Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

12. Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΙ ΟΧΙ ΘΕΩΡΙΑ
Τα λόγιαΚι έτσι μου βγήκαν όλα αυτά, να ‘ναι καλά η κοπέλα,
έχουν ρίσκογιατί βαστούσα μοναχή αυτήν εδώ την «τρέλα»…
Που τώρα την ακούμπησα σ’ αυτούς εδώ τους στίχους,
που ελπίζω να ταιριάζουνε με τους δικούς σας ήχους.
Και πάλι εγώ μονάχη μου έτσι θα περπατήσω5
και μόνο Αυτού που μ’ αγαπά το χέρι θα κρατήσω.
Μου κόστισε, μην το θαρρείς πως έτσι εδώ «τη βρίσκω»
να σου τα λέω όλα αυτά, γιατί έχει ένα ρίσκο.
Είπε: «Πολλά δαρήσεται εκείνος που γνωρίζει
και λέει στους άλλους για αυτά που ο Λόγος Μου ορίζει,10
αν δεν τα κάνει πράξη του» κι εγώ αλίμονό μου,
μην σου περάσει απ’ το μυαλό πως τα ‘χω τρόπαιό μου
και πως τα λέω εδώ, γιατί τα έχω εφαρμόσει.
Ζητώ συγγνώμη απ’ Αυτόν που θέλει να μας σώσει.
Όμως αφού τα ένιωσα και τα ‘βαλα βαθιά μου,15
δεν το μπορούσα να σιωπώ, καιγόταν η καρδιά μου.
Μα αν ήδη εγώ ήμουνα με την Αλήθεια Ένα,
δεν θα χρειάζονταν εδώ να έχω αυτά γραμμένα.
Αυτός που η Αλήθεια ήτανε και είναι, μα και θα ‘ναι,
δεν μίλησε με γράμματα, μας το ‘δειξε και πάνε20
είκοσι αιώνες απ’ αυτήν την ώρα που ερωτήθη
«τι είναι η Αλήθεια» απ’ αυτόν που ήτανε στη λήθη,
ενώ την έβλεπε μπροστά στα μάτια του ο καημένος
σ’ Αυτόν που όπως θελήσανε έγιν’ Εσταυρωμένος!
Και ο Πιλάτος «ένιψε τας χείρας» πριν Τον δώσει,25
γιατί ένιωσε το λάθος του κι ήθελε να γλυτώσει.
Γι’ αυτό σου λέω, αφού Αυτόν που ήταν η Αλήθεια
Τον σταύρωσαν και φέρθηκαν ανόητα κι ηλίθια,
είναι σταυρός να επιθυμείς να είσαι ενωμένος
με ό,τι αποκάλυψε ο Λόγος σαρκωμένος.30
Ο Σωκράτης.Άλλωστε και πρωτύτερα απόπειρες γινήκαν
Θυσίααπ’ την Αλήθεια να ειπωθεί, μα όλες το μίσος βρήκαν.
ήΣκοτώναν τους Προφήτες Του, μα και σ’ αυτήν την χώρα
αυτοδικαίωση;που παραδόξως Έλληνες λεγόμαστε ως τώρα,
όποιος και αν το τόλμησε γι’ αλήθεια να μιλήσει35
ή έπρεπε να δικαστεί ή να αυτοκτονήσει.
Έτσι ο σοφός Σωκράτης μας γυρνούσε με κουρέλια,
γιατί είδε τύφλα στους τυφλούς κι αυτοί βάζαν τα γέλια.
Μα ύστερα τον δίκασαν γι’ αυτό το λίγο φως του
που το περάσαν δαίμονα κι έγινε ο εχθρός τους.40
Γιατί τους τάραξε μ’ αυτό τα σκοτεινά νερά τους,
κλονίστηκε η ασφάλεια κι η βεβαιότητά τους.
Κι αντί να κάτσουν και να πουν, «ρε, αυτός καλά τα λέει»,
όπως το είπαν μερικοί, κυρίως οι πιο νέοι,
ήθελαν να τελειώνουνε και να τον θανατώσουν,45
κρύφτηκαν στο σκοτάδι τους μήπως και τη γλυτώσουν.
Τους πείραξε που είδε αυτός της τύφλας την αλήθεια,
των δεδομένων την θηλειά, την πνιγηρή συνήθεια.
Και που τυφλός μες στους τυφλούς γλύτωνε απ’ την παγίδα,
μ’ αυτό το περιβόητο «εν οίδα ότι ουδέν οίδα».50
Όμως ετούτο το «ουδέν» η αρχή ήταν και μόνο.
Εκεί αν κάτσεις κι υποστείς του σκοταδιού τον πόνο,
πρέπει να ουρλιάξεις «Έλεος! Καλό μου Φως πια έλα!».
Και να πετάξεις ο τυφλός της τύφλας την ομπρέλα.
Δεν είναι ευχάριστα εκεί, δεν είναι για ν’ αράξεις,55
είναι για να το σιχαθείς το σκότος και να ψάξεις,
πού είναι αληθινά το Φως, λαχτάρα να σε πιάσει
και βέβαια μετάνοια, γιατί το έχεις χάσει.
Όμως την πάτησε ο σοφός στο τέλος και το ήπιε
το κώνειο και τον ρωτώ, τότε γιατί το είπε60
– αν πράγματι το ήξερε πως τίποτα δεν ξέρει –
το «ναι» σ’ αυτόν τον θάνατο κι ακόμα μεταφέρει
μ’ αυτόν τον τρόπο τελικά αυτής του της θυσίας
την τάση να λατρεύουμε τα… της Φιλοσοφίας.
Για ποια ιδέα πέθανε, αφού όλες τις «πετούσε»65
και δήλωνε την άγνοια και την ομολογούσε,
για κείνη του την άγνοια, έπρεπε ν’ αποδράσει
κι όπως οι φίλοι του ‘πανε, στ’ αλήθεια να το σκάσει.
Όποιος δεν ενδιαφέρεται να βγει δικαιωμένος,
δεν θέλει ν’ αυτοθεωθεί σαν καταδικασμένος!70
Θυσία θα πει κένωση, θα πει δεν φανερώνω
μέσα από την πράξη μου τον εαυτό του μόνο.
Και ο Χριστός σταυρώθηκε, μ’ αυτό ήτανε θυσία,
γι’ αυτό και πριν την τελική κι άγια δοκιμασία
ζήτησε, αν ήταν δυνατόν, να μην πιει το ποτήρι,75
μα όμως του Πατέρα Του έκανε το χατήρι.
Γιατί φανέρωνε μ’ αυτό όχι τον εαυτό του,
μα μόνο τον αληθινό Πατέρα και Θεό του.
Και δεν σταυρώθηκε γιατί αυτό ήταν θέλημά Του
ούτε γιατί υπακοή έκανε στη γενιά του.80
Αυτό το έκανε ο σοφός αρχαίος μας Σωκράτης,
που ένιωσε και φάνηκε μέγας επαναστάτης
και δέχτηκε το κώνειο κι έκανε τη θυσία,
για να στερεωθεί στο εξής όση είπε θεωρία.
Και να εδραιώσει το μηδέν με θάνατο σπουδαίο,85
για να νομίζουμε εμείς πως είν’ το πιο ωραίο
να μένεις στο κενό αυτό, που ‘ναι σαν το νιρβάνα,
που λεν οι φίλοι Βουδιστές πως μοιάζει με το «Μάννα»!
Κάτσε, μην το μπερδέψουμε, αυτό είναι ένα σημείο,
που σαν βρεθεί ο άνθρωπος, αναζητά το Θείο.90
Χάνει βεβαίως το πρόσωπο που νόμιζε δικό του,
όμως τον καίει τ’ αληθινό να βρει απ’ τον Θεό του.
Το μη ον Δεν λέει ν’ αυτοθεώνεται σ’ αυτήν την απουσία
και ο Ωνκαι να νομίζει θέωση την τέλεια αναισθησία!
Αυτό είναι το τελικό σημείο που ανθρωπίνως95
μπορεί να φτάσει ο γκουρού κι ο μαθητής του εκείνος
χωρίς βοήθεια Θεού, παρέα με το «μη ον» τους
και να αισθάνονται Θεό τον άδειο εγκέφαλό τους.
Όμως αυτοί θωρούν για φως, αυτό που είναι σκοτάδι,
που όντως αυτό είμαστε, αν μείνουμε στον Άδη,100
αλλ’ όμως για τον Χριστιανό αυτό είν’ ανατριχίλα,
το ονομάζει «έρημο» και μπαίνει, μα στα χείλια
έχει το «Κύριε ελέησον», γιατί ξέρει πως Φως μας
είναι το μόνο Πρόσωπο που λέγεται Χριστός μας.
Αυτός που είπε «Εγώ ειμί» και όχι «Εγώ δεν είμαι»,105
για να σε κάνει πρόσωπο καθρέφτης Του εσύ γίνε,
μα για να μην ξεγελαστείς, το Φως Του αν καθρεφτίσεις
και νιώσεις πως είσαι η Πηγή κι ανάποδα γυρίσεις
και πεις πως δεν χρειάζεσαι το Φως απ’ την Πηγή Του
και σκοτεινιάσεις σαν κι αυτόν τον δύστυχο αρνητή Του,110
σ’ αφήνει πρώτα να γευτείς εκείνο το σκοτάδι,
που κάποτε το επέλεξες και μπήκες μες στον Άδη,
γιατί το επιθύμησες το δέντρο αυτό της γνώσης
και άκουσες την «συμβουλή» της πρόωρης της βρώσης.

~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~ •~ • ~ • ~ • ~ • ~ • ~

Η ΠΤΩΣΗ (ΦΩΣ – ΣΚΟΤΑΔΙ)
ΧάσαμεΠρόωρης μια κι ήταν νωρίς να φας από ετούτο,
τον έρωταγιατί δεν ήσουν έτοιμος κι αυτό έφερνε «σκορβούτο»
όχι γιατί ήτανε κακό, μα απαγορευμένο
ήτανε μόνο «άχρι καιρού», μέχρι ερωτευμένο
να νιώσεις τον καθρέφτη σου με τον Δημιουργό σου5
και να σταθεροποιηθεί μαζί Του ο δεσμός σου.
Για να μην κινδυνεύεις πια ποτέ να την πατήσεις
και του Θεού το Πρόσωπο δικό σου το νομίσεις.
Αφού είσαι κτίσμα μοναχά, δεν είσαι συ ο Κτίστης
κι είδες πως εύκολα ξεχνάς το δόγμα αυτής της πίστης.10
Έτσι τότε την πάτησες κι αντί να αγαπήσεις
τον Κτίστη που αιώνιο σε έφτιαξε να ζήσεις
και σου ‘δωσε προδιαγραφή σαν άγγελος να είσαι,
εσύ «την είδες» σαν Θεός κι είπες στο άψε σβήσε:
«Ωραίο μήλο, Εύα μου, όπως κι εσύ είσ’ ωραία15
ας παρακούσουμε Αυτόν κι ας κάνουμε παρέα!».
Κι έτσι ο καθρέφτης στράφηκε στον άλλονε καθρέφτη
και από τότε έρωτα είπε αυτόν τον ψεύτη,
που μας θυμίζει ευτυχώς κάτι από ευτυχία,
μα όμως λήγει γρήγορα και φέρνει απελπισία.20
Γιατί η φλόγα αληθινά, η Φλόγινη Ρομφαία,
είναι αυτός ο ΕΡΩΤΑΣ που έχει κεφαλαία
κι έκλεινε του Παράδεισου την πόρτα έως ότου,
ως Προμηθέας ο Χριστός για χάρη του ανθρώπου,
τη φλόγα έδεσε ξανά στον θείο Έρωτά Του25
κι αυτό το στριφογύρισμα – αιτία του θανάτου –
που είχε η ρομφαία αυτή άτσαλα και χτυπούσε
και έκλεινε την είσοδο, τις πόρτες τις σφαλούσε,
Εκείνος το σταμάτησε και πάλι είπε: «Ορίστε!
Μέσα στη Βασιλεία Μου, αν θέλετε, γυρίστε».30
Ήρθε Νυμφίος Εραστής και άνοιξε τις πόρτες,
μα τα ξεχάσαμε αυτά κι έχουν φτερά οι κότες
και ‘μεις που είχαμε φτερά κι ήμασταν σαν αγγέλοι,
χάνουμε το αιώνιο Φως και μένουμε αγέλη.
Κι έτσι η φύση η μισή που ‘χουμε σαν τα ζώα,35
νιώθει ξανά τη γύμνια της και παύει να ‘ναι αθώα.
Γιατί πριν ήτανε διπλή για να ‘μαστε ο κρίκος
του αοράτου και του ορατού, για να ενωθεί ο Οίκος,
όπως ενώθηκε μετά μες στου Χριστού το Σώμα
το Άκτιστο με το κτιστό, για να μπορεί ακόμα40
ο άνθρωπος να θεωθεί, εφόσον το θελήσει
και να γυρίσει στην Εδέμ, εάν πάλι τον ποθήσει
τον Έρωτα που έχασε, το Φως και την Ζωή του
όπως τα είχε εξαρχής κι έλαμπε η ψυχή του.
Και αν δεν την επέλεγε τότε αυτήν την πτώση45
θα ‘μασταν στον Παράδεισο χωρίς οδύνης δόση.
Θάνατο δεν θα γνώριζε το είδος του ανθρώπου
και θα ‘μασταν απόγονοι του ανθρώπου αυτού του πρώτου
απ’ τη σπορά του Πνεύματος, ίσως σαν τον Χριστό μας,
που ενσαρκώθηκε αλλά όχι με τον δικό μας50
τρόπο αναπαραγωγής, μα από την Παρθένο
που είπε το «ναι» στου Αγγέλου Του τον Λόγο τον δοσμένο.
Από αγγέλοι…Μα ο Αδάμ προτίμησε – γελάστηκε στ’ αλήθεια –
αγέλη!ενώ του δόθηκε Πνοή του Πνεύματος στα στήθια,
να δώσει αντίτιμο το Φως, την ίδια την Ζωή του55
και σαν φυτίλι να σβηστεί για να ‘χει ηδονή του,
αυτό που κι οι μαϊμούδες μας και τ’ άλλα τα ζωάκια
έχουνε φύση κι ένστικτο κι είναι προγραμματάκια,
που ‘χουν αναπαραγωγή κι ανάγκες απ' την ύλη
κι έτσι αυτά πεθαίνουνε, αφού είν’ σκέτο φυτίλι,60
χωρίς το φως της γνώσεως που έχουν οι αγγέλοι,
μα αυτοί είναι αλλιώτικοι, γιατί δεν έχουν μέλη
από ύλη, ξέρεις, εννοώ το ότι δεν έχουν σώμα,
δεν είναι σαν τον άνθρωπο, που είναι κι από χώμα
και από Πνεύμα, ώστε αυτός είν’ τέλεια κατ’ εικόνα65
και καθ’ ομοίωσιν, μα αυτό δεν το ‘φτασε ακόμα.
Έτσι, λοιπόν, τα ζώα μας είναι σε άλλη σκάλα
της Κτίσης και δεν νοιάζονται γι’ αυτά ούτε για άλλα.
Τα έφτιαξε ο Δημιουργός για χάρη του ανθρώπου,
μα δεν γνωρίζουν τη φθορά ούτε τον θάνατό τους.70
Έχουν το φόβο ένστικτο για να προστατευτούνε
σαν πρόγραμμα επιβίωσης όταν απειληθούνε.
Όμως δεν το ‘χουν βάσανο σε όλη τη ζωή τους
να κλαιν που θα πεθάνουνε αυτά κι οι συγγενείς τους.
Αυτά ζούνε ελεύθερα και για συνείδησή τους75
έχουν μονάχα στο παρόν την επιβίωσή τους.
Και δεν ζητάει η ψυχούλα τους αιώνια να ζήσει,
γιατί για ‘κείνα η φθορά δεν είναι κακή λύση.
Μπορεί να την αισθάνονται, μα δεν το έχουν άγχος
είναι λιγάκι και αυτά όπως και ένας βράχος,80
που όταν σιγά ή δυνατά το κύμα τονε φθείρει
δεν ψάχνει να βρει αγκαλιά και δίπλα της να γείρει,
γιατί έχει πόνο αβάσταχτο, μα και καημό μεγάλο,
που θα τελειώσει η ζωή και δεν θα έχει άλλο.
Αυτό μόνο τον άνθρωπο τον τρώει, τον βασανίζει85
και κάθε ώρα και στιγμή ίσως να του θυμίζει
κάτι για αιωνιότητα, κάτι για τιμωρία,
μα δεν ταιριάζει στο Θεό αυτή η ορολογία.
Δεν είναιΔεν είπε Αυτός να φύγουμε, εμείς διαλέξαμε
τιμωρίακαι τώρα έχουμε τροφή μόνο το κοκορέτσι90
έτσι είναικαι για την πείνα της καρδιάς, άσ’ τα να πάνε, φίλε,
επιλογήλιμοκτονεί η καρδούλα μας κι εμείς μόνο πιπίλες
της δίνουμε να πιπιλά και έτσι να ξεχνιέται,
να ξεγελάει την πείνα της και να αποκοιμιέται.
Δεν είν’ ο Ήλιος τιμωρός που τρύπησε το στρώμα95
του όζοντος, μα είμαστε ‘μεις που ανοίγουμε ακόμα
τη βλαβερή την τρύπα αυτή με την επιλογή μας
και τον καρκίνο φέρνει πια ο ήλιος στο κορμί μας.
Τον ήλιο δεν τον βλέπουμε, δεν ξέρουμε πώς είναι,
ό,τι κι αν λέμε αυτός μακρυά κι απρόσιτος μας είναι100
κι είναι ταυτόχρονα παντού, ζεσταίνει, μας φωτίζει
ό,τι ονομάζουμε ζωή αυτός μας το χαρίζει.
Και δεν τον πλησιάζουμε όχι γιατί «δεν θέλει»,
μα γιατί είν’ αυτός φωτιά, κι εμείς μονάχα μέλη
της ύλης καταντήσαμε και θα καούμε αμέσως,105
άμα τον πλησιάσουμε, γι’ αυτό μόνο εμμέσως
ίσως θα το μπορούσαμε κοντά του να βρεθούμε
με φως και Πνεύμα πύρινο να τον αντιληφθούμε.
Μόνο ο νους μας το μπορεί κοντά να «πλησιάσει»,
μα σίγουρα απότομα αν κάνει να τον φτάσει110
και πάρει περισσότερο φως από όσο αντέχει,
ίσως τα χάσει και αυτός κι αρχίσει πια να «τρέχει»!
Γιατί ο νους έχει όρια κι αν θέλει να φωτίσει
και ν’ ανοιχτεί πρέπει ασφαλώς πρώτα να καθαρίσει
μέσα από μετάνοια, γιατί αυτά που βλέπει115
είναι όσα η συνέπεια της πτώσης του επιτρέπει.
Όπως λοιπόν φοβόμαστε τον Ήλιο που μας δίνει
ζωή και ευχαρίστηση και είναι και καμίνι
σύμφωνα με τα όρια του φυσικού μας νόμου,
έτσι όταν πορευόμαστε και στην πλευρά του δρόμου,120
που λέγεται πνευματικός, πρέπει να εννοούμε
ότι υπάρχουν και σ’ αυτήν νόμοι που θα δεχτούμε.
Αν τώρα καταλάβουμε και τον Θεό σαν ήλιο,
που ‘ναι μακριά, μα και παντού σε όλα αυτά τριγύρω,
που Αυτός μας δίνει τη ζωή κι όλα τα φανερώνει,125
όσα μπορεί της όρασης να βλέπει η οθόνη
κι αν το σκεφτούμε, φίλοι μου, αν αναλογιστούμε,
πόσα είναι αυτά που βλέπουμε και πόσα δεν θωρούμε,
ίσως λίγο το νιώσουμε το άπειρο το Φως Του
και πως σκοτάδι είναι το να νιώθουμε εκτός Του130
κι ότι ‘ναι σπίτι μας η γη μα την περιορίζει
πια η στενή μας λογική που τοίχους μόνο χτίζει,
που είναι η ύλη τους πηχτή, Φως δεν τους διαπερνάει…
Του καθενός επιλογή είν’ έξω αν θα πάει!
Η βεβαιότητα Αν και για την ακρίβεια, προς το παρόν στο νου μας135
του σκότουςμπορεί μονάχα να δοθεί μια γεύση τ’ ουρανού μας.
Γιατί κι αυτός κι οι οφθαλμοί δεν το μπορούν να δούνε
μετά την πτώση τίποτα απ’ όσα αντιστοιχούνε
στου ανθρώπου την προδιαγραφή κι αόρατα φαντάζουν,
άγνωστα, ακατανόητα, γι’ αυτό και μας τρομάζουν.140
Αφού ο Θεός τα έκανε το Φως και το σκοτάδι
χώρια εντελώς σαν τη Ζωή να είναι με τον Άδη,
δεν συναντιούνται πουθενά, γιατί όπου είναι το ένα
αμέσως τ’ άλλο αναιρεί και δεν έχουν κανένα
σημείο αυτά συνάντησης, αφού είναι το σκότος145
η απουσία του φωτός κι αυτό το βρίσκει πρώτος,
όποιος γνωρίζει Φυσική: το φως είναι φωτόνια
κι αληθινή είναι ύπαρξη, δεν λέμε όμως «σκοτόνια»!
Αυτό που φτιάχνει το πηχτό κι απόλυτο σκοτάδι,
είναι το ότι δεν θωρεί φωτόνια το μάτι.150
Γι’ αυτό μπορείς να ρίξεις φως, έστω και μιαν ακτίνα
από τρυπούλα και θα δεις να φαίνονται εκείνα,
που δεν τα έβλεπες πιο πριν καν, σαν να μην υπήρχαν,
μόνο το φως επέτρεψε να εμφανιστούν και ήρθαν
στου νου σου την αντίληψη κι όχι η δύναμή σου.155
Εσύ απλώς να ελκύσεις φως έχεις δυναμική σου,
ενώ δεν γίνεται στο φως να ρίξεις μ’ έναν τρόπο
κάτι που να ‘ναι μόνο του σκοτείνιασμα στον τόπο.
Το μόνο ίσως που μπορείς είναι το φως να κρύψεις
ή να κρυφτείς ο ίδιος σου κι ομπρέλα να ανοίξεις.160
Άρα για να θωρείς το φως, το μόνο που εμποδίζει
είναι η μαύρη τύφλα σου που δυστυχώς σ’ ορίζει.
Κι αυτό που βλέπεις το περνάς για τέλεια αλήθεια
κι έχεις για βεβαιότητα του σκότους τη συνήθεια.
ΦωτισμένοιΓι’ αυτό σαν παραμύθι αυτά φαίνονται στο μυαλό μας165
κουρελήδεςκαι είναι ως ένα βαθμό, γιατί το επίπεδό μας
του σκοτισμένου μας του νου είναι πια νηπιώδες
κι έτσι το σχέδιο του Θεού που ‘ναι μεγαλειώδες
μ’ αυτό τον τρόπο διάλεξε να βρει να μας μιλήσει,
νήπια καθώς είμαστε και να μας εξηγήσει170
με όρους και με σύμβολα πια είν’ η ιστορία,
γιατί είναι ασύλληπτη η ευθεία θεωρία
του πως γίναν τα πράγματα παρότι οι Άγιοί μας,
που φωτιστήκανε μετά από τον Λυτρωτή μας,
βιώσαν και περιέγραψαν μ’ ενήλικους πια τρόπους,175
αφού βρήκαν ταπείνωση μες από χίλιους κόπους
κι αφού έτσι γινήκανε αληθινοί θεόπτες
όσα τους αποκάλυψαν του ουρανού οι πόρτες,
που ανοίγονται σ’ όσες ψυχές έχουνε καθαρίσει
και επιτρέπουν μετοχή σ’ Αυτό που έχουν ποθήσει.180
Δεν είναι ψεύτικο, λοιπόν, αυτό το παραμύθι
που λέει για δέντρα και καρπούς που οδήγησαν στη λήθη.
Αυτή είν’ η αλήθεια λοιπόν κι αν σε χαλάει ο μύθος
και θες στα ίσια να την δεις βρες πρώτα Άγιο ήθος
και πάρε το απόφαση πως ό,τι εννοήσεις,185
θα ‘ναι σταυρός στην πλάτη σου, που θα τον κουβαλήσεις
μες σε μαρτυρική σιωπή κι αίσθημα μετανοίας
και μες από τον χλευασμό που ‘ναι της κοινωνίας
η φυσική αντίδραση σ’ όλους τους φωτισμένους,
που τους διώκει άγρια και τους θωρεί για ξένους.190
Μα είναι σχεδόν ευχάριστος του μαρτυρίου ο πόνος,
σ’ αυτόν που της Αλήθειας ανοίχτηκε ο δρόμος.
Οι λίγοι μας συνάνθρωποι που βρήκανε το φως τους,
δεν γίναν κατανοητοί από συνάνθρωπό τους,
γιατί φαντάζει τρέλα αυτό ή μεταφυσικίλα,195
να λέει κάποιος για χρώματα, εικόνες και καντήλια
κι «οράματα και θάματα» σ’ αυτούς που δεν θωρούνε.
Το πιο συνηθισμένο τους είναι να τον περνούνε
ή για τρελό ή γι’ αφύσικο, αφού το φυσικό τους
είναι μονάχα η τύφλα τους κι αυτό λεν λογικό τους.200
Φαντάσου ένα παράδειγμα, να ‘ναι όλοι κουρελήδες
κι ένας να πάει στο Βασιλιά και να ‘ρθει με χλαμύδες
και με στολίδια πλούσια, το πιο συνηθισμένο
είναι να τον κοιτάξουνε σαν απ’ αλλού, σαν ξένο.
Και δυστυχώς ό,τι είν’ αυτό που πάνω του αστράφτει,205
μα και τον ίδιο ολόκληρο ως και αυτόν τον ράφτη,
να τους ξεσκίσουνε ευθύς απ’ την πολλή τη ζήλια,
που είναι τόσο τυχεροί και αποκτήσαν χίλια
καλά και πλούτη κι αγαθά, γι’ αυτό όσοι έχουν «δώρα»
φεύγουν κι απομακρύνονται κι ως κουρελήδες τώρα210
κοιτάζουν να εμφανίζονται, μην και τους καταλάβουν
όσοι θα θέλαν με κλεψιά τα δώρα αυτά να λάβουν.
Και δίνονται τα δώρα αυτά απλόχερα, όλη μέρα,
σ’ αυτήν την σκοτεινή εποχή τα βρίσκεις στον αέρα,
αν τα ζητήσεις, γιατί μες στην τόση αμαρτία,215
που υπερεπλεόνασε σ’ αυτήν την κοινωνία,
το ίδιο επερίσσευσε και του Χριστού η Χάρη,
μα όμως δεν θα τηνε βρεις σε ‘κείνο το παζάρι,
που έμαθες να αποκτάς όλα τα υπάρχοντά σου.
Γι’ αυτήν πρέπει ν’ ανοίξουνε τα φύλλα της καρδιάς σου,220
αφού αρχικά επιβληθείς στο σκάρτο το μυαλό σου,
που κάνει κάθε λάθος σου να μοιάζει για σωστό σου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου