο είναι πως δεν το καταλαβαίνω
ότι τα κάνω εγώ αυτά και δεν τα προλαβαίνω.
Μα κι απ’ αυτό χειρότερο έχει αυτή η παράνοια,
πως δεν το βλέπω κι έπειτα, για να βρω εγώ μετάνοια.30
Και ρίχνω έτσι το φταίξιμο στη μύγα και το μέλι
που την προκάλεσε να ‘ρθει, καθόλου δεν με μέλει,
μήπως τυχόν το πλάσαρα έτσι που προκαλούσε
κι ύστερα διαμαρτύρονταν και ρέστα τους ζητούσε.
Δεν αγαπάω άκριτα με καθαρή Αγάπη35
κι όταν μου κάνουν κριτική, βγάζω σπυρί στο μάτι.
Πολλές φορές διδακτικά στέκομαι στον πλησίον
κι όλο «ανωτερότητα» κομπάζω για το πύον,
που ‘χουν οι τόσες μου πληγές, θαρρείς κι ο άλλος δεν έχει
πληγές δικές του κι όφειλε για μένανε να τρέχει.40
Χρησιμοποίησα πολλούς, αθώους, γοητευμένους
κι ακόμα ίσως τους τραβώ απ’ τη μύτη τους καημένους,
γιατί έχω ανασφάλειες, πετάγομαι τα βράδια,
κι ίσως με κυνηγούν ξανά τα παλαιά σκοτάδια,
που φόρτωσα η «αθώα» εγώ σ’ αυτούς που μου τα δείξαν,45
θαρρείς κι εγώ δεν πόθησα τα δίχτυα που μου ρίξαν.
Ή σαν να μην κυνήγησα τη γοητεία με πάθος,
έριχνα ολοκληρωτικά σ’ άλλους το μέγα λάθος.
Ίσως κι αυτό επίδειξη να ‘ναι μεγαλοσύνης,
να κάνω τον κατήγορο χάριν Δικαιοσύνης50
στον ίδιο μου τον εαυτό θύτης που ‘ναι και θύμα.
Προσέξτε μη γλυστρήσετε σ’ αυτό μου εδώ το βήμα!
Μια πιο Και σίγουρα δεν τέλειωσα, είναι μεγάλη η Δίκη,
έξυπνη λύσημα αυτό το δικαστήριο δεν αποδίδει νίκη
ούτε σε μένα ούτε σε σας κι αντί γι’ απολογία55
ή κατηγορητήριο θα προτιμήσω μία,
όπως σας είπα, πιο έξυπνη και πιο ωραία λύση.
Θα μείνω στη μετάνοια και πριν να βγει η κρίση,
ΕΝΟΧΟΣ! Κύριοι δικαστές! Πρώτος θα το φωνάξω,
την ετυμηγορία σας έτσι ίσως την αλλάξω60
και καταλάβουμε όλοι μας πως καταδικασμένος
ποτέ του δεν αισθάνεται όποιος μετανιωμένος,
έστω και μες στη φυλακή, άλλα μυαλά έχει τώρα,
γι’ αυτό και δεν τον απειλεί της τιμωρίας η μπόρα.
Η τιμωρία υφίσταται, αν δεν καταλαβαίνεις,65
έτσι κι αλλιώς ότι αλλουνού είν’ ό,τι κι αν λαβαίνεις
είτε σκοτάδι είτε φως, εσύ μόνο επιλέγεις
και σημασία πια καμιά δεν έχει, αν διαφεύγεις
απ’ την ποινή των πράξεων που σκάρτα έχεις διαπράξει,
μα κι αν σε αθωώσουνε, δεν είναι όλα εντάξει,70
αν μέσα σου δεν πλήρωσες εκείνο εκεί το κόστος,
που φέρνει η μετάνοια και του φωτός ο νόστος.
Και τώρα, το λοιπόν, εδώ με ό,τι τολμώ και λέω,
εγώ σας λέω ευθύνομαι και σίγουρα θα φταίω
και γι’ άλλα που δεν μαρτυρώ ή που ίσως δεν τα πιάνω75
έτσι κι αλλιώς λέω εξαρχής το τέλειο δεν φτάνω
σημείο της α-πάθειας και της αγιοσύνης.
Άλλωστε στο ελάττωμα της κομπορρημοσύνης,
σίγουρα έχω υψηλή θέση μ’ αυτούς τους στίχους,
μα πιάνουν οι κεραίες μου πολύ ψηλούς πια ήχους,80
συχνότητες απίθανες από τραγούδι ωραίο,
Αγάπης μα και λευτεριάς κι ακόμα πιο σπουδαίο
είναι το ισοκράτημα που του κρατάει η πλάση,
όταν γυρέψει ο άνθρωπος μέσα του ν’ αναπλάσει
με τη βοήθεια του Χριστού, της Παναγίας τη Σκέπη,85
αυτό το μάταιο και φθαρτό που μέχρι τώρα βλέπει
και το περνάει για εαυτό και το περνάει γι’ αλήθεια
κι αφήνει έτσι το θάνατο να γίνεται συνήθεια.
Είναι κοινήΤα λόγια μας φτωχαίνουνε κι οι πράξεις μας μιλάνε.
η ουσία μαςΤα πλούτη είναι στην καρδιά και μόνο εκεί χωράνε!90
Γιατί δεν έχει λογική η καθαρή Αγάπη.
Χαίρεται απ’ την προσφορά και πάντα βρίσκει κάτι,
για να φωτίσει γύρω της το φως που κι αυτή παίρνει
από του Ήλιου την Πηγή που πάντα κι άλλο φέρνει
σ’ όποια καρδιά είν’ ανοιχτή και ταπεινή συνάμα95
κι ευαίσθητα αφουγκράζεται του διπλανού το κλάμα.
Έτσι τα δώρα της καρδιάς γεννάν ευχαριστίες
κι αυτός που του χαρίστηκαν, λέει δοξολογίες
στην Παναγία και στον Χριστό, που έτσι τους συναντούμε
στου συνανθρώπου την καρδιά που έτυχε να βρούμε100
απάγκειο, κατανόηση, βοήθεια, εμπιστοσύνη
και νιώθουμε αδελφική γι’ αυτόν ευγνωμοσύνη.
Όλοι είμαστε άνθρωποι που πάει να πει πως Μία,
κοινή είν’ η ουσία μας και διαφορά καμία
δεν έχουν οι ψυχούλες μας κι άδικος χωρισμός μας105
είναι το ψέμα του μυαλού και ο εγωισμός μας.
Αυτά τα δυο αν λείψουνε, το μόνο που απομένει
είναι η Αγάπη στην καρδιά που αληθινά μας δένει
κι αδέρφια όπως είμαστε ζητάμε απ’ τον Πατέρα
να φτάσει εκείνη η ανέσπερη παντοτινή Του μέρα,110
που όλοι ενωμένοι στην καρδιά γι’ αυτόν θα τραγουδάμε
με ευτυχία αληθινή κι αυτά που μας πονάνε,
τώρα ακόμα που είμαστε στην ύλη εγκλωβισμένοι,
θα τα γιατρέψει η Αγάπη Του που είναι Ευλογημένη.
Τίποτα εμείς δεν έχουμε, όλα είναι δικά Του,115
γι’ αυτό αν το θελήσουμε και μείνουμε παιδιά Του,
όλα αιώνια σε μας Εκείνος θα τα δίνει
Αγάπη, Αλήθεια και Χαρά, Φως και Δικαιοσύνη.

~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ •~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~

ΜΗΝ ΨΑΧΝΕΙΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟ
Ο Δον Ζουάν,Και αν νομίσεις πως εγώ είμαι καμιά «θεούσα»,
η Θεούσααυτά επειδή μαρτύρησα και άκουσα… τη Μούσα,
και η Μούσα!καλύτερα να μη με δεις και δεν θα το πιστέψεις
ότι πιστεύω στο Θεό και κάνω τέτοιες σκέψεις!
Δεν κάνω διαφήμιση στην όποια ομορφιά μου,5
μα στο ‘πα μου ήταν δύσκολο και το ‘χα πρόβλημά μου,
το πώς να διαχειριστώ τον άγριο ερωτισμό μου
και δεν ήτανε πρόβλημα αυτό μόνο δικό μου,
ήτανε και των αλλονών που μπλέκανε μαζί μου.
Γι’ αυτό με απασχόλησε η αυτοδιάθεσή μου,10
που ήταν ασυμμάζευτη και έβλαπτε ανθρώπους,
σχέσεις και συναισθήματα σε χίλιους δύο τόπους,
μια κι ήμουν ταξιδιώτισσα κι όλους τους «αγαπούσα»
και μες σε ξένες αγκαλιές τη ζεστασιά ζητούσα.
Έδινα άλλοτε ψυχή κι άλλοτε το κορμί μου15
κι ετούτο το καμάρωνα για ερωτική ορμή μου!
Ίσως το βλέπεις για καλό κι εγώ το ‘βλεπα τότε,
μα αν ήσουνα στη θέση μας, θα μου 'λεγες: «ως πότε
θ’ ανακατεύεις συνεχώς τα χτένια με τα γένια!».
Φίλε, την πάτησα κι εγώ γιατί ήμουν θύμα σ’ έναν20
σπουδαίο καρδιοκατακτητή που ακόμα το καυχιέται
και ψάχνει νέα θύματα, μα τώρα αναρωτιέται
γιατί ησυχία στην καρδιά δεν βρίσκει ο καημένος.
Του εύχομαι να λυτρωθεί απ’ όσα είναι δεμένος,
γιατί στης γοητείας του τα σκοτεινά τα δίχτυα25
πρώτα ο ίδιος μπλέκεται και πού να βρει βοήθεια!
Και τυρρανάει τους γύρω του, μα το ζητάν κι εκείνοι,
αλλά έτσι είναι τα πράγματα στου Δον Ζουάν τη δίνη.
Ο ένας τον άλλονε τραβά και κάνει τον ωραίο
κι ύστερα διαμρτύρεται «τραβάτε με κι ας κλαίω!».30
Αυτό νομίζεις πέταγμα, μα αυτό είναι φυλακή σου,
και καταντάς να μπερδευτεί τόσο πολύ η ζωή σου,
έτσι όπως σε γητεύουνε ετούτα τα δαιμόνια,
που τελικά νομίζεις πως είσαι η Δυσδαιμόνα
κι ο άμοιρός σου σύντροφος που σου ‘λεγε «σε θέλω»,35
κοντεύει πια να μοιάσει στον κακόμοιρο Οθέλλο!
Άσ’ το και μην το συζητάς, το έχω μετανιώσει
σε τέτοια δίχτυα όποιος μπλεχτεί, ύστερα ζει την πτώση!
Λαχτάρησα γι’ αναπνοή και για ελευθερία.
Δεν στο προτείνω, φίλε μου, ας μείνει στα βιβλία,40
σε βίπερ νόρα, σήριαλ κι ερωτικές ταινίες,
μα ας μείνουν μακρυά από μας αυτές οι ιστορίες.
Τόσο πολύ μετάνιωσα που πήγα απ’ την άλλη
και στην αρχή κινδύνεψα να βρω άλλο «κεφάλι»
ψεύτικο κι υπερβολικό και να γενώ «θεούσα»,45
να βάλω φούστα μακρυά, ν’ αφήσω λίγα… μούσια!
Μα ευτυχώς τη γλύτωσα ευλογημένα τόσο
κι είδα πως λάθος τον Θεό έψαχνα ν’ ανταμώσω
και από λίγο παλαβή, θρησκόληπτη που ήμουν,
έγινα εγώ μουσόληπτη και ποταμούς μου δίνουν50
τα Άγια Του τα φτερά που νιώθω να σκεπάζουν
τον πόθο μου και έμπνευση να φέρνουν και να τάζουν,
μα και να κάνουν ορατή αυτή την ευτυχία,
που νιώθει, όταν ζεσταθεί, η καρδιά που ήταν κρύα.
Λοιπόν, δεν θα ‘χεις άδικο να κουφαθείς λιγάκι,55
αν κρίνεις εξωτερικά, δεν θα βρεις καμιάν άκρη.
Θα πεις δεν το πιστεύω εγώ πως για Θεό μιλάνε,
άνθρωποι φυσιολογικοί που κάποιοι τους κοιτάνε
σαν μιαρούς, αμαρτωλούς, αφού οι παπάδες λέγουν
πως πρέπει και να φαίνονται, όσοι Θεό λατρεύουν.60
Μα όταν λεν «να φαίνονται» μ’ αυτό εννοούν «να δείχνουν»
και στάχτη μες στα μάτια μας με υποκρισία να ρίχνουν,
πως τάχα είναι χριστιανοί όσοι τα πάθη κρύβουν.
Το ρίχνουνε στα τυπικά και την αλήθεια πνίγουν.
Ενώ δεν είν’ το θέμα μας στους τύπους να κρυφτούμε,65
μα να φανούν τα πάθη μας και να ταπεινωθούμε.
Μα δεν μας είπανε ποτέ πώς ο Χριστός μας θέλει
και τα στραβά μας γίνονται η κοπριά στ’ αμπέλι,
όταν εμείς τα δώσουμε και δεν τα κρύβουμε άλλο
σ’ Αυτόν που λέει: «Δωσ’ τα μου κι Εγώ θα σου τα βγάλω!».70
Όχι γιατί τ’ αξίζουμε, μα όταν Τον ποθούμε,
Αυτόν που μας αγάπησε, Αυτόν που λέει να ‘ρθούμε
στον δρόμο που μας χάραξε, γιατί το πρόσωπό Του
είναι η Αλήθεια και το Φως και για Σώμα δικό Του
έχει την ανθρωπότητα όλη μες στους αιώνες.75
Αυτό είναι η Εκκλησία Του και όχι οι κολώνες.
Αυτός χωράει τον Έρωτα, ο αχώρετος Εκείνος!
Αυτός σβήνει την πείνα σου και γίνεσαι σαν κρίνος.
Αυτό σημαίνει ότι πνέει το Πνεύμα όπου θελήσει,
σ’ όποιον ανοίξει την καρδιά και σ’ όποιον το ζητήσει80
και καταλάβει πως Αυτό κάνει την ύπαρξή του
να ενώνεται και με αυτούς που ίσως δεν είν’ μαζί του
στην αμεσότητα αυτήν που θέλουμε τον άλλον,
για να ρουφάμε τον καφέ μαζί με το τσιγάρο.
Μην σταματάς να το ζητάς ν’ αυξάνει τη ροή σου,85
ό,τι κι αν κάνεις, πέταξε! Κι άνοιξε την ψυχή σου!
Καλή κι η αμεσότητα, μα πάντοτε ποθούμε
να βρούμε τρόπους φτερωτούς, για να επικοινωνούμε.
Έτσι οι σιωπές θα γίνουνε τα πιο καλά μας λόγια,
η απόσταση θα πάψει πια ίσως και τα ρολόγια.90
Αυτό είν’ επανάσταση, να είσαι μοναχός σου
κι όλος ο κόσμος να χωρά στο παραμιλητό σου.
Κάν’ το άμα θέλεις προσευχή, κάν’ το χορό, τραγούδι
και ζήτα να ‘ναι δίπλα σου εκείνο το αγγελούδι.
Η νέα τουρλούΜα όμως πρόσεξε εδώ, γιατί έχει μια παγίδα95
θρησκείαπου κι εγώ κάπως πρόσφατα στα μάτια μου την είδα,
μιλώντας εύκολα κι απλά για πνεύμα και για χάρη,
πως ήδη άρχισε κι εδώ να γίνεται παζάρι.
Από τη μια στεγνώσανε τον κόσμο και τον σκάσαν,
αφού όλοι αισθανθήκανε ότι το πνεύμα χάσαν100
κι από την άλλη βρήκανε τον τρόπο, για να πούνε
ότι πνευματικότητα παράγουν και πουλούνε.
Και βλέπω, αλίμονο, παντού αιρέσεις να «χορεύουν»,
με κόλπα τελετουργικά έκσταση να γυρεύουν
και να ισχυρίζονται μ’ αυτό ότι Θεό ανταμώνουν,105
ενώ απλώς το έδαφος στον πονηρό το στρώνουν
που θα ‘ρθει ως και θαύματα να κάνει, για να πείσει
ότι αυτός είν’ ο Χριστός και να παραπλανήσει.
Κοίταξε, γίνεται χαμός και μια τουρλού θρησκεία
βλέπεις ν’ απλώνεται παντού έχοντας ποικιλία,110
αφού αποδέχεται εύκολα και τον Χριστό και άλλους,
γιατί όπως λέει τους θεωρεί μύστες μα και δασκάλους.
Και τρέχει να σωθεί εκεί ο κάθε πικραμένος
που έχει πλήρη άγνοια και είναι μπερδεμένος
και – δες τους! – νιώθουν άγιοι και φωτισμένοι τάχα,115
κάνοντας λίγο ευχέλαιο μαζί με γιόγκα χάθα!
Θεός φυλάξοι, τον Χριστό χωρίς Χριστό ζητάνε,
όμως χωρίς μετάνοια κοντά του δεν θα πάνε,
αφού Χριστός είν’ ο Σταυρός και η ταπεινοσύνη,
μα αυτοί δεν θέλουν σταύρωση κι ο πόνος τους τη δίνει.120
Θέλουν μονάχα happening χωρίς τα Θεία Πάθη
και λεν πως μ’ επιφοίτηση το Άγιο Πνεύμα θα ‘ρθει,
παίζοντας κάτι όργανα, κάνοντας ασκησούλες
και τραγουδάκια λέγοντας μέσα σε ομαδούλες.
Κρίμα! Κι οι τόσοι Άγιοι μαρτύρια που δεχθήκαν125
δεν το παρατηρήσανε, δεν το αντιληφθήκαν
αντί να κάθονται εκεί να τους λιθοβολούνε,
δεν στήναν μια τέτοια γιορτή να το φχαριστηθούνε;
Και τόσοι άλλοι ταπεινοί που ασκήτευσαν σ’ ερήμους,
πώς και δεν καταλάβανε τους εύκολους εκείνους130
τρόπους για να αγιάσουνε και τον Θεό να βρούνε,
αχ, έπρεπε οι «ωραίοι» μας να παν να τους το πούνε.
Ότι φωτίζεσαι εύκολα δίχως μεγάλο κόπο,
όχι απ’ τον δρόμο του Χριστού, μα απ’ το δικό τους κόλπο.
Με λίγη αυτοσυγκέντρωση, μ’ εύκολες επικλήσεις135
της ύπαρξης το πρόβλημα στα γρήγορα θα λύσεις.
Ψευδοπροφήτες γέμισε αυτός εδώ ο πλανήτης
και δεν γνωρίζω αν έμεινε και κάνας ερημίτης
που να προσεύχεται ισχυρά, ώστε να κατεβάζει
το έλεος πια του Θεού στον κόσμο που μου μοιάζει140
σαν να βιώνει τελικά τις έσχατες στιγμές του,
μα αν είν’ το σχέδιο του Θεού να δούμε τις βουλές του,
ας κάνουμε υπομονή και ας μην το ξεχνάμε
ότι αυτά που στρώσαμε πρέπει και να τα φάμε.
Όχι για να μας πιάσει εδώ καμιά απελπισία,145
μα για να το θυμόμαστε ότι εν μετανοία
και μέσα από ταπείνωση κι ίσως πτωχεία στο πνεύμα
θ’ αντιληφθούμε μοναχά το Θεϊκό Του νεύμα.
Δεν μπαίνωΜην το βιαστείς ένα «-ικός» ή ένα «-ανός» να βάλεις,
σε ρεύμααν ψάχνεις προσδιορισμό σε μένα να κοτσάρεις.150
Γυρεύω να ‘μαι στο μηδέν, ώστε να βρω τη λύση,
κι Αυτός που φτιάχνει απ’ το μηδέν να με δημιουργήσει
ξανά και πάλι απ’ την αρχή κι έτσι να ‘μαι καινούρια,
αν θέλει και παντοτινή χωρίς κλειστά παντζούρια
στο Φως Του και να λιάζομαι και έρωτα να νιώθω,155
να βρίσκω ατελείωτη αγαλλίαση και πόθο.
Κι αυτό που μου είναι έμπνευση και που μου δίνει θάρρος,
παίρνοντας απ’ τις πλάτες μου τ’ ασήκωτο το βάρος,
είναι η Αγάπη του Χριστού που ‘ναι στ’ αλήθεια τόση
που ο σκοτισμένος μας ο νους δεν μπορεί να την νιώσει,160
γιατί δεν το κατανοεί αυτό το μεγαλείο
του πόθου που έχει ο Χριστός εν Πνεύματι Αγίω
για το καθένα πλάσμα Του, να ενωθεί μαζί του
και πως πονάει χωριστά για κάθε ένα παιδί του,
επιθυμώντας φλογερά όλα να του τα δώσει165
τόσο που έρχεται απλά, για να την ανταμώσει
ο Θεϊκός ο Εραστής την πόρνη μας την φύση,
κρύβοντας την Θεότητα για να μη μας φοβίσει.
Αυτός, λοιπόν, είν’ Έρωτας που ταπεινά προσφέρει
μέσα σε κάθε μια καρδιά τον εαυτό του ταίρι,170
ενώ είν’ όλος ο Ουρανός και σαν Ερωτευμένος
σκύβει και μπαίνει ταπεινός σε σάρκα γεννημένος
μέσα σ’ αχούρι βρώμικο, για να το καθαρίσει
και όλο του τον Εαυτό στην πόρνη να χαρίσει.
Αν λίγο το μπορούσαμε να νιώσουμε το βάθος175
του Έρωτα που ‘χει ο Χριστός κι έφτασε ως το πάθος,
θα τρέχαμε στα πόδια του και με τα δάκρυά μας
θα βρέχαμε τον Ουρανό και θ’ άνοιγε η καρδιά μας
και θα ποθούσαμε ευθύς την ένωση μαζί Του,
όπως μες στην Γεθσημανή το ‘πε στην προσευχή Του:180
«Πατέρα, όπως είμαστε εμείς στ’ αλήθεια Ένα,
κάνε κι αυτοί να γίνουνε, ζητώ για τον καθένα
που μου ‘δωσες και φύλαξα να ‘ναι κι αυτός κοντά μας,
να γεύεται τη Δόξα σου στην αιωνιότητά μας».
Αν δεν σου φτάνουνε αυτά τα λόγια και ακόμα185
ψάχνεις Αγάπη για να βρεις σ’ οργάνωση ή κόμμα,
άσε με εμένα, πέρνα με για ψώνιο «πειραγμένο»!
Όμως μην το διανοηθείς να βρεις ρεύμα, δεν μπαίνω
ούτε στους μεν ούτε στους δε και σε παπαροκάδες,
στείλε τα χαιρετίσματα, μα εγώ άλλες καντάδες190
επιθυμώ και λέω εδώ χωρίς ταμπέλες τέτοιες.
Ούτε φονταμενταλιστές γνωρίζω ούτε σέχτες.
Καθολικοί, ευαγγελιστές, κεφάτοι προτεστάντες,
καλά να είν’ οι άνθρωποι, μα κλείστηκαν σε μπάντες.
Κάθε λογής αιρετικοί φτιάξανε ομαδούλες195
και κλίκες για να υψώσουνε δικές τους σημαιούλες.
Και κάτο πεντηκοστιανοί και όλοι αυτοί οι άλλοι
που βάζουνε τα χέρια τους επάνω στο κεφάλι,
για να καλέσουν τάχατες το Άγιο το Πνεύμα,
μου φαίνεται οι δύστυχοι πήγαν σε λάθος «γεύμα»!200
Το ίδιο κι οι ταλαίπωροι ιουδαιο-ιεχωβάδες,
εγώ αγαπάω τον Χριστό, όπως κάποιες γιαγιάδες
που ίσως δεν ξέρουν γράμματα, μα το σταυρό τους κάνουν
και λένε την Παράκληση σαν να ‘ναι η Τζένη Βάνου.
Δεν με πειράζουν οι άνθρωποι, τα ρίχνω στις ταμπέλες.205
Κατά τα άλλα όλοι αυτοί και άντρες και κοπέλες,
ας λένε ό,τι θέλουνε, στ’ αλήθεια δεν γνωρίζω
τι έχουν μέσα στην καρδιά γι’ αυτό δεν το σκαλίζω
άλλο πια μα τα λέω αυτά για να διαχωρίσω
τη γνώμη και την θέση μου να την ξεκαθαρίσω.210
Ακόμα κι οι αλλόθρησκοι κι αυτοί Θεό γυρεύουν,
πολλές φορές Τον βρίσκουνε ό,τι και αν πιστεύουν.
Γιατί Αγάπη είν’ ο Θεός και ξέρει την καρδιά τους,
τον πόθο, την λαχτάρα τους, δεν βλέπει τα δεσμά τους,
που είναι το περιτύλιγμα που λέει κάθε θρησκεία,215
ή κάθε εθνικότητα και ιδεολογία.
Δεν θέλω διαφορετική να ‘μαι, μα τι να κάνω,
βλέπω όλα αυτά τα ρεύματα και θέλω «να την κάνω».
Επιθυμώ ορθόδοξα να ‘μαι μόνο μαζί Του
και δεν φοράω παράσημο, ούτε και είμ’ η «Αυλή» Του.220
Μακάρι να ‘μουν δηλαδή, μα αυτό Αυτός το ξέρει,
γιατί αυλή είν’ το σύμπαν Του κι η γη μας είν’ τ’ αμπέλι,
που ρίχνει Αυτός τον σπόρο Του και άμα βρει να δέσει
μέσα στην κάθε μια καρδιά που ανοίγει κι ας πονέσει,
την κάνει τότε ολόγλυκο σταφύλι απ’ τους χυμούς Του225
κι ο άνθρωπος φωτίζεται, λαμπρύνεται ο νους του
και θέλει και το λαχταρά να γίνει και κρασάκι,
να ενωθεί με την Πηγή να τρέχει σαν ρυάκι.
ΑποστάγματαΜα για το κόκκινο κρασί πατιούνται τα σταφύλια,
για να το πίνουν να μεθούν τα διψασμένα χείλια.230
Να θέλεις και να προτιμάς να είσαι το σταφύλι
και ας πατιέσαι για να πιούν τ’ αδέρφια και οι φίλοι.
Τότε θα μάθεις πως καλό σταφύλι μες στ’ αμπέλι,
είναι αυτό που το τρυγούν από νωρίς οι αγγέλοι
κι εκείνο μέθη δε ζητά παρά μονάχα δίνει235
κι αγάλλεται ο Τρυγητής και μες στο Φως το ντύνει.
Μπορεί να είσαι μια σποριά σε χώμα ξεραμένο,
μα αν θες μπορείς να ποτιστείς νεράκι αγιασμένο
από Πηγή ζώντος νερού, τώρα δεν το πιστεύεις,
σαν βλέπεις καθαρό νερό, ίσως να κοροϊδεύεις.240
Δεν φταις γιατί ό,τι κι αν σου πω για το ωραίο κρασάκι,
αν δεν το πιεις σου φαίνεται χαζό παραμυθάκι.
Με λίγο χρόνο όμως να! Χωρίζονται ακόμα,
ο ώριμος γλυκός καρπός απ’ το σπυρί στο χώμα.
Άσε το «ναι» μες στην καρδιά καλά να την οργώσει245
και μέχρι να ‘ρθει ο θερισμός εκείνη να μεστώσει.
Όλοι θα γίνουμε κρασί γιατί το θέλει Εκείνος,
που ενώ είναι όλη η Άμπελος, κατέβηκε σαν κρίνος.
Κι είναι το Φως Του ιλαρό, Αγάπη τ’ όνομά Του,
Βουλής Μεγάλης Άγγελος για μας το πέταγμά Του.250
Φίλε μου, δεν διαφέρουμε καθόλου, πίστεψέ με,
είμαι καθρέφτης και ποθώ το Φως Του, δε γελιέμαι.
Γιατί το θέλει ο καιρός τα πράγματα ν’ αλλάξουν
και όσοι θέλουν να το δουν ζητάνε να πετάξουν.
Μάτια που είδανε το Φως πίσω τους δεν κοιτάνε255
και δες μονάχοι περπατούν αυτοί που αγαπάνε.
Ή «σαν μονάχοι» θα το πω γιατί έχουν συντροφιά τους
τον πόθο για την ένωση μ’ Αυτόν που είναι κοντά τους.
Καθαρή μορφήΑυτά, για να μην μπερδευτείς, αν το ‘χεις δεδομένο
και ψάξεις να βρεις ορισμό που έτσι οργανωμένο260
να μου αποδώσει όνομα ή ό,τι άλλο ακόμα,
καμιά ετικέτα δεν φορώ, μα είμαι κατ’ εικόνα.
Και σίγουρα με χίλιες δυο βρωμιές και μύρια λάθη.
Αν θέλεις καθαρή μορφή ψάξε και δες τα Πάθη
της Μεγαλοβδομάδας μας και την Ανάστασή Του…265
Κι ίσως ο σταύλος της καρδιάς φάτνη στη γέννησή Του
να γίνει έτσι σταδιακά ή μονομιάς αν θέλει,
μέσα ας έχει κοπριά, έξω θα ‘ρθουν οι Αγγέλοι!
Εκείνος καταδέχεται να γεννηθεί εντός σου
κι ας είν’ ακόμα βρώμικος ο σταύλος ο δικός σου.270
Άλλωστε μόλις γεννηθεί, θα δεις να καθαρίζεις.
Θα πάθεις πλάκα, φίλε μου, κι εκείνοι που γνωρίζεις,
δεν θα μπορούνε να το βρουν πώς τα ‘χεις καταφέρει
κι ενώ ακόμα περπατάς σε τούτα εδώ τα μέρη,
μοιάζει να έχεις πέταγμα, είσαι γεμάτος δώρα,275
πώς βγήκες από τα σκατά κι έληξε η κατηφόρα.
Τώρα άμα σε ζάλισα με όλα αυτά που είπα
κι αν το κεφάλι «σού ‘κοψα», δικιά σου είν’ η πίτα.
Όπως σ’ αρέσει μοίρασε ετούτο το χαρμάνι,
ακόμα και του σκύλου σου δώσε να μην πεθάνει,280
τσίμπα κι εσύ ένα μεζέ, μα αν νιώθεις και χορτάτος,
απ’ τα πολλά σου «αγαθά» πεινάει και ο «γάτος»,
αυτός που ίσως κατάλαβε ότι απ’ τα σκουπίδια
που ‘τρωγε μέχρι τώρα δα, αυτά είναι στολίδια.
Όχι γιατί τα είπα εγώ, μα γιατί έτσι είναι.285
Δεν είναι θεωρίες μου, γι’ αυτό «τρώγε» και «πίνε»!
Κι άκου αν θες κι αν απορείς το πρώτο γραμματάκι,
που ‘γραψα σε μια φίλη μου για πλάκα σε στιχάκι
και κάπως έτσι μ’ έπιασε η τρέλα αυτή εδωπέρα
μία ηλιόλουστη καυτή του Αυγούστου ωραία μέρα.290

~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ •~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΦΙΛΗ (ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ)
ΟιΑγαπημένη φίλη μου, σου γράφω γραμματάκι
αναστεναγμοίκαι προτιμώ να σου τα πω με μέτρο, σε στιχάκι.
γινήκανΑν και σου τα ‘χω πει ξανά με χίλιους δύο τρόπους,
προσευχήτο χούι μου δεν κρύβεται, τα λέω στους ανθρώπους.
Μες στην καρδιά μου κεραυνοί η Αλήθεια κι η Αγάπη,5
μα του μυαλού το έδεσα τ’ αφιονισμένο άτι.
Γιατί η καρδιά ερωτεύτηκε παράφορα και τόσο,
που δεν χωρούσε η λογική κι έπρεπε να γλυτώσω.
Ε, στην αρχή ζορίστηκα, γιατί έπρεπε να σβήσω
τα δεδομένα του μυαλού και να το εξαγνίσω.10
Μου φάνηκε σαν θάνατος να ρίξω κάθε ιδέα
στον κάδο με τα άχρηστα είτε άσχημη είτε ωραία.
Έριξα σάλτο στο κενό, γιατί ήμουν ερωτιάρα
κι απόμεινα χωρίς χορδή σαν μια μουγγή κιθάρα.
Δεν χώραγε σε ένανε όλος ο έρωτάς μου,15
χαρέμι ο κόσμος γύρω μου, στα μάτια της καρδιάς μου.
Εμπρός μου αδιέξοδο και πίσω μου το ρέμα
με χίλια μάτια κι αγκαλιές κι όλα αγαπημένα.
Από νωρίς ξεπέρασα το «εγώ κι εσύ μονάχοι».
Μου ‘μοιαζε σκέτη ερημιά, οι δυο μου μοιάζαν βράχοι,20
που η θάλασσα τους κοπανά και τους μαθαίνει η αρμύρα,
πως αγκαλιά είναι τ’ άπειρο κι η Αγάπη είναι πλημμύρα.
Τι να το κάνω, το λοιπόν, αφέθηκα στην «τρέλα»
να αγαπώ και να ποθώ συνέχεια νύχτα-μέρα
μια αγκαλιά απέραντη όλους να μας χωράει25
κι εκεί κανένας να μην κλαίει, κανείς να μην διψάει.
Έτσι οι αναστεναγμοί γινήκαν προσευχούλα
και ζήτησαν του ουρανού να ρίξει μια βροχούλα,
για όσους μόνοι ξαγρυπνούν, για κείνους που διψάνε,
για όσους δεν χαρίζονται στη λήθη και ξεχνάνε.30
Και μου αποκρίθη ο ουρανός με τον δικό του τρόπο,
αλήθεια που την φύλαξα μες στης καρδιάς τον τόπο.
Και δεν μου επιτρέπεται να μαρτυράω για ‘κείνη,
παρά μονάχα σε καρδιές που ανοίγουνε σαν κρίνοι.
Κι ίσως ούτε χρειάζεται να τους τη μαρτυρήσω,35
μα αρκεί σ’ Αυτόν που μου ‘δωσε για ‘κείνες να ζητήσω.
Έτσι κι αλλιώς το ξέρω πως σε όλους πάντα δίνει,
αρκεί να είναι ανοιχτοί κι ανθεκτικοί σε οδύνη.
Γιατί είναι πόνος στην καρδιά η Αλήθεια κι η Αγάπη
κι ίσως «σηκώνουνε σταυρό» όσοι γνωρίζουν κάτι.40
Μια και ο κόσμος δεν ποθεί, δεν θέλει ν’ αγαπήσει,
θέλει μονάχα να χαρεί λίγο σ’ αυτήν την ζήση,
σαν να ‘ναι μελλοθάνατος κι ό,τι προλάβει παίρνει,
χώμα στο χώμα αφήνεται και τα φτερά του δένει
μήπως τυχόν και ξεχαστεί και κάνει να πετάξει45
πράγμα που είναι λάθος στην καθεστηκυία τάξη!
Δεν θα σου τα ‘λεγα όλα αυτά, αν της καρδιάς σου η πόρτα
δε μου ‘μοιαζε για ανοιχτή κι άλλα άμα θέλεις ρώτα!
Μη βιάζεσαι όμως να μου πεις πως ξέρεις κάτι άλλο,
θυμήσου που σου είπα πριν για ένα δοχείο μεγάλο50
με άχρηστα και βρωμερά σκουπίδια πεταμένα…
Για ‘κει είν’ οι απόψεις μας κι όλα τα δεδομένα!
Μπας κι επιτέλους πάρει μπρος η δόλια η καρδιά μας
και το μπορέσει μέσα της να μπει ο Έρωτάς μας
να την γεμίσει έμπνευση και όμορφα στιχάκια,55
γιατί η Αγάπη μας μεθά, μας κάνει σαν παιδάκια
και όλη μέρα παίζουμε και λέμε τραγουδάκια.
Κι ας μοιάζει στην αρχή σκληρό να πάρεις τη ματιά σου
απ’ ό,τι φαίνεται χρυσό και λάμπει εδώ μπροστά σου.
Να μην ξεχνάς τα ηλεκτρικά τα φώτα πως δεν φέγγουν,60
όταν ο ήλιος βγει ψηλά κι οι αχτίδες του μας γνέφουν.
Δεν θα σταμάταγα εδώ γιατί καλά περνούσα,
μα κάνει ζέστη και καλό θα ‘ταν να κολυμπούσα
σ’ αυτήν εδώ τη θάλασσα που βλέπουν οι οφθαλμοί μου
κι όχι μονάχα στ’ ανοιχτά που επιθυμεί η ψυχή μου.65

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου