Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

Πέρασαν μέρες και καιροί, μήνες, βδομάδες, χρόνια, ...

Πέρασαν μέρες και καιροί
μήνες βδομάδες χρόνια
κι επάνω στη σκακιέρα μας
κινήθηκαν τα πιόνια.
Όσα είπα κι ελάλησα
το δυο χιλιάδες έξι
δώσαν στη βάρκα μου κουπιά
πιο γρήγορα να τρέξει.
Με κράτησαν μες στη σιωπή
σαν άγιο φυλαχτό μου
φωτίτσα που τρεμόσβηνε
στο ερημητήριο μου.
Καρπός ήταν και γέννημα
μίας νηφάλιας μέθης
κι απ' την πλημμύρα της καρδιάς
που καρτερούσε να έρθεις.
Στο 'πα και στον επίλογο
ότι θα σε προσμένω
ν' αφήσεις πίσω όπως κι εγώ
ό,τι είναι δεδομένο.
Είπα για όσα μας θέλουνε
μόνους και χωρισμένους
και έλυσα κάθε σχοινί
που μας κρατάει δεμένους.
Τα λόγια όμως δε φτάνουνε
να λύσουν το κουβάρι
είναι μεγάλη η διαδρομή
κι έχει ο καθένας βάρη
που άμα θέλει να πετά
πρέπει να τα πετάξει
να αρνηθεί κάθε παλιό
τη ρότα του ν' αλλάξει.
Μοιάζει στ' αλήθεια οδυνηρό
να πέφτεις στο κενό σου
και να μην είναι κει κανείς
όλοι να μοιάζουν ξένοι
μα αν ραντεβού έχεις με το Φως
καρδιά ερωτευμένη,
όλα τ' αντέχεις μάτια μου
κι ο πόνος είν' γιορτή σου
γιατί γεννιέται απ' την αρχή
στα στήθια το Παιδί σου.
Εκείνη η αδύναμη φωνή
η Αλήθεια στην ψυχή σου
ψυθιριστά σε οδηγεί,
να θυμηθείς ποιος ήσουν
και δάκρυα έρχονται καυτά
να πλύνουν τις πληγές σου
αυτές που η λήθη άνοιγε
κι οι βεβαιότητες σου.
Λυτρωτική η παραμονή
σ' αυτόν τον μαύρο Άδη
μα μόνο αν έχει ο ιχθύς
πιαστεί στο παραγάδι
εκείνο το καλού Ψαρά
που ενώ ρίχνει τα δίχτυα
δεν τα πετάει στη φωτιά
μια κι είναι Αυτός η Αλήθεια
τα ξεδιαλέγει απ' τα σχοινιά
κι όσα δεν τα γνωρίζει
πίσω στην ίδια θάλασσα
ως θέλουν τα γυρίζει
και τ' άλλα που 'ναι γνώριμα
σε θάλασσα ουράνια
ως θέλαν κι ονειρεύονταν
με δίχως περηφάνια
τ' αφήνει εκεί ελεύθερα
αστέρια να γινούνε
παιδιά, εραστές κι ότι αγαπούν
αρκεί μαζί Του που 'ναι ...
Τότε μονάχα ο ιχθύς
που σου 'λεγα πιο πάνω
που για τη χάρη του Ψαρά
είπε: "τα πάντα χάνω"
όλα τα κάνει σαν παιδί
του μοιάζουν σαν παιχνίδι
γιατί το μήλο έφτυσε
και το 'δωσε στο φίδι.
Πάρ' το του είπε εσύ που θες
σαν το Θεό να γίνεις
εγώ δικό Του είμαι παιδί
και δεν με κατευθύνεις
θα πάω στον Πατέρα μου
σαν άσωτος, σαν δούλος
και θα Του πω συγχώρα με
έπραξα αυτοβούλως
γιατί ήθελα ο ανόητος
να γίνω σαν κι Εσένα
και πήρα το μερίδιο
που 'χες Εσύ για μένα
κι ενώ κομμάτι Σου ήμουνα
άλλο ήθελα να γίνω
και τα 'χασα όλα ο άθλιος
γιατί το μήλο εκείνο
που 'φάγαν από εγωισμό
οι δυο προπάτορες μας
κι η γνώση του καλού-κακού
κι οι μαύρες ενοχές μας
έδιωξαν απ' το σπίτι μας
που είναι η καρδιά μας
τον νου και τον ταξίδεψαν
μακρυά Σου και μακρυά μας
Πόση ορφάνια έφερε
η μάταιη επιλογή μας
κοντεύει τώρα να χαθεί
για πάντα η ψυχή μας.
Δεν θέλω γνώσεις δανεικές
καλό-κακό δεν ξέρω
το μήλο που σαν έκλεψα
πια πίσω το προσφέρω
και κάθομαι στα σκοτεινά
μα έξω απ' την αυλή Σου
και σου ζητώ απ' την αρχή
να γίνω το παιδί Σου.
Δεν θέλω πια το σαν Θεός
της γνώσης και του λάθους
ούτε να μπίγω τα καρφιά
στη Σταύρωση του πάθους
Αφού πνοή Σου ειμ' εγώ
Θεού-Πατέρα γόνος
Θεό μ' έφτιαξε η Αγάπη Σου
κι είναι μεγάλος πόνος
που αρνήθηκα τη φύση μου
και άλλον παριστάνω
και τη Ζωή μου αρνήθηκα
κι έφτασα να πεθάνω
Ενώ έχω Πνεύμα μέσα μου
συμβόλαιο αθανασίας
έφτασα να γυρεύω αλλού
λιμάνι σωτηρίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου