Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

5 - «Είπε, έχω αστραπή μες στην καρδιά μου ...»

«Πάτερ ημών ο εν τοις Ουρανοίς», η προσευχή που ο Κύριος έδωσε στους ανθρώπους, η μόνη που άφησε επί της γης, όταν Τον ρώτησαν, «πώς να προσευχόμαστε;». «Πάτερ ημών ο εν τοις Ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά Σου επί της γης», σαν να ομολογεί δηλαδή ο άνθρωπος, ότι Είσαι μεν, εν τοις Ουρανοίς, αλλά και εμείς που είμαστε τώρα μακριά ομολογούμε την απόστασή μας, και την διάστασή μας μαζί Σου, αλλά ο πόθος πια είναι να τελειώσει αυτή η ασωτία μας. Γιατί μέσα στην καρδιά του Θεού ήμασταν όλοι, μέσα στον Παράδεισό Του. Ο Παράδεισος δεν είναι τόπος, είναι τρόπος, είναι η Καρδιά του Θεού. Και από αυτή την Καρδιά με την πτώση μας, δια της Εύας με τον όφη … βγήκαμε από αυτή την Καρδιά του Θεού, και ο Θεός, από πολύ αγάπη, μας έβγαλε έξω από Αυτή, όχι για τίποτα άλλο, όχι σαν τιμωρία, αλλά, επειδή δεν γίνεται στην Καρδιά του Θεού να υπάρχει κάτι ξένο. Ή θα 'μαστε ταυτισμένοι με την Χάρη και με την ουσία του Θεού, ειδάλλως θα καεί ο άνθρωπος, ότι ξένο και νάχει αν μπει μέσα σ' αυτήν την … στον τόπο του Θεού, καίγονται όλα, είναι «πυρ καταναλίσκον». Οπότε, όταν ο άνθρωπος πια εκεί με όλη την συγκατάθεσή του, προσκύνησε και πίστεψε κάτι ξένο, κάτι εκτός του Θεού, και μάλιστα ο Θεός έκανε και τις προσπάθειες, μήπως ρε παιδιά ομολογήστε αυτό που κάνατε ... Πάει στον Αδάμ και του λέει: «μήπως φάγατε από τον καρπό;» Και είδατε τί είπε ο Αδάμ, δεν είπε, «ναι, φάγαμε τον καρπό ζητούμε συγχώρεση», αλλά τί είπε; «Η Εύα που μου 'δωσες, αυτή μου το 'δωσε». Φαντασθείτε, δηλαδή, την ευθύνη την έριξε στον Θεό! «Η Εύα που μου 'δωσες!» Πώρωση! Μετά πάει στον … στην Εύα και την ρωτάει εκείνην μήπως τουλάχιστον εκείνη ομολογήσει. «Ο όφις!» Είδατε ότι ρίξαμε την ευθύνη όχι στον εαυτό μας για αυτό που κάναμε. Δεν ζητήσαμε συγχώρηση ότι αυτό που κάναμε ήτανε κάτι πορνικό, κάτι εκτός της υπακοής στο θέλημα του Θεού. Τέλος πάντων, έγινε αυτό. Και τότε ο άνθρωπος βγήκε έξω από την Καρδιά του Θεού, έξω από το οικείο περιβάλλον του και άρχισε να ασωτεύει, τόσους αιώνες ασωτεύει και πάει να κάνει πράγματα δικά του και φυσικά όσο περνάει ο καιρός και η απόσταση μεγαλώνει με τον Θεό και μεταξύ μ… και με τον ίδιο τον άνθρωπο.

Και ο Κύριος όταν ήρθε επί της γης, μας θύμισε αυτή την προσευχή, ότι, αν είμαστε στην γη είμαστε μόνο για ένα λόγο, για το πώς να επιστρέψουμε, για το πώς να γίνει η ζωή μας ένας τόπος που ξα… να γίνει κατοικητήριο του Θεού. Και αυτή την προσευχή την είπε: «Πάτερ ημών ο εν τοις Ουρανοίς, αγιασθήτω το Όνομά Σου, ελθέτω η Βασιλεία Σου», να αγιασθεί το Όνομά Του επί της γης, στη καρδιά μας, στο νου μας, στις αισθήσεις μας, στον τόπο που ζούμε, στους ανθρώπους που συναναστρεφόμαστε κλπ. «Ελθέτω η Βασιλεία Σου …». Για να 'ρθει όμως η Βασιλεία Του ουσιαστικά πρέπει να σβήσουν οι δικές μας βασιλείες, τα δικά μας «εγώ», ο «εαυτός» μας, πρέπει να σβήσει, για να μπορέσει αυτή η Βασιλεία να γίνει μόνο Αυτή. Γιατί ο Θεός δεν μπορεί με άλλο, δεν συνυπάρχει με τίποτα άλλο, υπάρχει μόνο Αυτός. «Γενηθήτω το θέλημά Σου ως εν Ουρανώ και επί της γης», να γίνει πια η γη μας, κατοικητήριο του Θεού. Αυτή ήταν η προσευχή. Πάλι δυο χιλιάδες χρόνια, πάλι τα ίδια, πάλι πάθαμε ζημιά, πάλι ξεχάσαμε αυτή την Πατρίδα, πάλι αρχίσαμε να κάνουμε δικά μας πράγματα, να κάνουμε το ένα, να κάνουμε το άλλο κλπ, κλπ. Κι όλα αυτά να βγάζουν πάλι τη ψυχή μας σε μακρινή χώρα. Καμιά σχέση δηλαδή με αυτό που ήταν η φύση της πλασμένη, αφού απ' το Θεό ήμαστε πλασμένοι. Και αντί να γυρίσουμε εκεί που ήμαστε πλασμένοι φεύγουμε διαρκώς όσο πάει πιο μακριά. Και έρχεται κάποια στιγμή που πλέον ο άνθρωπος συνειδητοποιεί την ασωτία του αυτή, ότι πλέον, έφτασε ένα πλήρωμα του χρόνου, «πού θα πάει άλλο; Λιμό απόλλυμαι», έτσι είπε ο Άσωτος, «από πείνα κοντεύω να πεθάνω».

Η Πρώτη Παρουσία ήταν η ενσάρκωση, ο Θεός σάρκα, έτσι έγινε. Στη Δεύτερη Παρουσία, ο άνθρωπος γίνεται Θεός. Αυτή είναι η Δεύτερη Παρουσία! Δεν θα ξανάρθει ο Χριστός όπως ήρθε στην Πρώτη, αλλά αυτή τη φορά, ο Χριστός είναι μέσα στους ανθρώπους. Αλλά, όχι ένα κομμάτι, ξέρω και 'γω, παντού … πάντοτε ήταν, αλλά, αυτή τη φορά υπάρχει το πλήρωμα, υπάρχει η ταύτιση, όλος ο Θεός!!! Οπότε ο διάβολος πια δεν έχει λόγο να κάθεται πάνω … πώς να σας πω; Ηττήθηκε! Δηλαδή, αυτό που τόσα χρόνια κατηγορούσε, ότι, ας πούμε, δεν έγινε ποτέ αυτό, ότι δεν είχε όση εξουσία ήθελε στον κόσμο, και είχε άλλοθι, ήρθε η στιγμή που πλέον τον λύνει ο Θεός! Και τότε ο αρχάγγελος … τα λέει μέσα η Αποκάλυψη αυτά, δέκατο-τρίτο κεφάλαιο μου φαίνεται, δωδέκατο, δέκατο-τρίτο, κάπου εκεί, που πλέον ο αρχάγγελος Μιχαήλ τον ρίχνει επί της γης. Πώς θα επιβιώσει; Δεν είναι με κέρατα, δεν έρχεται με μάχες, έτσι έρχεται. Αναλογισθείτε να δείτε, πόσος κόσμος δεν είναι υποχείριο δαιμονικών επιρροών.

Τώρα, σ' αυτό επάνω … με τους δύο ληστές με τον Κύριο που ήταν στον Σταυρό. Και οι τρεις σταυρωμένοι. Και οι τρεις ετοιμοθάνατοι. Ποιός γνωρίζει τώρα ότι Αυτός που πεθαίνει στη μέση είναι Θεός; Ποιός Θεός; Ένας άνθρωπος πεθαίνει μάταια. Έχει λογική, δηλαδή, τώρα να τον πεις αυτόν Θεό; Τί Θεός είναι Αυτός; Έτσι δεν είναι; Ξέρετε ο Σταυρός εκείνο τον καιρό ήταν το πιο σιχαμερό που υπήρχε. Δεν ήταν απλώς ένας επώδυνος θάνατος, ήταν σιχαμερός, βδελυκτός. Κι εκεί που πεθαίναν λοιπόν και οι τρεις, ο ένας ληστής, ο εξ αριστερών, ούτε τον νοιάζει δίπλα του ότι άλλοι πεθαίνουν … τον νοιάζει ο ποπός του: «Αν είσαι Θεός …» τί Του λέει; «κατέβα να με σώσεις» … με νοιάζει ο εαυτός μου … δεν με νοιάζει για Σένα. Είναι η μια … η μια μερίδα ανθρώπων, ας πούμε. Δυο μερίδες ανθρώπων υπάρχουν. Δεν υπάρχει τρίτη. Γιαυτό και είναι δύο ληστές. Ο ένας από δω κι άλλος από κει. Ο ένας, λοιπόν, το μόνο που τον νοιάζει είναι μόνο τα θελήματά του, οι επιθυμίες του, το «εγώ» του, το βόλεμά του, η δόξα του. Συμφωνείτε; Όλα τα «μου». Κι απ' την άλλη πλευρά, ένας άλλος ληστής, που κι εκείνος ετοιμοθάνατος, κι εκείνος ξεψυχάει, ωδινάται, αλλά, ούτε ίχνος αυτολύπησης! Δεν τον νοιάζει για τον εαυτό του. Τελειώνει! Δεν είναι κι εύκολο! Ξεψυχάει, πάνω σ' ένα σταυρό! «Εμείς δικαίως πάσχουμε. Εμείς δεν έχουμε δικαίωμα να μιλάμε καθόλου». Και μάλιστα, τον ελέγχει τον άλλο: «τί βλασφημείς! Εμείς ότι πράξαμε … άξια! Αλλά Αυτός ο δίκαιος, μαζί μας εδώ; …». Κι αυτό, ξέρετε, που πήρε θέση υπέρ του Χριστού είχε ακόμα περισσότερο κόστος, γιατί εκείνη την ώρα, όλοι οι Φαρισαίοι, οι Εβραίοι, που ήταν εκεί, οι στρατιώτες οι Ρωμαίοι κλπ, όλοι ήταν εναντίον του Χριστού. Γιατί όλη η σταύρωση ουσιαστικά για τον Χριστό γινόταν. Υπήρχε μια μανία εναντίον του Χριστού. Ε, ένας ληστής που είναι επάνω ετοιμοθάνατος, αντί να κάνει το παν, λίγο ρε παιδί μου να πάρει εύνοια του κόσμου, ακόμη πιο πολύ επιδεινώνει την θέση του. Και παίρνει το βάρος του Κυρίου μας. Μετέχει του βάρους του Κυρίου. Γιατί, εκείνη την ώρα, ποιος μπορεί να καταλάβει, τί πόνο έχει Αυτός, ο αδίκως σταυρούμενος, για να μετέχει στον πόνο Του. Κι εκεί τί αποκαλύπτεται στον ληστή; Ότι Αυτός είναι Θεός. Εκείνη την στιγμή αποκαλύφθηκε. Δεν το γνώριζε. Το αισθάνθηκε η ψυχή του. Γιαυτό είπε εκείνο το «μνήσθητί μου Κύριε εν τη Βασιλεία Σου». Ενώ, η Παναγία μας, που ήταν κάτω από τον Σταυρό, ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, οι Μυροφόρες, δεν Τον είδαν Θεό! Απλώς πονούσαν για ένα αγαπητό τους πρόσωπο, που αδίκως έπασχε, όχι Θεό όμως. Θεό τον αισθάνθηκαν μετά την Ανάσταση. Ο ληστής όμως φαντασθείτε ότι ταυτίστηκε με τον Θεό, πότε; Όταν πέθαναν όλα τα «εγώ» του. Ενώ η Παναγία κι εκείνη «εγώ» είχε. Είχε το παιδί της. Γιαυτό κι εκείνη την ώρα ο Χριστός την είπε, «Γύνε, ιδού ο υιός σου»! Κουβέντες φοβερές! Εκείνη την ώρα ακόμα και με την Παναγία χωρίστηκε ο Κύριος. Είναι συγκλονιστικό! Δεν την είπε, «Μήτηρ μου». Τέρμα! Εγώ αποποιούμαι πια ότι είμαι γιός σου. Με ποιά έννοια; Εεε, το ότι, εκείνη τη στιγμή δεν ταυτίστηκε με το Πνεύμα αυτό που εκείνη την ώρα έπασχε. Πόσο δύσκολο δεν είναι αυτό; Πόσο … αν δεν είναι κανείς τελείως νεκρός, δηλαδή, από οποιοδήποτε «θέλω» πόσο εύκολο είναι να αρνηθούμε ακόμα και τη θεότητα.

Μέχρι τέλους … Ξέρεις, ο μεγαλύτερος ευεργέτης μας, είναι ο πονηρός. Αυτός φέρνει την μεγαλύτερη ευλογία. Μακάρι, δεν σας το κρύβω, η ευχή μου, και ο πόθος μου και αυτός να επιστρέψει, γιατί κι αυτός κάποτε δεν ήταν κακός. Μακάρι … ό,τι δηλαδή ακόμα μέσα του έχει σωθεί και δεν κάηκε, γιατί, ξέρετε, λένε οι άγιοι Πατέρες, ότι, μετά την έλευση του Θεού στη γη, στα χρόνια του Κυρίου μας και μετά από τη Σταύρωσή Του και την Ανάστασή Του, ότι απέκτησαν οι άγγελοι και οι δαίμονες άτρεπτο. Δηλαδή, οι μεν άγγελοι είχανε ροπή προς το να πέσουνε, ο δε διάβολος είχε δυνατότητα να επιστρέψει. Αλλά βλέποντας ακόμα κι αυτό το φοβερό, το συγκλονιστικό, έναν Θεό να πάσχει επάνω στον Σταυρό, να υβρίζεται, να κάνει … κλπ, κλπ, στον τάφο … στα μάτια των αγγέλων ήτανε φρικτό το γεγονός. Δεν είναι σαν τα δικά μας, τα πολύ περιορισμένα. Τότε, λέει, πλέον, τα ουράνια τάγματα, φτάσανε στο άτρεπτο. Δηλαδή, οι μεν άγγελοι πια, δεν πρόκειται να πέσουν, συγκλονισμένοι από αυτό. Οι δε δαίμονες δεν μπορούν να επιστρέψουν. Τόσο … αφού εκεί δεν μετάνιωσαν, εκεί δεν είπαν ένα, «ήμαρτον», ας πούμε … αλλά ακόμα και στο τέλος, επειδή πάντοτε … το παράπονο του πονηρού ήταν, ότι τόσους αιώνες, μετά την Ανάσταση του Κυρίου, τον έχει δεμένο ο Θεός τον διάβολο. Είναι αυτή η χιλιετής περίοδος που την λέει, ότι χίλια χρόνια τον έχει τον διάβολο δεμένο, είναι τα χρόνια από την Πρώτη Παρουσία μέχρι την Δεύτερη, αυτή είναι η χιλιετία. Αυτό που λένε οι Γιαχωβάδες, ας πούμε, το περιμένουν μετά την Δεύτερη Παρουσία την χιλιετία. Ενώ η Εκκλησία πρεσβεύει ότι η χιλιετία είναι αυτή η περίοδος, από την Πρώτη Παρουσία μέχρι την Δεύτερη Παρουσία, στην οποία ο διάβολος είναι δεμένος. Δεν είχε πολύ εξουσία στον κόσμο, είχε όση ο Θεός του έδινε. Αλλά επειδή είναι το παράπονό του, «δεν με άφησες ποτέ, κι εγώ να κάνω τις τρέλες μου», μετά, τον λύνει ο Θεός τον διάβολο και είναι οι μέρες τώρα αυτές στις οποίες πια λύθηκε ο πονηρός. Λύθηκε πια αυτός και τώρα … όμως αυτό το λύσιμο, πάλι οικονομία Θεού, γιατί τώρα πια αποκαλύπτεται όλος, ενώ μέχρι τώρα ποτέ δεν φανερώθηκε όλος! Αλλά τώρα, πλέον, αποκαλύπτεται όλος, γιαυτό και θα γίνει οριστική νίκη του Κυρίου. Γιατί πια εκτίθεται κι ο άλλος. Μέχρι τώρα δεν εκτίθονταν ποτέ. Άμυνά του ήταν το κρύψιμό του. Να μη φανερώνεται πουθενά. Τώρα, όμως, πάλι ο Θεός από αγάπη για το λαό, του δίνει αυτή τη δυνατότητα να αποκαλυφθεί ο πονηρός … φυσικά πώς αποκαλύπτεται; Από τις δικές μας διαστροφές, γιατί αυτός έχει εξουσία όσο εμείς του δίνουμε εξουσία, όσο εμείς δεν του δίνουμε εξουσία δεν έχει δύναμη. Αλλά επειδή ο λαός πια είναι σε τέτοια κατάσταση πτώσεως … οπότε φτάνει στο σημείο πλέον η κυριαρχία του να είναι καθολική, να φανερωθεί όλος ουσιαστικά για να ηττηθεί όλος … Ε, γιαυτό και αισθάνομαι ότι πια είναι η οριστική του ήττα, γιατί αποκαλύπτεται όλος, κι έτσι θα γίνει η οριστική νίκη του Χριστού. Αλλά όμως αυτό που δημιούργησε ο Θεός δεν μπορεί να χαθεί. Θα χαθεί το διαστροφικό, το κακό. Αλλά αυτό το ουράνιο, που είχε όταν δημιουργήθηκε, στον Κύριο θα επιστρέψει. Ελήλυθεν το Φως. Και ξέρετε τί με βεβαιώνει ότι ήρθε το Φως το Θεού; Ήρθε πια, η Δευτέρα Παρουσία τελείωσε, το Πνεύμα Του είναι εδώ, γιαυτό και τρελαίνεται αυτός. Είναι αυτό που λέει, «έχει θυμόν μέγαν, ειδώς ότι ολίγον καιρόν έχει» (Αποκ. 12,12). Ήρθε το Φως και το έχει πάρει αυτός χαμπάρι ότι ήρθε, και τώρα ξέρει ότι τελειώνει, θα φανερωθεί το σκοτάδι του, και θα κάνει ότι πιο βλακώδες είναι. Όσο, δηλαδή, θα αυξάνει η τρέλα του και η … αυτό όλο που θα βλέπουμε τώρα, η ανακατωσούρα, θα σημαίνει ότι πλέον πλησιάζει το τέλος του.

Τώρα όμως τί θέλει; Να κωφεύσουμε από τις έξωθεν αλήθειες και λογικές. Πώς γίνεται; Γιαυτό τώρα και στις μέρες μας … τα λέει όλα, ξέρετε είναι ξεκάθαρη η Αποκάλυψη είναι πάρα πολύ φοβερή, στις μέρες μας ξεδιπλώνεται. Δείχνει ένα όραμα, μια γυναίκα, οδύνουσα, βασανιζόμενη τεκείν, έτοιμη να γεννήσει, αλλά, με ζόρια … είναι οι ψυχούλες των ανθρώπων που μέσα τους έχουν αληθινό Πνεύμα Θεού, αλλά δεν είναι ρε παιδί μου, σ' ότι ευχάριστο, ζορίζονται. Δεν έχει προϋποθέσεις να γεννηθεί εύκολα αυτό το Παιδί. Αυτό το δείχνει σαν γυναίκα, είναι οι ψυχές των ανθρώπων στις οποίες, αυτό το Παιδί που έχουμε μέσα μας, γιαυτό το Παιδί που μιλάμε όλοι μας, είναι αυτό που κρατάει η Παναγία … το Βρέφος που έχουμε μέσα μας είναι αυτό που η Παναγία κρατάει αενάως, είναι αυτός ο Χριστός που έχουμε όλοι μας. Η κάθε ψυχή είναι πανάγια ψυχή που γεννάει μέσα της αυτό το Βρέφος, τόχει μέσα της και το μόνο που κάνει είναι να κρατάει αυτό, δεν της νοιάζει τίποτε άλλο. Συμφωνείτε; Όπως η Παναγία δεν βαρέθηκε να το κρατάει. Στέκει εκεί. Και μας το δείχνει για να το κρατάμε κι εμείς, αυτό το Παιδί! Μη το πουλήσουμε, μη το θάψουμε, για μια έξωθεν κατάσταση! Τώρα, λοιπόν, αυτές οι ψυχές, οι πανάγιες ψυχές οι οποίες γεννούν τον Λόγο μέσα τους. Και … και αυτό το Παιδί πλέον έχει υπόσταση, δεν είναι μια θεωρία, δεν είναι πράξη … δεν είναι μια, ας πούμε έτσι, αφηρημένη κατάσταση. Ο δράκος όμως, μυρίζεται ποιος θα γεννήσει … πού γεννάται αυτό το Παιδί, το ξέρει, κι ο δράκος είναι απ' έξω για να φάει αυτό το Παιδί, δηλαδή να σβήσει αυτή την … πανάγια ψυχή, να την στριμώξει, να τη διώξει, να το σβήσει αυτό. Γιατί αυτός ξέρει ότι αν θα υπάρχει αυτό το Παιδί έχει χαθεί ο ίδιος. Τελικά γεννάται το Παιδί, είναι ο θεωμένος άνθρωπος που λέμε, γίνεται πια στη γη, γίνεται υπόσταση ο θεωμένος άνθρωπος, θεώνεται ο άνθρωπος πια, γεννάται μέσα στις ψυχές των ανθρώπων, στου καθενός μας το Παιδί … σε λανθάνουσα κατάσταση κλπ, ο καθένας όμως το βιώνει αυτό. Όμως Αυτό αρπάζεται στον Ουρανό, είναι η γέννησή του στον Ουρανό που θα 'ρθει μετά εν δόξη, αλλά, ήδη έχει γίνει αυτό. Όμως μετά η μανία του δράκου είναι να κυνηγήσει τη γυναίκα, να κυνηγήσει αυτή που το γέννησε, και τότε ο Ουρανός την κρύβει αυτή τη γυναίκα. Αυτά όλα είναι για μας τώρα, δηλαδή, αυτός που αρχίζει σιγά-σιγά μέσα του ο Λόγος να ακούγεται, και να 'ναι πολύ δυνατός, και να 'ναι ο μόνη του ύπαρξη, δεν έχουν σημασία οι έξωθεν μετά καταστάσεις, τότε η ψυχή είναι στην έρημό της, δεν το εκφράζει, δεν το εκδηλώνει, δεν κάνει τον έξυπνο εκεί, εκείνο το κρύβει μετά, και το βιώνει, έως ότου περάσει αυτή η λαίλαπα. Καταλάβατε;

Ένα σαρκωμένο Πνεύμα να περπατάει μαζί μας. Αυτό που έχουμε όλοι Το είδαμε κι απ’ έξω, κι Αυτό μας Το ‘δωσε για να ξυπνήσει Το δικό μας. Δεν είναι δηλαδή κάτι παραπάνω από όλους. Το ίδιο είμαστε όλοι. Αλλά Αυτό μας Το δώρισε σε έναν, να Το μαρτυράει, να Το φανερώνει, να Το βλέπουμε, να είναι μαζί μας, για να ξυπνήσει Τα δικά μας. Δεν είναι μεγάλη δωρεά; Εδώ δεν είναι όμως για να δοξαστεί όμως κανένας. Είναι για να φανερώσει Το δικό μας. Γιατί Το ίδιο έχουμε. Και όσοι Το ‘χουμε Αυτό λίγο ξυπνητό, τόσο θα συγχρωτιζόμαστε. Όσοι όμως δεν μας συμφέρει Αυτό γιατί υπάρχει ένα … ένας άλλος «εαυτός», ε, πάσι θυσία θα Το αφανίσουμε. Και νομίζω ότι αυτό βιώνεται, ας πούμε, συνέχεια, έως ότου θα φτάσει στο τέλος. Δηλαδή, θα φτάσει μέχρι τέλους, θα το δούμε. Θα δούμε μέχρι τέλους τον αφανισμό. Οι μάρτυρες τρέχανε με χαρά στο μαρτύριο. Όντως είναι αλήθεια, ότι είναι πολύ μεγάλη χαρά, εκείνη τη στιγμή, η ψυχή να αισθάνεται ότι στον Κύριό της πάει, δεν της νοιάζει το αισθητό της. Όπως κάθε μάρτυρας … Τί καταξίωση να ‘ταν, να ποθεί να χαθεί το αισθητό του, ας πούμε, για να γίνει και το αισθητό του Χριστός. Γιατί Χριστός είναι το μέσα μας, το έξω μας όμως, είναι η βασιλεία του «εαυτού». Έχουμε δυο βασιλείες, η έσωθεν Βασιλεία και η έξωθεν. Τώρα καλείται, ποιά σε ποιά θα υποταχθεί. Εμείς τόσα χρόνια θάβουμε την έσωθεν Βασιλεία για να βασιλεύει ο έξωθεν εαυτός. Θέλουμε τώρα η έξωθεν βασιλεία να παραδοθεί στην έσωθεν. Κι αυτό όσο περνάει ο καιρός τόσο πιο πολύ χαρά έχει η ψυχή, ηδονή έχει, να το κάνει, για να γίνει και το έξωθεν μας Χριστός. Γιατί ο Κύριος δοξάστηκε στον Σταυρό Του. Άρα η δόξα μας είναι στο σταυρό. Γιατί τότε θα γίνει και το έξωθεν μας αιώνιο και αθάνατο.

Όμως καταντήσαμε όποιος γίνεται καλόγερος, όποιος φοράει ράσο να γίνεται δαίμονας. Δεν φταίνε τα παιδιά. Φοράς το ράσο και δοξάζεσαι εσύ. Δεν θάβεσαι σ' αυτό, δοξάζεσαι.

Όσο ζούσε ο Χριστός, καλά περνούσαν όλοι. Προβλήματα έλυνε, θεραπείες έκανε, κηρύγματα φουλ, καταξιώσεις των μαθητών, … Όμως εκείνοι που αντέδρασαν ήταν οι κοντινοί. Θυμάστε; Ποιός πήγε και αντέδρασε; Οι Μαθητές, ο Πέτρος τί Του είπε όταν … Θυμάστε που τους ρώτησε εκεί ... «Τί λέει ο κόσμος για Μένα;»

- «Εσύ είσαι ο Προφήτης»

- «Εσείς τί λέτε;»

- «Εσύ, ο Υιός του Θεού», λέει, ο Πέτρος. Χαίρεται ο Κύριος, ότι επιτέλους κατάλαβαν κι αυτά τα χαζοπούλια, ποιος Είμαι. Χάρηκε το αισθητό του Κυρίου. Κι εκείνη την ώρα αρχίζει να τους αποκαλύπτει το τί έρχεται. Έρχεται ο εξευτελισμός, η παράδοση … πού; Στους Γραμματείς και Φαρισαίους, στην Εκκλησία, στον καθωσπρεπισμό. Ο καθωσπρεπισμός σκοτώνει το «Καθώς Εστί», έτσι δεν είναι; Και … και τους λέει λοιπόν ότι έρχεται η ώρα που θα παραδοθεί … κι εκείνη την ώρα Τον πιάνει ο Πέτρος, Τον πάει πιο πέρα, και Του λέει, «μη τυχών τολμήσεις και κάνεις κάτι τέτοιο» και … εκεί φάνηκε το πνεύμα το αλλότριο το οποίο δεν θέλει τέτοια, δεν θέλει ξεβολέματα, «εμείς θα χάσουμε, οι κοντινοί Σου, θα χάσουμε τις θέσεις μας». Κι εκεί ο Κύριος εις επήκοον πάντων του λέει, «οπίσω Μου σ' έχω σατανά, ότι ου φρονείς τα του Θεού». Βλέπετε εκείνη την ώρα μίλησε το Πνεύμα, από μέσα, δεν μίλησε … ο Ιησούς θα ήθελε, σαν άνθρωπος, η ανθρωπίνη φύση Του, να είναι καταξιωμένη και δικαιωμένη στο κόσμο. Αλλά εκείνη τη στιγμή, όμως, το Πνεύμα έβαλε τη θέση, ότι, «οπίσω Μου σ' έχω σατανά, ότι ου φρονείς τα του Θεού». Και τί γίνεται; Το αισθητό, όσο υπάρχει, βλασφημείται το Πνεύμα, γιατί αρχίζει και καταξιώνεται πάλι το αισθητό. Και καλείται σ' αυτό να πάρει θέση. Πότε; Στη στιγμή του αφανισμού του αισθητού. Να δούμε εκεί τι θα κάνει η ψυχή, θα μείνει κολλημένη και στριμωγμένη στο είδωλο, ή στο Πνεύμα;

Κι εμάς να μας δίνει δύναμη, εκεί η ψυχή να μην κλονιστεί από το ανθρώπινο, να μη μείνει σε μια λύπηση του αισθητού, αλλά να βλέπει τον Θεό πάλι, δηλαδή, ακόμα και στην πιο άσχημη φάση, ας πούμε, πάλι … όπως ο ληστής που λέγαμε, είδε πάσχοντα τον Θεό, εκείνη τη στιγμή. Ο μόνος που Τον είδε. Δεν Τον είδε η Παναγία. Δεν Τον είδε Θεό. Έβλεπε λυπημένη τον γιο της αδικοχαμένο, εκεί. Αλλά δεν Τον έβλεπε Θεό. Ο μόνος που Τον είδε Θεό ήταν μόνο ο ληστής.

Όλοι είμαστε συγκοινωνούντα δοχεία. Όποιος έχει παραπάνω να δίνει στον άλλο. Δεν ξέρω ποιός έχει και ποιός δεν έχει. Έτσι θα κουνάνε οι στάθμες διαρκώς. Όλοι θα διακονούμε, θα κάνουμε αυτά που κάνουμε. Αυτά όμως δεν είναι ένα έργο δικό μας. Εκφράζει το βαθύ μας, τον Κύριό μας και ότι κάνουμε τον Κύριο θα εκφράζουμε. Εμείς πια θα θάβουμε τον «εαυτό» μας για να φανερώνεται ο Κύριος. Πιστέψε με όμως έχω τόση χαρά, τόση χαρά, τόση τρέλα κουβαλάω πάνω μου … Πολύ τρέλα κουβαλάω, ειλικρινά. Εν τω μεταξύ το σώμα είναι κουρέλι, τί να σας πω δηλαδή. Επειδή έχω αυτά τα αλλεργικά κλπ, και όλο με κορτιζόνες και τέτοια και είμαι κοτόπουλο σωματικά, αλλά, η ψυχή δεν δίνει καμιά σημασία, η ψυχή θέλει να φύγει, τέτοια χαρά έχω … πότε θα πάει στο άλλο. Πειράζει; Δεν είναι δικά μου ρε, πίστεψέ με, δεν είναι δικά μου. Δόξα σοι ο Θεός.

Τα τραγούδια είναι η Θεία Λειτουργία βρε! Μερικά τραγούδια ακούω και πώς τρελαίνομαι … «Ο άγγελός μου ο θάνατός μου», γιατί όντως ο θάνατος του παλιού εαυτού ήταν αυτή η υπόθεση. Θα συντρίβει την καρδιά, θα την κάνει κομμάτια, αλλά όμως Εκείνον αγαπάμε. Όλα τα τραγούδια είναι αγαπησιάρικα. Ενώ στην Εκκλησία … μπρ-μπρ-μπρ, μπρ-μπρ, χωρίς καρδιά τα λέμε. Οι άνθρωποι με πόνο τα βγάζουν αυτά. Είδες πώς αντιστράφηκαν τα πράγματα; Κι εμείς νομίζουμε στην Εκκλησία … Τί λέμε; Τον εαυτό μας λατρεύουμε. Έρχεται, η ώρα του ισοπεδώματος … Τώρα έχει να γίνει …

Τί να σας πω; Ένα αιώνιο πανηγύρι θα 'μαστε. Ότι πιο τρελό. «Δεν ζω για κανέναν …» δεν λέει το τραγούδι; Ποιός το λέει; Τί ωραία λόγια λένε μερικά τραγούδια! «Δεν ζω για κανέναν …», όντως, «μόνο για Σένα ζω», δεν υπάρχω για κανέναν. Ποιός το λέει; Ο Χατζηγιάννης; Κάποιος το λέει. Κάθε τραγούδι τώρα εκφράζει Αυτό της ψυχής. «Θα ζήσω ελεύθερο πουλί κι όχι κορόιδο στο κλουβί, από κανάρα σε κανάρα θα πετάω» έτσι … τί ωραίος, τί απίθανα που τα λεν όλα. Όμορφα είναι, γιατί τώρα η ψυχή δεν κολλάει πουθενά. Τελείωσε … είναι … όπως στη θάλασσα, ας πούμε, όταν έχει βράχια, κάτω, ε, δεν ακουμπάς ολόκληρος γιατί θα πατήσουμε και κανά κοφτερό, θα μας πληγώσει, ακροθιγώς πατάμε. Αλλά δεν σημαίνει ότι δεν θα περπατάμε. Θα περπατάμε, δε μένουμε πίσω, θα περάσουμε αυτό, αλλά, δεν πατάμε και με τη βαρύτητα όλη. Όσο γίνεται πιο ακροθιγώς. Και αυτό για να περάσουμε αυτή τη λαίλαπα. Το έργο αποκαλύπτεται συνέχεια, φανερώνεται. Και όχι, κανένας συναισθηματισμός για κανέναν. Τώρα ο Κύριος.

Αλλά αυτό τώρα θα γίνει προ του τέλους. Γιατί κοιτάξτε, όταν ο αντίχριστος θα πιάσει αυτούς τους δύο τους προφήτες και θα τους καθαρίσει στα Ιεροσόλυμα … Ουσιαστικά τί είναι; Ο προφήτης Ηλίας είναι ο Πρόδρομος, «ο ένσαρκος άγγελος» θυμάστε το τροπάριο του; «ο ένσαρκος άγγελος των προφητών η κρηπής», η κορυφή των προφητών «ο δεύτερος πρόδρομος της παρουσίας Χριστού Ηλίας ο ένδοξος», έτσι λέει το τροπάριό του. Είναι ο πρόδρομος της Δευτέρας Παρουσίας.

Και ο προφήτης Ενώχ είναι … δηλαδή ο ένας θα είναι εις τύπον του Τιμίου Προδρόμου, ο Ηλίας θα είναι ο Πρόδρομος … πάντα πακέτο πάνε, το Πνεύμα του Θεού και το Πνεύμα το προδρομικό πάνε πακέτο, όπως ο Κύριος με τον Πρόδρομο. Έτσι τώρα ο Ηλίας είναι το προδρομικό Πνεύμα και ο προφήτης Ενώχ είναι ο Υιός του ανθρώπου, δηλαδή έρχεται εις τύπον Χριστού, είναι ο θεωμένος άνθρωπος που λέμε, δηλαδή. Αυτούς τους δύο, τους παίρνει ο αντίχριστος και τους καθαρίζει στα Ιεροσόλυμα, υπό τα βλέμματα της ανθρωπότητος, και τους αφήνει άταφους τρεις μέρες, για να παραδειγματίζεται ο κόσμος. Και έχει τόση χαρά όλη η ανθρωπότητα που τελειώσαμε με αυτούς τους δαίμονες, που μας ξεμπροστιάζουν και μας ξεβολεύουν τη βασιλεία μας, που θα μοιράζουν δώρα μεταξύ τους όλες οι φυλές της γης, που πεθάναν … που σκοτώσαμε τους δύο αυτούς. Και τότε θα φανερωθεί το αλλότριο πνεύμα στον ψευδοπροφήτη, μέχρι τότε το αλλότριο θα κοιμάται. Τότε θα φανερωθεί, ότι πια τελείωσα, πια τους καθάρισα, και τότε αποκαλύπτεται εκείνος και η εξουσία του, και μετά εκείνη τη στιγμή … μετά από τρεις μέρες ανασταίνονται αυτοί! Ε, και τελειώνει αυτός, πάει τελείωσε, την πάτησε, κι από εκεί μετά τελειώνει ο θάνατος επί της γης! Δεν θα υπάρχει θάνατος! Δεν θα πεθαίνει κανείς! Αλλά τότε όμως, θα γίνει όλη η μάχη δική του, η μανία του, θα κάνει φοβερά … θα κάνει ψυχρό πόλεμο στους ανθρώπους, οι οποίοι δεν θα μπορούν να πεθαίνουν. Γιαυτό και θα λένε, «βγείτε εσείς οι πεθαμένοι να μπούμε εμείς οι ζωντανοί» … δεν θα υπάρχει θάνατος, θα τρελαίνει τον κόσμο, σε φοβερό … κανείς δεν μπορεί να το πει με λόγια τί ακριβώς θα γίνει … Αλλά είναι το τέλος του, καταλάβατε; Πειράζει που χαίρομαι; Πειράζει που είμαι ερωτιάρης; Εγώ επιθυμώ όλη τη γη ρε! Όλη τη γη ρε! Δεν θέλω αυτή την Εκκλησία με … με ντουβάρια, γιατί μας περιορίζει! Άκτιστη τη θέλω. Θέλω όλη η γη να 'ρθει εδώ! Πώς θα γίνει, δηλαδή; Δεν θα λείψει κανείς!

Είμασταν μέσα στην αμαρτία αλλά δεν ήταν δικό μας όλο εκείνο. Μας άρεζε, το αγαπήσαμε, το φιλήσαμε, το φάγαμε, καιρός να το ξεράσουμε τώρα. Δεν έχουμε καμιά σχέση μ' αυτό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου